Το τελευταίο διάστημα γίνεται αρκετός λόγος για τον αριθμό των δημοσιογράφων που μεταπηδούν στην πολιτική κονίστρα. Στις εκλογές της 7ης Ιουλίου υπήρχαν, για παράδειγμα, 28 άνθρωποι του Τύπου που ήταν υποψήφιοι με τη Νέα Δημοκρατία και άλλοι 21 με τον ΣΥΡΙΖΑ. Αν συνυπολογίσουμε και εκείνους που συνεργάστηκαν με μικρότερα κόμματα, ξεπερνάμε τα εξήντα άτομα.
Αρκετοί πιστεύουν πως είναι μια πρόσφατη νεοελληνική πρακτική που περιορίζεται εντός των τειχών. Στην πραγματικότητα είναι, ωστόσο, ένα ευρύτερο νοτιοευρωπαϊκό φαινόμενο που έχει αρκετά βαθιές ιστορικές ρίζες. Το «Μεσογειακό ή Πολωμένο Πλουραλιστικό Μοντέλο», του Daniel Hallin και του Paolo Mancini, που αφορά κυρίως την Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία, είναι αποκαλυπτικό.
Οι ελληνικές, οι ισπανικές κι οι πορτογαλικές εθνικές εφημερίδες απευθύνονταν, σύμφωνα με το παραπάνω μοντέλο, «σε μια πιο μορφωμένη ελίτ»∙ η κυκλοφορία ήταν χαμηλή σε σχέση με τις βορειότερες χώρες∙ ο «πολιτικός παραλληλισμός» ήταν πολύ υψηλός∙ τα έντυπα που εστίαζαν στην πολιτική διατηρούσαν στενές σχέσεις με τα κόμματα∙ ο «εξωτερικός πλουραλισμός» ήταν προφανής∙ η δημοσιογραφία ήταν ερμηνευτική∙ ο δημοσιογραφικός επαγγελματισμός ήταν περιορισμένος σε σχέση με την κεντρική και τη βόρεια Ευρώπη.
To ελληνικό μεταπολεμικό μιντιακό σύστημα έφερε όλα τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά.
Η χαμηλή κατά κεφαλήν αναγνωσιμότητα των εγχώριων εφημερίδων αποτελούσε ένα από τα κυριότερα γνωρίσματα του εγχώριου Τύπου. Η θεματολογία των φύλλων, που αντανακλούσε κυρίως τον κόσμο της πολιτικής και της λογοτεχνίας, περιόριζε το αναγνωστικό κοινό διότι αφορούσε τις ανώτερες, πιο μορφωμένες κοινωνικές τάξεις. Οι κεντροευρωπαϊκές και οι βορειοατλαντικές εκδόσεις ακολουθούσαν, αντιθέτως, μια διαφορετική στρατηγική που άγγιζε ευρύτερες κοινωνικές ομάδες επειδή φιλοξενούσε πληροφορίες για τις βασικές οικονομικές εξελίξεις, για το εμπόριο, για τη ναυσιπλοΐα κτλ.
Ο πολωμένος πλουραλισμός ήταν εμφανής. Ο ελληνικός Τύπος ακολουθούσε τις σύγχρονες πολιτικές διαιρέσεις. Η «Αυγή», παραδείγματος χάριν, υποστήριζε την ΕΔΑ. Οι εξόριστες ανατολικοευρωπαϊκές εκδόσεις το παράνομο ΚΚΕ. Η «Καθημερινή» την ΕΡΕ. Η «Ελευθερία» την Ενωση Κέντρου κ.ο.κ. Οι υπερπολιτικοποιημένες εφημερίδες διεξήγαγαν -παρασκηνιακές- διαπραγματεύσεις, προωθούσαν την κομματική ατζέντα, συνδιαμόρφωναν ιδεολογικές γραμμές, συμμετείχαν στον πολύ παθιασμένο πολιτικό ανταγωνισμό. Ο εσωτερικός πλουραλισμός ήταν, ωστόσο, φανερά περιορισμένος. Οι δημοσιογράφοι όφειλαν να υιοθετήσουν τη «δέουσα» πολιτική γραμμή προκειμένου να διατηρήσουν τις προσωπικές επαγγελματικές θέσεις.
Ο εθνικός Τύπος είχε, συνεπώς, πολύ υψηλό «πολιτικό παραλληλισμό». Τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας της χώρας ήταν -εξαιρετικά- πολιτικοποιημένα. Οι εφημερίδες αντιπροσώπευαν σαφείς πολιτικές τάσεις, προπαγάνδιζαν συγκεκριμένους πολιτικούς σκοπούς, διαδραμάτιζαν έναν ακτιβιστικό αδιαμφισβήτητα ρόλο. Οι δημοσιογράφοι, που διατηρούσαν στενούς «δεσμούς» με τις πολιτικές παρατάξεις, εξέφραζαν ανοιχτά τις προσωπικές ιδεολογικές πεποιθήσεις τους. Ορισμένα εθνικά έντυπα αποτελούσαν -ανεπίσημα- κομματικά όργανα που συμμετείχαν σε έντονες, δημόσιες συζητήσεις.
Ο ελληνικός Τύπος είχε επιπλέον παράδοση στην «ερμηνευτική δημοσιογραφία». Οι εθνικές εφημερίδες αδιαφορούσαν για το αγγλοσαξονικό μοντέλο που καταγράφει ουδέτερα τις εξελίξεις. Οι εγχώριοι συντάκτες ανέλυαν την επικαιρότητα σύμφωνα με τις προσωπικές ιδεολογικές πεποιθήσεις τους. «Οταν ξεκίνησα να δημοσιογραφώ, πίστευα πως οι πληροφορίες κι οι ειδήσεις ήταν πάνω από όλα», σημείωνε αρχικά ένας Ιταλός εφημεριδάνθρωπος. «Αλλά αργά, πολύ αργά, κατάλαβα πως ήμουν εξαπατημένος. Τα γεγονότα δεν μιλούν ποτέ από μόνα τους για έναν πολιτικό σχολιαστή. Είτε λένε πάρα πολλά είτε πολύ λίγα».
Ο δημοσιογραφικός επαγγελματισμός ήταν, τέλος, περιορισμένος. «Το σώμα των δημοσιογράφων ήταν ένα αδιαμόρφωτο συσσωμάτωμα συγγραφέων και συντακτών. Η ελληνική δημοσιογραφία ήταν ένα μέσο διέλευσης – όχι σημείο άφιξης». Επρόκειτο για ένα κακοπληρωμένο, δευτερεύον επάγγελμα, που αποτελούσε εφαλτήριο για μια πολιτική ή λογοτεχνική σταδιοδρομία. Ο «ελιτίστικος προσανατολισμός» του εθνικού μοντέλου έβλαψε, επομένως, τον εγχώριο δημοσιογραφικό επαγγελματισμό, καθώς υπήρχαν αρκετοί διανοούμενοι που εργάζονταν στον ημερήσιο Τύπο συμπληρωματικά.
Ο εναγκαλισμός της δημοσιογραφίας με την πολιτική είναι, επομένως, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και διαχρονικά στοιχεία του ελληνικού Τύπου. Πολλοί δημοσιογράφοι αποφασίζουν έτσι να αλλάξουν ρόλο προκειμένου να συμμετάσχουν στον πολιτικό στίβο και να προσφέρουν από κάποια άλλη θέση. Αυτό δεν είναι κακό. Θα πρέπει να είναι, ωστόσο, έντιμοι ως προς τη διανυθείσα προσωπική επαγγελματική διαδρομή και πολύ προσεκτικοί στις επιλογές που κάνουν, όταν δεν καταφέρνουν να εκλεγούν.
Σε κάθε περίπτωση, έχουν γνώσεις και δεξιότητες που είναι συνήθως ιδιαίτερα χρήσιμες.
* Δρ Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ του ΑΠΘ
