Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με το «Τσίπουρο Νταραίος» ισχύει ατόφιο το παλιό δημοσιογραφικό ρητό: ζούμε το ρεπορτάζ πριν το γράψουμε. Αυτό δεν σημαίνει ότι… έπινα τσίπουρα γράφοντας, αλλά μπορεί να ήπια μια μέρα πιο πριν ώστε να έχω πρόσφατες τις γεύσεις. Τις ποικιλίες βρε αδελφέ. Οπότε κάνουμε κουβέντα πλέον από πρώτο χέρι.
«Διονύσια Κελάρια – Τσίπουρο Νταραίος» λοιπόν όπως είναι η πλήρης ονομασία μιας οικογενειακής επιχείρησης, με έδρα την Κυπαρισσία. Δραστηριοποιείται στον χώρο του οίνου από το 2004, ενώ από το 2008 επεκτάθηκε και στο απόσταγμα στο οποίο ρίχνει πλέον το μεγαλύτερο βάρος της.
Κάνουν τόσο καλή δουλειά που κέρδισαν βραβεία από την πρώτη κιόλας παρουσία τους σε διεθνές επίπεδο. Πέρυσι στο Λονδίνο (IWSC) με το παλαιωμένο τσίπουρο και φέτος στη Διεθνή Εκθεση Οίνων και Αποσταγμάτων Θεσσαλονίκης (IWSC), στο κλασικό απόσταγμα, με το Mr Grape (Τριπλή Απόσταξη).
Οικογενειακή επιχείρηση, όπως σας είπα, Γιώργος ο πατέρας, Ειρήνη και Διονύσης τα δύο παιδιά. «Το τσίπουρο ανέκαθεν ήταν το ποτό της παρέας, το ποτό του διαλείμματος, της χαλάρωσης όταν τελείωνε μια εργασία ή το ποτό της γιορτής», λένε στην «Εφ.Συν.».
Είναι και το ποτό της οικονομικής κρίσης; ρωτάω. «Είναι ακόμα ποτό της οικονομικής κρίσης, ναι. Αλλά θα μπορούσε να έχει μεγαλύτερη κατανάλωση αν δεν υπήρχε τόσο υψηλή φορολογία».
Από την Ευρωπαϊκή Ενωση πάντως συνεχίζονται οι πιέσεις για αύξηση της φορολογίας. «Αν αυξηθεί ο ΕΦΚ (Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης) θα μειωθεί πολύ η κατανάλωση. Θα ζημιωθούν οι επιχειρήσεις που παράγουν το τσίπουρο στην Ελλάδα, αλλά κι εκείνες που το πουλάνε στην ευρεία κατανάλωση. Είναι ήδη δυσβάσταχτη η φορολογία, γενικά, αλλά σκεφτείτε τι θα γίνει όταν ο ΕΦΚ όχι απλώς αυξηθεί αλλά διπλασιαστεί».
Τα «Διονύσια Κελάρια – Τσίπουρο Νταραίος» βασίζονται κυρίως στην πρώτη ύλη, επιλέγοντας αμπελώνες και ποικιλίες, φροντίζοντας στις εγκαταστάσεις τους να φτάνει μόνο καλής ποιότητας σταφύλι. Η οινοποίηση γίνεται σε δεξαμενές με μανδύα (ψύξης) ώστε να διατηρούνται χαμηλά οι θερμοκρασίες κατά τη ζύμωση (>18 οC) κι αυτό είναι ένα από σημαντικότερα μέρη της οινοποίησης. Με την ολοκλήρωση της ζύμωσης ξεκινούν κι οι αποστάξεις.
«Το κύριο μέλημά μας είναι το αποτέλεσμα να διατηρεί τη φρεσκάδα και τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά των ποικιλιών (συνεπάγονται διατήρηση αρωμάτων των ποικιλιών και ήπιες αλκοολικές νύξεις) που αναδεικνύονται από την πρώτη κιόλας δοκιμή. Για να το επιτύχουμε, διατηρούμε το απόσταγμα σε ανοξείδωτες δεξαμενές, ώστε να ηρεμήσει. Δοκιμάζουμε κι όταν πιστεύουμε ότι είναι έτοιμο (περίπου σε 1 μήνα) το εμφιαλώνουμε».
Υπάρχουν οδηγίες για το τσίπουρο, πόσο πρέπει να πίνουμε, κάθε πότε, αν κάνει καλό ή κακό στον οργανισμό κ.ο.κ.
«“Μέτρον άριστον” για κάθε μορφής αλκοόλ», απαντούν. «Σίγουρα το τσίπουρο, επειδή η περιεκτικότητά του σε αλκοόλ είναι υψηλή, θέλει προσοχή και μέτρο. Το αλκοόλ σε χαλαρώνει, σου ανεβάζει τη διάθεση και πρέπει να συνοδεύεται πάντα από καλό μεζέ ή φαγητό.
»Στην περίπτωση που το πίνουμε σαν ποτό, cocktail, θα είναι προτιμότερο να είναι με γεμάτο στομάχι. Εχει αποκτήσει μεγάλο κοινό και κερδίζει όλο και περισσότερο στις ηλικίες 20 έως 45, σε παραδοσιακά καφενεία και στη νύχτα όταν σερβίρεται σαν ποτό ή σε κοκτέιλ».
Παράγουν το «κλασικό απόσταγμα» που είναι βραβευμένο με την υψηλότερη βαθμολογία που έχει δοθεί ποτέ σε ελληνικό απόσταγμα (92%, IWSC 2019, Λονδίνο, SILVER MEDAL AWARD), το «παλαιωμένο τσίπουρο» που είναι αποτέλεσμα διετούς παλαίωσης σε δρύινα βαρέλια, το καταπληκτικό «Mr Grape» που είναι τριπλής απόσταξης και ταιριάζει περισσότερο σε cocktail bar (Διεθνής Διαγωνισμός Οίνου και Αποσταγμάτων, Θεσσαλονίκη 2019: Ασημένιο μετάλλιο, IWSC 2019: Bronze MEDAL AWARD) και, τέλος, τις «λευκές ποικιλίες» που προτείνεται να πίνεται σε χαμηλές θερμοκρασίες (~10 oC) και είναι ιδανικό για gourmet μεζέδες κυρίως θαλασσινής προέλευσης.
«Να φοβόμαστε το χύμα τσίπουρο που κυκλοφορεί ευρέως στην αγορά;» ρωτάω τον Διονύση. «Το χύμα τσίπουρο σε κάθε περίπτωση καλό είναι να αποφεύγεται. Και ίσως να απαγορευτεί γιατί τις περισσότερες φορές δεν πληροί όλες τις προδιαγραφές, δεν έχει περάσει από έλεγχο και χημικές αναλύσεις. Αντιθέτως στο εμφιαλωμένο προϊόν με τη σωστή σήμανση και ετικέτα ο καταναλωτής γνωρίζει τι πίνει».
Οι διαφορές στα τσίπουρα ανά την Ελλάδα είναι ότι προέρχονται από διαφορετικές περιοχές (γεωγραφικές ενδείξεις) και διαφορετικές ποικιλίες σταφυλιών.
«Η διαδικασία παραγωγής λίγο-πολύ είναι ίδια, αλλά η κάθε επιχείρηση (αποσταγματοποιεία – ποτοποιεία) δίνει στα προϊόντα της τον δικό της χαρακτήρα» μας λένε τα παιδιά. «Τσικουδιά (ρακή) και τσίπουρο είναι ακριβώς το ίδιο (απόσταγμα στεμφύλων σταφυλής) μονής ή διπλής απόσταξης, από σταφύλια αποκλειστικών οινοποιήσιμων ποικιλιών από τον ελληνικό αμπελώνα. Στην Κρήτη η ονομασία είναι υποχρεωτικά “τσικουδιά”. Στα νησιά του Αιγαίου μπορεί να ονομαστεί τσίπουρο ή τσικουδιά. Στην υπόλοιπη Ελλάδα ισχύει η ονομασία “τσίπουρο”».
