Αρχές Μαρτίου αναμένεται να κυκλοφορήσει από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης το βιβλίο του David Armitage «Εμφύλιοι πόλεμοι, μια ιστορία στο πεδίο των ιδεών». Στις «νησίδες» έχουμε τη χαρά να προδημοσιεύσουμε σήμερα ένα χαρακτηριστικό κεφάλαιο
Από το 1945 και ύστερα, η Ευρώπη, η Βόρεια Αμερική, αλλά και χώρες με συγκρίσιμο πλούτο σε άλλα μήκη και πλάτη της γης, όπως η Αυστραλία και η Ιαπωνία, βιώνουν τη λεγόμενη «Μακρά Ειρήνη». Η περίοδος αυτή ξεκίνησε την επαύριον του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και έχει αποδειχτεί η διαρκέστερη της νεότερης ιστορίας ως προς την απουσία διακρατικών πολέμων. Παλαιότερα, τουλάχιστον στην Ευρώπη, οι πιο ήρεμες περίοδοι ήταν αφενός εκείνη από τα τέλη των Ναπολεόντειων Πολέμων μέχρι τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1815-1853) και αφετέρου το διάστημα ανάμεσα στον Γαλλο-Πρωσικό Πόλεμο του 1871 και στην έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1914. Ωστόσο, η διεθνής ειρήνη που επικρατεί στις μέρες μας στον παγκόσμιο Βορρά έχει ήδη διαρκέσει δύο δεκαετίες περισσότερο απ’ ό,τι οι προηγούμενες ειρηνικές περίοδοι, ακόμη κι αν μεγάλο μέρος της επισκιάστηκε από τον Ψυχρό Πόλεμο. Επίσης, οι τάσεις που επικρατούν σήμερα παγκοσμίως είναι ενθαρρυντικές. Το 2016, τελευταίο έτος για το οποίο διαθέτουμε στοιχεία, σημειώθηκαν μόνο δύο διακρατικές συγκρούσεις: η μία ανάμεσα στην Ινδία και το Πακιστάν, και η άλλη ανάμεσα στην Ερυθραία και την Αιθιοπία· και στις δύο περιπτώσεις επρόκειτο για μεθοριακά επεισόδια, από τα οποία το δεύτερο είχε διάρκεια μόλις δύο ημέρες. Παρά τη ρωσική επέμβαση στην Ουκρανία και τις περιστασιακές αναφλέξεις διακρατικών αντιδικιών που είχαν ως επίδικό τους κάποια νησιά στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, η Μακρά Ειρήνη φαίνεται πιθανό να επεκταθεί ακόμη περισσότερο και να αγκαλιάσει ολόκληρη την υφήλιο.
Κι όμως, είναι αλήθεια πως η εποχή μας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ιδιαίτερα ειρηνική. Στον κόσμο εξακολουθεί να επιχωριάζει η βία. Το 2016 βρίσκονταν σε εξέλιξη παγκοσμίως 49 ένοπλες συγκρούσεις, από το Αφγανιστάν μέχρι την Υεμένη, χωρίς να συνυπολογίσουμε τρομοκρατικά χτυπήματα, εξεγέρσεις ή άλλου τύπου «ασύμμετρες» πολεμικές δράσεις, κατά τις οποίες μη κρατικές δυνάμεις επιτίθενται σε κράτη ή στους κατοίκους τους. Η δράση της αλ-Κάιντα αρχικά και σήμερα πλέον η δράση του Ισλαμικού Κράτους (ISIS/Daesh) και των υποστηρικτών του έχουν μεταφέρει το σκηνικό του πολέμου στους δρόμους των μεγαλουπόλεων παγκοσμίως, από το Μανχάτταν μέχρι τη Βομβάη και από το Σίδνεϋ μέχρι τις Βρυξέλλες. Μπορεί τα κράτη να ζουν ειρηνικά μεταξύ τους, εντούτοις οι λαοί τους δεν αισθάνονται απόλυτα ήρεμοι ή ασφαλείς, καθώς υφίστανται τις επιπτώσεις μιας σειράς συγκρούσεων που διαδραματίζονται μακριά από αυτούς, σε μέρη όπου πολλοί άλλοι άνθρωποι βιώνουν ακόμα τον πόλεμο εντός των συνόρων τους. Η Μακρά Ειρήνη βρίσκεται κάτω από μια μαύρη σκιά – τη σκιά του εμφυλίου πολέμου.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι θεωρητικοί υπέρμαχοι του «τέλους της ιστορίας» μάς διαβεβαίωναν ότι ο καπιταλισμός και η δημοκρατία ήταν σε θέση να αγκαλιάσουν όλη την υφήλιο και να ενώσουν την ανθρωπότητα μέσω της αειφορίας του εμπορίου και της διασφάλισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι υποστηρικτές του συγκεκριμένου τρόπου σκέψης επιχειρηματολογούσαν υπέρ της λεγόμενης δημοκρατικής ειρήνης· ισχυρίζονταν, δηλαδή, ότι όσο περισσότερο εξαπλώνεται η δημοκρατία τόσο η παγκόσμια ειρήνη θα ακολουθεί στο κατόπι της, επειδή, καθώς έλεγαν, οι δημοκρατίες δεν συνηθίζεται να πολεμούν η μία την άλλη. Οσοι σκέπτονταν μ’ αυτόν τον τρόπο αντλούσαν τα επιχειρήματά τους από τον Ιμμάνουελ Καντ (1724-1804), η σκέψη του οποίου ήταν θεμελιωμένη, με τη σειρά της, στη μακρά παράδοση του διαλόγου που άνοιξε ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός πάνω στις δυνατότητες επίτευξης διαρκούς ειρήνης. Ο Καντ βέβαια δεν ήταν αφελής· σε κείνον οφείλουμε άλλωστε την κυνική επισήμανση για τον ολλανδό ταβερνιάρη που είχε ζωγραφίσει τη φράση «αιώνια ειρήνη» στη μαρκίζα της ταβέρνας του δίπλα σε μια εικόνα νεκροταφείου, υπονοώντας ότι η μόνη πραγματική και αδιατάρακτη ειρήνη είναι ο αιώνιος ύπνος του θανάτου. Παρ’ όλα αυτά, ο Καντ πίστευε ότι η ειρήνη μεταξύ κρατών δεν ήταν «μια ιδέα κενή περιεχομένου», αλλά μάλλον «ένα εγχείρημα το οποίο, εφόσον αντιμετωπιστεί μεθοδικά, είναι δυνατόν να προσεγγιστεί πιο σταθερά ο στόχος του». Ο ίδιος, βέβαια, δεν πρόλαβε να δει την προοπτική της διαρκούς ειρήνης να πλησιάζει εγγύτερα κατά τη διάρκεια της ζωής του: ο Ναπολέων, ο σπουδαίος αυτός στρατηλάτης και ιδρυτής αυτοκρατορίας, έλαβε τον τίτλο του αυτοκράτορα μόλις δέκα μήνες μετά τον θάνατο του Καντ, τον Φεβρουάριο του 1804, και πέρασε την επόμενη δεκαετία απειλώντας τον κόσμο ολόκληρο. Παρ’ όλα αυτά, διακόσια και πλέον χρόνια αργότερα, πολλοί τολμούν να ισχυριστούν ότι η ανθρωπότητα ίσως και να έχει επιτέλους ξεπεράσει οριστικά τις ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ κρατών· ότι ακολουθώντας «τους αγαθότερους αγγέλους της φύσης μας» ενδέχεται να είμαστε πλέον σε θέση να εκπληρώσουμε το όνειρο του Καντ, «κερδίζοντας τον πόλεμο εναντίον του πολέμου». Ωστόσο, μ’ όλον αυτόν τον θάνατο και την καταστροφή που αντικρίζουμε παντού γύρω μας, η ειρήνη την οποία βιώνουμε μοιάζει περισσότερο με την ειρήνη του νεκροταφείου. Και, περισσότερο από κάθε άλλο είδος σύγκρουσης, εκείνο που τελευταία γεμίζει τα νεκροταφεία με νεκρούς δεν είναι ο πόλεμος μεταξύ κρατών, ούτε η τρομοκρατία, αλλά ο εμφύλιος πόλεμος.
Ο εμφύλιος πόλεμος έχει εξελιχθεί σταδιακά στην πλέον διαδεδομένη, πιο καταστροφική και περισσότερο χαρακτηριστική μορφή οργανωμένης ανθρώπινης βίας. Τις δεκαετίες που ακολούθησαν τον Ψυχρό Πόλεμο παρατηρήθηκε κατακόρυφη αύξηση της συχνότητας των εμφυλίων πολέμων. Από το 1989 και ύστερα, ανά πάσα στιγμή βρίσκονται σε εξέλιξη παγκοσμίως κατά μέσον όρο 20 ενδο-κρατικοί πόλεμοι: αριθμός δεκαπλάσιος από τον ετήσιο μέσο όρο της περιόδου 1816-1989. Από το 1945 μέχρι σήμερα, αυτού του είδους οι πόλεμοι έχουν προκαλέσει γύρω στα 25.000.000 θανάτους «σε μάχες ολοκληρωτικής σύγκρουσης» – με λίγα λόγια, έχουν προκαλέσει τις μισές περίπου από τις στρατιωτικές απώλειες που σημειώθηκαν κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μάλιστα, αυτή η καταμέτρηση δεν συμπεριλαμβάνει τους τραυματισμένους, τους εκτοπισμένους και τους νεκρούς αμάχους, ούτε βέβαια όλους εκείνους που έχουν υποφέρει από τις ασθένειες και τον υποσιτισμό. Το υλικό και οικονομικό κόστος αυτών των πολέμων είναι εξίσου εντυπωσιακό. Οι ψυχροί αναλυτές των ρυθμών της παγκόσμιας ανάπτυξης έχουν επικεντρωθεί στις συνέπειες που επιφέρει ο πόλεμος στην οικονομική μεγέθυνση, λαμβάνοντας υπόψη τους την απώλεια της ανθρώπινης ζωής ως παράγοντα μείωσης της παραγωγικότητας και συνυπολογίζοντας την αξία των χαμένων πόρων, το κόστος των στρατιωτικών δαπανών, την εξάπλωση του εγκλήματος και των ασθενειών και την αναστάτωση των γειτονικών οικονομιών. Ιδού το αποτέλεσμα των υπολογισμών τους: το ετήσιο κόστος των εμφυλίων πολέμων φτάνει τα 123 δισ. δολάρια περίπου – χοντρικά, το σύνολο του ποσού που ετησίως εκταμιεύει ο Παγκόσμιος Βορράς ως οικονομική βοήθεια προς τον Παγκόσμιο Νότο. Επομένως, είναι απόλυτα δικαιολογημένη η ανατριχιαστική περιγραφή του εμφυλίου πολέμου ως «ανάπτυξη με την όπισθεν».
Οι πόλεμοι εντός των κρατών συνήθως διαρκούν περισσότερο –ορισμένοι τέσσερις φορές περισσότερο– από τους διακρατικούς πολέμους, ενώ στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα είχαν συνήθως τριπλάσια διάρκεια απ’ ό,τι στο πρώτο μισό. Επίσης, αυτού του είδους οι συγκρούσεις, περισσότερο από κάθε άλλο είδος ένοπλης σύγκρουσης, είναι πιο πιθανό να αναζωπυρωθούν. Λέγεται ότι «η πιο συνήθης κληρονομιά ενός εμφυλίου πολέμου είναι ακόμα περισσότερος εμφύλιος πόλεμος»· και πράγματι, σχεδόν όλοι οι εμφύλιοι πόλεμοι της τελευταίας δεκαετίας προήλθαν από την αναζωπύρωση κάποιας προγενέστερης διαμάχης. Καθώς φαίνεται, οι εμφύλιοι πόλεμοι πλήττουν δυσανάλογα τις φτωχότερες χώρες του κόσμου –ειδικά εκείνες που βρίσκονται στην Αφρική και την Ασία–, τις οποίες ο οικονομολόγος Σερ Πωλ Κόλλιερ, που ασχολείται ιδιαίτερα με ζητήματα ανάπτυξης, έχει ονομάσει «το φτωχότερο δισεκατομμύριο». Ετσι, τη στιγμή που ο ανεπτυγμένος κόσμος γεύεται τα οφέλη της «μακράς ειρήνης» από το 1945 και ύστερα, μεγάλα τμήματα του παγκόσμιου πληθυσμού υποφέρουν από ένα εξίσου μακροχρόνιο τραύμα. Το Κέντρο Μελέτης Εμφυλίου Πολέμου, που έχει την έδρα του στο Οσλο, υπογραμμίζει στον ιστότοπό του όλες αυτές τις παραμέτρους, προσθέτοντας ότι «παρ’ όλα αυτά, ο εμφύλιος πόλεμος έχει μελετηθεί λιγότερο από τον πόλεμο μεταξύ κρατών». Κατά τα φαινόμενα, λοιπόν, δεν πρόκειται να απαλλαγούμε ποτέ από τον εμφύλιο πόλεμο, όπως δεν πρόκειται να απαλλαγούμε ποτέ κι από τη φτώχεια. Και, για όσο καιρό θα βρίσκεται μαζί μας, ο εμφύλιος πόλεμος φαίνεται ότι θα συνεχίσει να πλήττει κυρίως τους φτωχούς της υφηλίου.
Ωστόσο, ο εμφύλιος πόλεμος δεν πρέπει να παραμείνει ένα ανεκμετάλλευτο ερευνητικό πεδίο. Όπως επισημαίνεται συχνά, το ζήτημα δεν έχει αναλυθεί επαρκώς σε θεωρητικό επίπεδο, ενώ, ως ερευνητικό αντικείμενο, δεν επιδέχεται εύκολες γενικεύσεις. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει κάποια σημαντική μελέτη περί εμφυλίου πολέμου η οποία να μπορεί να σταθεί πλάι στο «Περί του πολέμου» του Καρλ φον Κλάουζεβιτς ή στο κείμενο της Χάννα Αρεντ «Για την επανάσταση». Οπως θα δούμε στη συνέχεια, ο Κλάουζεβιτς ελάχιστα ασχολήθηκε με το θέμα του εμφυλίου πολέμου, ενώ η Χάννα Αρεντ το αγνόησε, όπως και τον πόλεμο γενικότερα, θεωρώντας τον ένα αταβιστικό και αντι-νεωτερικό φαινόμενο. Ο μεταπολεμικός γερμανός ποιητής και πολιτικός σχολιαστής Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ (γενν. 1929) παρατήρησε το 1993 ότι «δεν υπάρχει καμία χρηστική Θεωρία περί Εμφυλίου Πολέμου». Πιο πρόσφατα, ο ιταλός θεωρητικός της πολιτικής Τζόρτζιο Αγκάμπεν (γενν. 1942) επισήμανε ότι «στις μέρες μας υφίστανται εξίσου η “πολεμολογία”, δηλαδή η θεωρία περί του πολέμου, και η “ειρηνολογία”, θεωρία περί της ειρήνης, όμως απουσιάζει η “στασιολογία”, δηλαδή η θεωρία περί του εμφυλίου πολέμου». Τέτοιες αρνητικές επισημάνσεις ακούγονται εδώ και πολύ καιρό. Δικός μου σκοπός δεν είναι να προτείνω μια συγκεντρωτική και ολοκληρωμένη θεωρία περί εμφυλίου πολέμου – ούτε μπορώ να συγγράψω την πραγματεία που λείπει. Εκείνο που μπορώ να κάνω ως ιστορικός είναι να αναδείξω σε τι οφείλεται η σημερινή ανεπάρκεια επί του θέματος, δηλαδή να εξηγήσω τους ακριβείς λόγους που συνεχίζουμε να βρισκόμαστε σε τόσο μεγάλη σύγχυση γύρω από το θέμα του εμφυλίου πολέμου και γιατί αρνούμαστε να το αντιμετωπίσουμε κατά πρόσωπο.
Η εποχή μας απαιτεί μια ψύχραιμη αντιμετώπιση του φαινομένου του εμφυλίου πολέμου. Τα 300 χρόνια που μεσολάβησαν από το 1648 μέχρι και το 1945 ήταν μια εποχή πολέμων μεταξύ κρατών· τα τελευταία 60 χρόνια φαίνεται πως ανήκουν σε μια εποχή πολέμων που διεξάγονται εντός κρατών. Κι αυτή είναι πράγματι η πιο εντυπωσιακή αλλαγή που έχει σημειωθεί στο μοτίβο των ανθρώπινων συγκρούσεων εδώ και αιώνες. Σύμφωνα με μια εκτίμηση που παρατίθεται συχνά, από το 1945 και ύστερα έχουν ξεσπάσει σε ολόκληρο τον κόσμο 259 συγκρούσεις που εξελίχθηκαν σε πόλεμο, οι οποίες στη συντριπτική τους πλειονότητα ήταν εσωτερικές συγκρούσεις. Από το 1989 και μετά, μόλις το 5% των πολέμων που διεξήχθησαν σε ολόκληρο τον κόσμο ήταν πόλεμοι μεταξύ κρατών. Αρκεί μονάχα να θυμηθούμε τους πολέμους στα Βαλκάνια τη δεκαετία του 1990, ή τους πολέμους στη Ρουάντα, το Μπουρούντι, τη Μοζαμβίκη, τη Σομαλία, τη Νικαράγουα και τη Σρι Λάνκα, προκειμένου να συνειδητοποιήσουμε πόσο σοβαρές και θανατηφόρες υπήρξαν οι πρόσφατες εσωτερικές συγκρούσεις — χωρίς, βέβαια, να ξεχνάμε και τα δεινά που εξακολουθούν να υφίστανται όσοι επέζησαν από αυτούς τους πολέμους. Ακόμα χειρότερο είναι το γεγονός ότι οι εμφύλιοι πόλεμοι δεν μένουν «εμφύλιοι» για πολύ. Το 2016, οι 18 από τις 47 εσωτερικές συγκρούσεις που καταγράφηκαν παγκοσμίως ανήκαν στην κατηγορία των λεγόμενων διεθνοποιημένων εμφυλίων πολέμων, στους οποίους εμπλέκονται στρατιωτικές δυνάμεις από γειτονικές χώρες ή πραγματοποιούνται στρατιωτικές επεμβάσεις ξένων δυνάμεων. Ο εμφύλιος πόλεμος δεν σέβεται τα σύνορα. Αντίθετα, συχνά φέρνει τα μέσα έξω σε χώρες στις οποίες η σύγκρουση αναγκάζει τους ανθρώπους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους προς αναζήτηση ασφάλειας. Οι εκτοπιζόμενοι εξαιτίας των εμφυλίων πολέμων είναι τα πιο ορατά θύματα του φαινομένου της πληθυσμιακής «υπερχείλισης» που προξενούν οι πόλεμοι αυτοί — χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα σχεδόν 5.000.000 προσφύγων που εγκατέλειψαν τη Συρία από την έναρξη της σύγκρουσης, το 2012, και ύστερα. Η δυστυχία τους έχει πυροδοτήσει μια προσφυγική κρίση που πρόκειται να αλλάξει τη μορφή της Μέσης Ανατολής, της Βόρειας Αφρικής και της Ευρώπης για πολλές γενιές. Οι προκλήσεις που συνεπάγεται αυτό για την ασφάλεια και τη σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής δείχνουν ξεκάθαρα ότι ο κόσμος μας δεν είναι ένας κόσμος ειρηνικός. Είναι ένας κόσμος που βρίσκεται σε εμφύλιο πόλεμο.
