ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παύλος Μεθενίτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενα μικρό αλίευμα από τον ωκεανό των ωραίων, γλαφυρών ιστοριών που αφηγούνται οι λέξεις, είναι και η ακόλουθη ιστορία, που καλά θα κάνουν να τη λάβουν υπόψη τους οι διάττοντες αστέρες της πολιτικής, που η αιφνίδια φήμη τούς βάρεσε κατακέφαλα κάνοντάς τους να χάσουν το μέτρο – να «καβαλήσουν το καλάμι», που λέει κι ο λαός.

Λοιπόν, ο βασιλιάς της Σπάρτης Αγησίλαος, λέει ο ετυμολογικός μύθος, αγαπούσε πολύ τα παιδιά του και τους έδειχνε τη στοργή του, εν αντιθέσει με το αυστηρό σπαρτιατικό φλέγμα που απαγόρευε τις πολλές διαχύσεις.

Κάποια στιγμή, παίζοντας μαζί τους, είχε καβαλήσει ένα καλάμι προσποιούμενος πως αυτό είναι άλογο κι ο ίδιος ιππέας. Τότε, έτυχε να περνάει από εκεί ένας συμπολίτης του, που παραξενεύτηκε βλέποντας τον βασιλιά της Σπάρτης να παίζει σαν παιδί.

Ο Αγησίλαος παρακάλεσε τον συμπολίτη του να μη διαδώσει το γεγονός, εξηγώντας του πως όταν κι εκείνος αποκτήσει παιδιά θα καταλάβει τι σημαίνει να τα αγαπάς και να χαίρεσαι μαζί τους την παιδική τους ηλικία παίζοντας κι εσύ. Δυστυχώς, όμως, εκείνος δεν μάσησε, που λένε, και είπε σε όλους τους Σπαρτιάτες πως ο Αγησίλαος καβάλησε το καλάμι.

Με τον καιρό, η φράση «καβαλάω το καλάμι», δηλαδή «κάνω κάτι παράξενο, ίσως και γελοίο, που σίγουρα δεν συνάδει με τη θέση και το κύρος μου», έφτασε να σημαίνει «αρχίζω να συμπεριφέρομαι αλαζονικά, ίσως μετά από κάποια επιτυχία».

Για την ιστορία, η λέξη καλάμι παράγεται από το αρχαίο «κάλαμος», το γνωστό πολυετές φυτό που ευδοκιμεί σε υδρότοπους. Συγγενικές λέξεις, το λατινικό «culmus», το ρωσικό «soloma», το αρχαίο γερμανικό «halam», το αγγλικό «helm» κ.λπ.. «Καλάμι» λέμε επίσης το αλιευτικό όργανο, το στέλεχος του σταχυού, το κόκαλο της κνήμης, το αντικνήμιο και βέβαια το όργανο γραφής, την πένα από καλάμι.

Να σημειώσουμε παρεμπιπτόντως πως η Ελλάδα είναι γεμάτη από καλαμοκαβαλάρισσες και καλαμοκαβαλάρηδες, που πιστεύουν ακράδαντα πως είναι πολύ καλύτεροι, εξυπνότεροι, σημαντικότεροι, ομορφότεροι, υψηλότεροι, κομψότεροι, πλουσιότεροι και δημοφιλέστεροι απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα.

Αν αναλογιστούμε τι είδαμε τις τελευταίες ημέρες σε πλατείες, οθόνες και στις σελίδες μας, όλα αυτά τα απαστράπτοντα κοστουμάκια και τα εκτυφλωτικά ταγιεράκια, φαίνεται πως η ίππευση του καλάμου, όχι με τον τρόπο του Αγησιλάου, αποτελεί μία από τις εθνικές μας αρετές.

Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του

Το κάτεργο ήταν παλιά ένα ιστιοφόρο, πειρατικό ή πολεμικό, το οποίο όταν παροπλιζόταν χρησιμοποιούνταν και για φυλακή ή πλωτό στρατώνα.

Η λέξη στον πληθυντικό, «τα κάτεργα», σημαίνει τη βαριά ποινή κάθειρξης με καταναγκαστικά έργα. Είναι ευνόητο πως σε ένα κάτεργο η ζωή δεν ήταν ποτέ εύκολη, οπωσδήποτε για τους κωπηλάτες, τους εγκλείστους ή τους στρατιώτες που υπηρετούσαν σ’ αυτό, δηλαδή τους κατεργάρηδες.

Λόγω του ιδιαιτέρου ηθικού βάρους των κατεργάρηδων, ο όρος απέκτησε τη σημασία του πονηρού, αυτού που χρησιμοποιεί τεχνάσματα για να πετύχει τους σκοπούς του. Και βέβαια, από τη λέξη «κατεργάρης» παράγεται και η «κατεργαριά»: η δολιότητα, η απάτη, ο δόλος.

Καμιά φορά, βέβαια, χρησιμοποιούμε τη λέξη και με ανεκτικότητα, συμπάθεια ή και θαυμασμό: «τι σκάρωσε, ο κατεργάρης!» λέμε, επαινώντας αυτόν που στάθηκε πιο πονηρός, πιο επινοητικός, πιο ατσίδας από εμάς, που η τιμιότητα φαίνεται να είναι κάτι σαν ευφημισμός για τη βλακεία μας.

Επίσης, τα υποκοριστικά της λέξης, ο «κατεργαράκος» και η «κατεργαρούλα», έχουν οπωσδήποτε μια ειρωνική ή θωπευτική χροιά. Ενα άτακτο και έξυπνο παιδί είναι, ας πούμε ένας «κατεργαράκος», ένας άξιος για μικροπονηριές.

Ομως, όταν θέλουμε να επανέλθει η τάξη κάπου, μετά από μια προσωρινή διακοπή, αναφωνούμε «κάθε κατεργάρης στον πάγκο του!».

Η έκφραση παλιότερα, τον καιρό των αληθινών κατέργων, ήταν η διαταγή για να λάβει ο κάθε κατεργάρης–κωπηλάτης τη θέση του στο σκάφος, που επρόκειτο να αποπλεύσει. Και όταν αναγκαζόμαστε να μετέλθουμε δολίων ή έστω πλαγίων μέσων, και κάποιος άλλος σαν κι εμάς πάει να μας πουλήσει αθωότητα, να «μας κάνει την παρθένα», τον επαναφέρουμε στην τάξη λέγοντάς του: «μεταξύ κατεργαρέων ειλικρίνεια!»

Αυτό το τελευταίο θα έπρεπε να χαραχτεί κάτω από τον θυρεό της χώρας, μια και η κοινωνικοποίηση της απάτης φαίνεται να είναι μία από τις εθνικές μας αρετές.

Τόσο πολύ, που εάν κάποιο πρόσωπο της εξουσίας αποδειχτεί πως είναι τίμιο και ευθύ, και δεν μετέρχεται δολίων μεθόδων, εμείς, ο «κυρίαρχος λαός», δημόσια μεν τον επαινούμε, όμως από μέσα μας τον απαξιώνουμε, θεωρώντας τον άχρηστο, λαπά: πού πάει ένας αγαθός, με τον σταυρό στο χέρι, σε έναν κόσμο αρπακτικών κατεργάρηδων;

Και καθώς οι λαοί έχουν τους ηγέτες που τους αξίζουν, η κατεργαριά διατρέχει κάθετα το κοινωνικό σώμα, από πάνω μέχρι κάτω. Λίγο να σε ρίξω εγώ, λίγο να με ρίξεις εσύ, λίγο να μας ρίξουμε όλους, δεν πειράζει, λέμε, αρκεί το χρήμα να κυκλοφορεί, τζίρος να γίνεται. Τουλάχιστον, όμως, ας είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας, ως καλοί κατεργάρηδες.