Στην αρχή προχωρούσε διστακτικά, όπως το χάραμα που το φως χαϊδεύει τα πάντα αργά. Αργότερα δυνάμωνε, βάθαινε, εγκαθιδρύθηκε. Μεγαλώναμε μαζί. Είμαστε σχεδόν συνομήλικοι. Δειλά δειλά και φοβισμένοι οι πρώτοι του βηματισμοί, στρωτοί και αποφασιστικοί όσο περνούσαν τα χρόνια. Φέτος, στα 60 του χρόνια, ζει την ωραιότερη ηλικία. Της συγκομιδής, της ωριμότητας.
Αγαπηθήκαμε. Γευτήκαμε χαρές. Πρωτόγνωρες εμπειρίες. Κάθε χρόνο συναντιόμαστε. Κι έχω αγωνία γι’ αυτό το αντάμωμα γιατί όταν αγαπήσεις κάτι αληθινά αφήνεις πάντα χώρο μέσα σου. Ενα άνοιγμα. Για να γίνει επέκταση του εαυτού σου. Μια αλλαγή. Μια εξερεύνηση.
Στο φετινό ταξίδι του φεστιβάλ, περνώντας από τη μεγάλη πύλη που φύλαγε το μέλλον της πόλης, πέρασε από μπροστά μου όλη η εποχή του λιμανιού, να αναδύεται, να ξυπνάει, να παίρνει ζωή, πριν από 60 χρόνια.
Μπήκα στην προβλήτα 1 για να γνωρίσω τον Νίκο Κούνδουρο, από τις ελαιογραφίες του, τα σκίτσα, τις μάσκες, τα κοστούμια κ.ά. Μια άγνωστη πλευρά του που δείχνει την έμπνευση και το πάθος του για δημιουργία.
Μέσα από το σεργιάνι στον εικαστικό Κούνδουρο, θυμήθηκα τους στίχους του Οδυσσέα Ελύτη:
«Βγήκες από τα σωθικά της βροντής. Ανατριχιάζοντας μες στα μετανιωμένα σύννεφα. Πέτρα πικρή, δοκιμασμένη, αγέρωχη. Ζήτησες πρωτομάστορα τον ήλιο. Για ν’ αντικρίσετε μαζί την ριψοκίνδυνη αίγλη. Ν’ ανοιχτείτε με μια σταυροφόρα ηχώ στο πέλαγος».
Περιδιαβαίνοντας στους χώρους έβλεπα τον φθινοπωρινό ήλιο ν’ αγκαλιάζει τις αποθήκες με τα ονόματα, Φρίντα Λιάππα, Τώνια Μαρκετάκη, Τζον Κασσαβέτης, Σταύρος Τορνές, μπροστά στους ανοιχτούς ορίζοντες της θάλασσας, κι έτσι όπως η μνήμη πάντα συλλέγει εικόνες θυμήθηκα τότε που όλοι οι λογοτέχνες της πόλης και πλήθος κόσμου υποδέχονταν στο λιμάνι τον διάσημο Γάλλο ποιητή Πολ Ελιάρ, όταν έφτασε με καράβι από την πατρίδα του για να γνωρίσει τη Θεσσαλονίκη.
Στις βόλτες μας στην παραλία χαζεύαμε τα φορτωμένα καράβια που έφταναν για να ξεφορτώσουν από τ’ αμπάρια τους είδη διατροφής, μπαχαρικά, ξυλεία ώστε να τα φυλάξουν σ’ αυτές τις αποθήκες όπου σήμερα απολαμβάνουμε την έβδομη τέχνη. Εδώ που παρακολουθούμε έναν παγκόσμιο πληθυσμό μέσα από ποικιλία αισθημάτων, τοπίων, μεταναστών, ιστορίες ανθρώπων, θαυμάζοντας τους σκηνοθέτες που τρυπώνοντας κάθε φορά στα άδυτα καταφέρνουν ν’ αναδείξουν μέσα απ’ την τέχνη την υπόθεση του έργου.
«Το σπίτι του λιμενεργάτη», όπου μετέφεραν οι αχθοφόροι σακιά με προϊόντα ή οι γερανοί ασήκωτα εμπορεύματα, έγινε «σπίτι πολιτισμού» με κοσμοπολίτικο χαρακτήρα όπου οι ταξιδιώτες της τέχνης μεταφέρουν τα όνειρά τους, τους κόπους τους, τις αγωνίες τους, το δικό τους φορτίο.
Και την ώρα του δειλινού που έβγαινες απ’ τη μια προβολή της ταινίας για να προλάβεις μια άλλη, δεν αντίκριζες τον μελαγχολικό φθινοπωριάτικο ουρανό, αλλά μια ξαστεριά, χαζεύοντας ένα καραβάκι φωταγωγημένο να κάνει τη βόλτα του με τους επισκέπτες. Στο μυαλό μου ήρθαν τα πυροφάνια που γέμιζε ο Θερμαϊκός –πριν από 60 χρόνια– όταν οι ψαράδες έβγαιναν για ψάρεμα τη νύχτα, ακούγοντας τα τραγούδια και τα γέλια τους.

Εικόνες νοσταλγίας είναι ο περίπατος στο λιμάνι. Κι όσο κι αν οι αποθήκες ανακατασκευάστηκαν διατηρώντας την αρχιτεκτονική τους, παραμένει η ιστορική τους αξία. Η διάσωση των κτιρίων δεν μπορεί να διαγράψει το παρελθόν τους. Το λιμάνι είναι η ιστορία μας. Το 1941, διηγούνται οι παλιοί, πριν μπουν οι Γερμανοί στην πόλη, όλοι τρομαγμένοι έτρεξαν προς το λιμάνι μέσα στα μεσάνυχτα για να προφτάσουν ν’ αρπάξουν τρόφιμα. Στις αποθήκες επικρατούσε πανικός.
Στη Θεσσαλονίκη πάντα υπήρχε ζεστασιά στις ανθρώπινες σχέσεις. Οι αναμνήσεις μένουν πάντα ζωντανές. Ισως είναι περασμένα αλλά όχι ξεχασμένα. Ψάχνοντας τον κατάλογο με τις ταινίες προσπάθησα να βρω έστω ένα ντοκιμαντέρ που να περιγράφει το λιμάνι. Δεν το κατάπιε η Ιστορία ούτε παραδίδεται εύκολα.
Μια συμπαράσταση μνήμης χρειάζεται, ένας δημιουργός με ιστορική συνείδηση για να κινηματογραφήσει το σήμερα, συνδέοντάς το με το παρελθόν. Με την ψυχή, τον μόχθο και τη νοσταλγία της παλιάς εποχής. Κάθε φορά που ενώνονται ο σύγχρονος τεχνολογικός πολιτισμός με την ιστορική μνήμη, γίνονται θαύματα. Θα ήταν ένα δώρο στην ιστορία μιας ανοιχτόκαρδης πόλης, που κρατάει στην αγκαλιά της 60 χρόνια έναν θεσμό, που συναντά την παγκόσμια τέχνη, που βραβεύει τις ανθρώπινες αξίες.
Θυμάμαι έναν αγαπημένο μου δάσκαλο, τον Κώστα Φωτεινό, που έλεγε: «Οταν η μεγάλη παιδεία εγκαταλείφθηκε, χρειάστηκε η αρετή. Οταν χάθηκε η αρετή, χρειάστηκε η ανθρωπιά. Οταν χάθηκε η ανθρωπιά, χρειάστηκε η δικαιοσύνη. Οταν χάθηκε η δικαιοσύνη, χρειάστηκε η ευγένεια…».
Πόσα άραγε από αυτά μπορούμε σήμερα να βραβεύσουμε;
