ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Βασίλης Κ. Καλαμαράς
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Λες και δεν πέρασε μία μέρα από τότε που αποφάσισε ο Νίκος Πηγαδάς, απόφοιτος του Γαλλικού Ινστιτούτου της Αθήνας με δίπλωμα διδασκαλίας της γαλλικής γλώσσας, να αφοσιωθεί στο πειραϊκό ρεπορτάζ. Καθόλου με την πλευρά των εργοδοτών, πάντα δίπλα στους ναυτεργάτες, μ’ αυτούς τους «άφωνους» της λαμαρίνας. «Η λαμαρίνα!… η λαμαρίνα όλα τα σβήνει», για να θυμηθούμε έναν στίχο από το ποίημα «Kuro Siwo» του αρμενιστή Νίκου Καββαδία.

Τον συναντήσαμε στο αρχηγείο του, σ’ ένα φωτεινό διαμέρισμα στην Ανω Γλυφάδα. Ζεστός άνθρωπος, μετράει τις λέξεις του, αλλά όταν αποφασίζει να μιλήσει, ο όλος καλοσύνη λόγος του φωτίζεται από τα γλυκά γαλανά μάτια του. Σήμερα διανύει τα ογδόντα του χρόνια, αλλά λες και δεν πέρασε ούτε μία μέρα από τις αρχές της δεκαετίας του ’70.

Ο Νίκος Πηγαδάς, από το ξεκίνημά του, είχε αποφασίσει να δώσει φωνή στους σιωπηλούς εργαζόμενους της θάλασσας. Μ’ αυτούς πορεύτηκε μέχρι το τέλος της δημοσιογραφικής του πορείας. Πρώτη και τελευταία επιλογή του, την οποία υποστήριξε με θάρρος, εντιμότητα και αφοσίωση.

Εργάστηκε στις εφημερίδες «Ακρόπολις», «Καθημερινή», «Πρωινή Ελευθεροτυπία», «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» και «Εθνος». Πάντα στην πρώτη γραμμή, πάνω από τις ανοιχτές σελίδες των εφημερίδων που περίμεναν τα ρεπορτάζ του μέχρι την τελευταία στιγμή, για να πάρουν τον δρόμο τους για το τυπογραφείο.

«Ουδέποτε συνεργάστηκε με κρατικά μέσα μαζικής ενημέρωσης ούτε θήτευσε σε γραφεία Τύπου», αναφέρει στο σύντομο βιογραφικό του.

Πάντα ανεξάρτητος, η φωνή των αναξιοπαθούντων, των μεροκαματιάρηδων, των αφανών. Καμία διαπραγμάτευση με την εκάστοτε εξουσία, ποτέ συμφωνίες κάτω από το τραπέζι με τους ισχυρούς, η δημοσιογραφία στην καλύτερή της ώρα, στην υπηρεσία της ανάδειξης της καθαρής είδησης.

Εγγύτερα στον ρόλο του δημοσιογράφου-ερευνητή, ο οποίος αναζητά το θέμα στις πηγές του, κι όταν αποφάσισε να συγγράψει τα τέσσερα συνθετικά βιβλία του ανέτρεξε στα τεκμήρια.

Γι’ αυτή του τη συνεισφορά στη νεοελληνική ιστοριογραφία τιμήθηκε πρόσφατα με το βραβείο δοκιμίου του Ιδρύματος «Κώστα και Ελένης Ουράνη» –που συνοδεύεται από χρηματικό έπαθλο 10.000 ευρώ– από την Ακαδημία Αθηνών.

«Η επίσημος ιστορία δεν έχει γραφεί ακόμη, αλλά ο συγγραφεύς συλλέγει τα στοιχεία του από πρωτογενείς πηγές και διηγήσεις επιζόντων του Πολέμου. Χωρίς στόμφο δίδει την πρώτη εικόνα της συμμετοχής των ελληνικών πλοίων και των Ελλήνων ναυτικών που βρέθηκαν στις τάξεις του συμμαχικού πολεμικού ναυτικού», αιτιολογεί τη βράβευση του Νίκου Πηγαδά στην έκθεσή του ο γενικός γραμματέας της Ακαδημίας Αθηνών Βασίλειος Χ. Πετράκος. Περιγράφει την κατάθεση του βραβευμένου στο βιβλίο του «Εθελοντές στα κονβόι του θανάτου. Οι Ελληνες ναυτικοί στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο» (εκδόσεις Ποντίκι), δίδυμο αδελφάκι τού «Τορπίλες και συρματοπλέγματα… Ελληνες ναυτικοί αιχμάλωτοι πολέμου» (εκδόσεις Μπατσιούλας).

Τελευταία ιστοριογραφική έρευνά του το βιβλίο «Το ΟΧΙ της Ρωμιοσύνης. Το έπος 1940-41. Φως στην ιστορική αλήθεια» (εκδόσεις Μπατσιούλας), στο οποίο επικεντρώνεται στα αίτια της ήττας των Ιταλών και τις συνέπειες στον ελληνικό άμαχο πληθυσμό. Η ιδρυτική πράξη στα εκδοτικά δρώμενα του Νίκου Πηγαδά έγινε με το ιστοριογράφημα «Αίγινα… κάθε κελί σελίδα ιστορίας».

Φωτίζει τον ρόλο που έπαιξαν οι Φυλακές της Αίγινας –κολαστήριο ψυχών και σωμάτων– στην τιμωρία, στον βασανισμό και στη θανάτωση αυτών που εναντιώθηκαν στις επιταγές της κρατικής εξουσίας: από τον Νκηταρά και τον Αντύπα μέχρι τον Βελουχιώτη και τον Παναγούλη.

● Το Βραβείο Δοκιμίου του Ιδρύματος «Κώστα και Ελένης Ουράνη» που σας απονεμήθηκε πριν από λίγες μέρες, από την Ακαδημία Αθηνών, σας βρήκε απροετοίμαστο; Πώς το δεχτήκατε;

Ηταν μια ηθική επιβράβευση της ερευνητικής εργασίας μου αναφορικά με άγνωστες σελίδες της νεοελληνικής Ιστορίας μας των δύο τελευταίων αιώνων. Τη θεωρώ δικαίωση των αγώνων που έκανα για να καταφέρω να γράψω τέσσερα βιβλία ιστορικού περιεχομένου. Δεν σας κρύβω ότι βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση στο αναγνωστικό κοινό, γιατί είχαν κεντρικό άξονα την αλήθεια. Δεν έχει τυπωθεί ούτε μία παράγραφος που να μην έχει τεκμηριωθεί.

● Αλήθεια, πόσο επίπονη ήταν η εργασία της τεκμηρίωσης και της ανάδειξης του αρχειακού υλικού ώστε να οδηγηθείτε στη συγγραφή ενός ζωντανού ιστορικού αφηγήματος;

Ηταν επίπονη σε μεγάλο βαθμό, γιατί τα στοιχεία δεν ήταν εύκολο να τα εντοπίσω. Βέβαια, δεν ήμουν εντελώς αβοήθητος, καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις βρήκα ανταπόκριση από φορείς, όπως ήταν, επί παραδείγματι, οι εργαζόμενοι στις πρώην φυλακές και στον Δήμο Αίγινας, η Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, η Ιστορική Υπηρεσία του Ναυτικού, το Διπλωματικό και Ιστορικό Αρχείο του υπουργείου Εξωτερικών, ο Ερυθρός Σταυρός. Παράλληλα, πολύτιμοι αρωγοί μου στάθηκαν πολλές αθηναϊκές βιβλιοθήκες.

● Πώς αξιοποιήσατε τα αρχειακά ευρήματα; Πώς εργαστήκατε πάνω σ’ αυτά; Πώς οδηγηθήκατε στη σύνθεση του τελικού αποτελέσματος ώστε να γίνει διαβαστερό;

Η συγκέντρωση των ευρημάτων γινόταν –και πώς θα μπορούσε να συμβεί αλλιώς;– σταδιακά για όλο το φάσμα των στοιχείων που αναζητούσα. Αφού, λοιπόν, είχα συνάξει υλικό από πολλούς και διαφορετικούς φορείς, έκανα διαχωρισμό των θεμάτων, ούτως ώστε να το κατανείμω σε κεφάλαια. Μ’ αυτόν τον τρόπο, νομίζω ότι διευκόλυνα τον αναγνώστη που έχει επιλέξει να διαβάσει τα βιβλία μου.

● Οταν συγγράφατε τα βιβλία σας, λειτουργούσε κυριαρχικά η ιδιότητα του ρεπόρτερ-ερευνητή, τόσο ως προς τη γραφή όσο και ως προς το χτίσιμο του θέματος;

Πρέπει να καταλάβετε ότι επί σαράντα δύο χρόνια στο δημοσιογραφικό επάγγελμα δεν ξεχώρισα το ρεπορτάζ από την έρευνα, διότι το ρεπορτάζ είναι έρευνα. Παράλληλα, μελετούσα ιστορικά βιβλία άλλων συγγραφέων, προσπαθώντας να μάθω πράγματα που θα με βοηθούσαν στην όλη προσπάθειά μου. Δηλαδή, να δημιουργηθεί ένας συγκερασμός δύο πυλώνων: ο πρώτος ήταν η έρευνα-ρεπορτάζ και ο δεύτερος η ανάγνωση πονημάτων με αντικείμενο το υπό πραγμάτευση ιστορικό θέμα μου.

● Θεωρείτε ότι τα βιβλία σας που αναφέρονται στη ζωή, τη φυλάκιση, στον εκτοπισμό και τον θάνατο των Ελλήνων ναυτεργατών, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, προτείνουν μια νέα και πρωτότυπη ανάγνωση σε μία ελάχιστα φωτισμένη σελίδα της συγκεκριμένης εποχής;

Οι Ελληνες ναυτεργάτες αγωνίστηκαν και πολέμησαν χωρίς να είναι στρατιώτες και χωρίς να έχουν όπλα ενάντια στα υποβρύχια και τις κανονιοφόρους του Χίτλερ. Μην ξεχνάτε ότι ο Πειραιάς, ως επίκεντρο της ναυτοσύνης, συγκέντρωνε ναυτικούς απ’ όλη τη νότια Ελλάδα και ιδιαιτέρως από τα νησιά των Κυκλάδων και του Αργοσαρωνικού. Αυτοί οι ίδιοι ήταν που πολέμησαν και τους Τούρκους, όπως π.χ. οι Υδραίοι.

Τι ακριβώς είχε συμβεί; Οταν εισέβαλαν οι Γερμανοί στη χώρα μας, οι εφοπλιστές μετέφεραν τα επανδρωμένα πλοία τους στο λιμάνι του Κάρντιφ στην Ουαλία. Από εκεί αναχωρούσαν με προορισμό τις ΗΠΑ και τον Καναδά, όπου φόρτωναν πολεμικό υλικό και τρόφιμα για τις ανάγκες των Συμμαχικών Δυνάμεων στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Τα ταξίδια αυτά ήταν πολύ επικίνδυνα και ουκ ολίγες φορές θανατηφόρα, καθώς τα γερμανικά πολεμικά πλοία που αλώνιζαν τον Ατλαντικό καταβύθιζαν τα ποντοπόρα πλοία. Στις περισσότερες περιπτώσεις βυθίζονταν αύτανδρα, όταν όμως κατάφερναν οι ναυτεργάτες να επιβιβαστούν σε σωσίβιες λέμβους, οι Γερμανοί τούς εκτελούσαν επιτόπου ή τους συνελάμβαναν και τους οδηγούσαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

● Το δικό σας «ΟΧΙ της Ρωμιοσύνης» είναι –όπως επισήμανε ο γενικός γραμματέας της Ακαδημίας Βασίλειος Χ. Πετράκος– «η εξιστόρηση του πολέμου του ’40 από την πλευρά των αμάχων»; Επιπροσθέτως, αναδεικνύονται θέματα που μέχρι σήμερα δεν είχαν ερευνηθεί;

Αναλυτικά καταγράφει τα γεγονότα του ελληνοϊταλικού πολέμου 1940-41. Περιγράφονται οι μεγαλύτερες μάχες που έδωσε ο Ελληνας στρατιώτης απέναντι στους Ιταλούς και στον Μουσολίνι. Οι δικοί μας πολεμιστές είχαν παρά πολλούς νεκρούς, καθώς και πάμπολλους τραυματίες. Οι Ιταλοί πολέμησαν, δεν ήταν κιοτήδες, όπως πολλοί τούς θέλουν. Οχι γιατί ήταν κατ’ ανάγκην φασίστες οι φαντάροι, αλλά γιατί προσπαθούσαν να σώσουν τη ζωή τους απέναντι στους δικούς μας, ορμητικούς πολεμιστές.

● Γιατί επιλέξατε να αφηγηθείτε τη μακάβρια ιστορία των φυλακών της Αίγινας; Θέλατε να προλάβετε να αξιοποιήσετε την πρωτογενή σχέση σας με το πάλαι ποτέ κολαστήριο, προτού μετατραπεί σε μουσείο;

Για τον απλούστατο λόγο ότι εκεί μαρτύρησαν προσωπικότητες της νεοελληνικής Ιστορίας, μεταξύ των οποίων ο Νικηταράς, ο ήρωας του ’21, ο οποίος κλείστηκε σ’ ένα υπόγειο κελί από τον Οθωνα και βγήκε τυφλός από εκεί μέσα. Και μια σειρά άλλοι: ο Μαρίνος Αντύπας, ο κοινωνικός αγωνιστής της εξέγερσης του Κιλελέρ, ο Αρης Βελουχιώτης, ο Νίκος Μπελογιάννης, ο Στάθης Γιώτης. Το Αρχείο των Φυλακών Αίγινας φυλάσσεται πλέον στα υπόγεια των Φυλακών Κορυδαλλού.

● Πάνω από τέσσερις δεκαετίες υπηρετήσατε το πειραϊκό ρεπορτάζ. Μέσα από τον καθημερινό αγώνα της μαχόμενης δημοσιογραφίας ξεπήδησαν τα τέσσερα βιβλία σας. Ετσι δεν είναι;

Το πειραϊκό ρεπορτάζ με είχε καλύψει επαγγελματικά, διότι είχε παρά πολλές πτυχές. Βέβαια, το ενδιαφέρον μου επικεντρώθηκε στην ελληνική ναυτιλία και στους ναυτεργάτες της. Εκεί έμαθα για τη δράση των Ελλήνων ναυτικών κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η έρευνά μου πάνω σ’ αυτό το θέμα με οδήγησε να γράψω το βιβλίο «Εθελοντές στα κονβόι του θανάτου». Με είχε συγκλονίσει ο αιματηρός αγώνας που είχαν δώσει οι δικοί μας ναυτεργάτες αυτή την περίοδο.

● Πώς είδατε να μεταμορφώνεται η ελληνική ναυτιλία στα χρόνια που υπηρετήσατε τα δικαιώματα των εργατών της θάλασσας;

Η ελληνική ναυτιλία είχε παγκόσμια ακτινοβολία και οι εργάτες της θάλασσας αμείβονταν με αξιοπρέπεια. Αργότερα τα πράγματα άλλαξαν και οι εφοπλιστές κατάφεραν να εκδιώξουν την πλειονότητα των Ελλήνων από τα πλοία τους, προσλαμβάνοντας τριτοκοσμικούς ναυτικούς. Ευθύνη για τον αφελληνισμό της ναυτιλίας μας φέρουν οι μετά τη δικτατορία ελληνικές κυβερνήσεις.


Ενας άνθρωπος του Τύπου παλαιάς κοπής, ένα είδος προς εξαφάνιση

Η δικαίωση του δημοσιογράφου-ερευνητή

Του Σταύρου Μαλαγκονιάρη

Εάν κάποιος ήθελε να παρουσιάσει τον Νίκο Πηγαδά, παραμερίζοντας τη συναισθηματική φόρτιση μιας πολυετούς συνεργασίας, θα αρκούσε να πει: «Ο Πηγαδάς είναι δημοσιογράφος. Ενας ρεπόρτερ που έκανε πάντα έντιμα τη δουλειά του, με γνώμονα τη συνείδησή του και τις ιδέες του».

Αυτό είναι ο Νίκος Πηγαδάς. Ενας ρεπόρτερ της «παλιάς σχολής», δηλαδή ένας «κυνηγός» της είδησης, που δεν περίμενε να του την… προσφέρουν σε ένα δελτίο Τύπου (ή μια «διαρροή»). Εψαχνε και έβρισκε την είδηση, διερευνούσε όλες τις πτυχές της και έγραφε ελκυστικά και κατανοητά για όλους.

Αυτό έκανε στην πολυετή δημοσιογραφική διαδρομή του, αυτό έκανε συγγράφοντας τα βιβλία του, τα οποία επίσης αποτελούν προϊόντα ενδελεχούς ιστορικής έρευνας.

Αυτονόητα πράγματα; Δυστυχώς όχι! Οι σαρωτικές αλλαγές που επήλθαν εδώ και 10-15 χρόνια στον χώρο της ενημέρωσης συμπαρέσυραν τα πάντα στο πέρασμά τους, ισοπεδώνοντας αρχές, ποιότητα, ακόμα και τον τρόπο δουλειάς των δημοσιογράφων.

Με αυτά τα δεδομένα, ο Νίκος Πηγαδάς και άλλοι δημοσιογράφοι της γενιάς του είχαν την τύχη να κρίνονται κυρίως από την ποιότητα της δουλειάς τους, τον τρόπο γραφής, τα αποκλειστικά θέματα, από το να μη «χάνουν» ειδήσεις, να μην έχουν «γκάφες» στη δημοσιογραφική γλώσσα κ.ο.κ.

Σε όλα αυτά, ο Πηγαδάς ανταποκρινόταν απόλυτα. Ηταν εργασιομανής, τελειομανής και «ψείρας» όπως τον έλεγαν οι συνεργάτες του, καθώς έλεγχε την ακρίβεια και της παραμικρής λεπτομέρειας του γραπτού. Και το κυριότερο: Ηταν πάντα πρόθυμος να μεταλαμπαδεύσει τις γνώσεις του στους νεότερους ρεπόρτερ, σεβόμενος τη δουλειά του καθενός. Ομως, το πιο σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημά του ήταν η εντιμότητα και η συνέπειά του. Κάθε πρόταση του κειμένου του ήταν αποτέλεσμα έρευνας, γραμμένη σύμφωνα με τη συνείδησή του και τις αντιλήψεις του, υπηρετώντας το συμφέρον των πολλών και ποτέ των λίγων.

Αυτό αναγνωριζόταν από τους πάντες, είτε συμφωνούσαν είτε διαφωνούσαν με τις ιδέες του. Προφανώς, στον ίδιο συνυπάρχουν και άλλα χαρακτηριστικά που, όπως σε όλους, αποτελούν ταυτόχρονα προτερήματα και μειονεκτήματα. Τέτοιο είναι το πείσμα του. Αυτό για τη διερεύνηση ενός θέματος είναι πλεονέκτημα, όμως η πεισματική άρνησή του να παρακολουθήσει κάθε τεχνολογική εξέλιξη γινόταν μειονέκτημα, πολλές φορές σοβαρό.

Αλλο χαρακτηριστικό του; Ο λιτός βίος. «Σπαρτιάτης» για την ακρίβεια, πράγμα που υποχρέωνε τους συνεργάτες του να περπατάνε μαζί του ολόκληρα χιλιόμετρα, ακόμα και σε καύσωνα, «για να μην πηγαίνουμε με το αυτοκίνητο».

Αριστος οικογενειάρχης και «γλεντζές», αλλά -είπαμε- του παλιού καιρού, με ελάχιστο φαΐ, καλό κρασί και πολύ τραγούδι και χορό.

Με δυο λόγια, ένας αξιαγάπητος φίλος, συνάδελφος και δάσκαλος. Ο Νίκος Πηγαδάς.


Η δικαίωση του δημοσιογράφου-ερευνητή

Της Πόπης Χριστοδουλίδου

Τιμά τη δημοσιογραφία για περισσότερα από 40 χρόνια ο «καπετάνιος» κ. Νίκος Πηγαδάς, ένας δημοσιογράφος ακούραστος, εργατικός, απροσκύνητος, μαχητικός, φανατικός υπερασπιστής του δίκιου και του ανθρώπου του μόχθου και του αγώνα.

Δημοσιογράφος συγγραφέας, πιστός στην αλήθεια, στην έρευνα, στην αποκάλυψη, στη δεοντολογία και στη θαρραλέα και ανοδική πορεία ενός λειτουργήματος, που ειδικά τα τελευταία χρόνια δέχεται συχνά τα «πυρά» των πολιτών.

Ο κ. Πηγαδάς, θαυμαστής του ποιητή της θάλασσας, Νίκου Καββαδία (του είχε πάρει συνέντευξη το 1974 για το περιοδικό «Αργώ»), ύψωσε το ανάστημά του στις μεγάλες φουρτούνες παλεύοντας με πελώρια κύματα και βγήκε νικητής, αφού ως δάσκαλος κατάφερε να φωτίσει τον δύσβατο δρόμο της δημοσιογραφίας που υπηρετεί τον άνθρωπο και τα υψηλά ιδανικά. Σε πρώτο πλάνο για τον καπετάνιο, τα ροζιασμένα χέρια του ναυτικού και του εργάτη στο μέταλλο και στη γη. Ολα αυτά τα χρόνια στέκεται δίπλα όμως και στους συναδέλφους του, με συμβουλές, αγάπη, αλλά ακόμα και με πράξεις, που κάνει με την καρδιά του μόνο ένας Συνάδελφος ευαίσθητος και τρυφερός.

Οι δημοσιογραφικές του επιτυχίες παραμένουν πάντα το «κόσμημα» του λειτουργήματος, που ανεβαίνει ψηλά και κάνει πάντα περήφανους όλους όσοι αντιστέκονται μαζί του σε άρθρα καθ’ υπαγόρευση ή «ψεύτικες» ειδήσεις, που εξυπηρετούν το σύστημα και εξαπατούν την κοινωνία.

Θυμάμαι μια μέρα, στο «Εθνος», που είχε γράψει ένα άρθρο για μεγάλες αδικίες των εφοπλιστών εις βάρος των ναυτεργατών και επειδή ανέφερε ηχηρά ονόματα, αντέδρασαν οι άνθρωποι του εκδότη.

Του ζητούσαν επί ώρες να αφαιρέσει τα ονόματα. Είπε σθεναρά και αποφασιστικά το ΟΧΙ. Διαφορετικά, τους ζητούσε να τον απολύσουν, εξηγώντας ότι θα δημοσιοποιήσει το γεγονός.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε με τα ονόματα που είχε γράψει ο κ. Νίκος και η νίκη Πηγαδά μάς έκανε όλους περισσότερο θαρραλέους.

Αξίζει να αναφερθεί πως οι ναυτεργάτες ποτέ δεν βρήκαν δημοσιογράφο να τους συμπαραστέκεται με πένα τόσο σκληρή κι αληθινή, ενώ στο πρόσωπό του έβρισκαν τον φίλο που αναζητούσε ακόμα και πλοίο για να τους μπαρκάρει, όταν τους τσάκιζε η ανεργία.

Ως συγγραφέας, ο κ. Πηγαδάς είναι ένας μοναδικός στην ερευνητική δημοσιογραφία ιστορικός και τα βιβλία του θα έπρεπε να διδάσκονται στα σχολεία. Η δημοσιογραφία στο πρόσωπό του βρήκε έναν εξαιρετικό ρεπόρτερ με ψυχή ανθρώπου, που κλίνει με συγκίνηση το γόνυ μπροστά στον ανθρώπινο πόνο. Κι ας μην ξεχνάμε τα λόγια του ποτέ, σήμερα που η θάλασσα ξαφνικά αγριεύει και ανταριάζει: Αγάντα…


Η δικαίωση του δημοσιογράφου-ερευνητή

Της Χριστίνας Παπασταθοπούλου

Το πρώτο όνομα που άκουσα όταν ανέλαβα το ναυτιλιακό-πειραϊκό ρεπορτάζ το 2009 -τότε δούλευα στην «Ελευθεροτυπία»- ήταν το όνομα του Νίκου Πηγαδά. «Είσαι άτυχη» μου είπε συνάδελφος γιατί δεν πρόλαβες τον «μεγάλο δάσκαλο». Είχε ήδη αποχωρήσει με σύνταξη. Και στη συνέχεια ρώτησα και έμαθα. Και αυτά που άκουσα ήταν τα καλύτερα. Και στην περίπτωση του κυρίου Νίκου (έτσι τον αποκαλώ εγώ) τα θετικά σχόλια ήταν ομόφωνα. Χωρίς την παραμικρή αμφιθυμία, χωρίς καμία διαφωνία.

Θυμάμαι μερικά από αυτά:

Εντιμος, ιδεολόγος, διαμάντι της ελληνικής δημοσιογραφίας, καπετάνιος, προσωποποίηση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, δημοσιογράφος που δεν έκανε εκπτώσεις, δίκαιος, Ρεπόρτερ και πολλά άλλα.

Πάντα ήθελα να του τηλεφωνήσω, να γνωριστούμε, αλλά κάτι με κρατούσε. Δεν ξέρω τι; Τα χρόνια πέρασαν, η «Ελευθεροτυπία» έκλεισε και εγώ μετά από κάποιους μήνες συνέχισα να καλύπτω το ίδιο ρεπορτάζ για την «Εφημερίδα των Συντακτών». Κάποια μέρα χτύπησε το τηλέφωνό μου στην εφημερίδα. Στην άλλη γραμμή μια ανδρική ευγενέστατη φωνή: «Τη Χριστίνα Παπασταθοπούλου θα ήθελα». Απρόσμενη χαρά. Ηταν ο Νίκος Πηγαδάς. Και όταν μιλήσαμε και έμαθα γιατί μου τηλεφώνησε το χαμόγελο ξεχείλισε από συγκίνηση και ικανοποίηση. «Χριστίνα, σε πήρα για να σου πω ότι σε παρακολουθώ, σε διαβάζω και θέλω να ξέρεις ότι κάνεις πολύ καλή δουλειά».

Ηταν δύσκολη ημέρα εκείνη θυμάμαι. Πολλή δουλειά και άγχος. Αλλά, ως εκ θαύματος, η εξάντληση που ένιωθα εξαφανίστηκε. Ναι, ήταν μια στιγμή χαράς από εκείνες που σε κάνουν αυτόματα να σκεφτείς «χαλάλι η κούραση, τα τρεξίματα και τα ξενύχτια». Και μετά από καιρό ήρθε στην εφημερίδα και γνωριστήκαμε. Και μιλήσαμε. Για το ρεπορτάζ, για τη δημοσιογραφία, για όλα. Ταπεινός, σεμνός, χωρίς ίχνος σνομπισμού και εγωισμού. Που γνώριζε τα πάντα για το ρεπορτάζ, για το λιμάνι, για τα πλοία, για τους ναυτικούς, για τους εφοπλιστές.

Και από τότε ένα νέο άγχος μού γεννήθηκε: όταν έγραφα σκεφτόμουν ότι θα με διαβάζει ο κύριος Νίκος. Ενα άγχος, που στην πορεία έγινε δημιουργικό, γιατί στα δύσκολα θέματα, και δεν είναι λίγα στο δικό μας ρεπορτάζ, αυτή η σκέψη, αυτή η ανασφάλεια, λειτουργούσε εν τέλει θετικά.

Ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με τα βραβεία. Μου έβγαζαν κάτι στημένο, κάτι ανώφελο, κάτι δημοσιοσχετίστικο. Τούτο το βραβείο όμως που δόθηκε στον Νίκο Πηγαδά το καταχάρηκα. Γιατί ήταν δικαίωση, αναγνώριση, τιμή…


Η δικαίωση του δημοσιογράφου-ερευνητή

Η πρόσφατη βράβευση του Νίκου Πηγαδά από την Ακαδημία Αθηνών ήρθε λίγο καθυστερημένα. Γέμισε χαρά εμάς τα «παιδιά» του.

Τον γνώρισα στην αίθουσα του Τριμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Ημουν ένας αυθάδης νέος, μόλις 19 χρόνων. Θεωρούσα πως ήμουν δημοσιογράφος, γιατί είχα στο πορτοφόλι μου δυο μέρες την ταυτότητα της «Αυγής».

Ηταν στα έδρανα των δικηγόρων και κράταγε σημειώσεις.

-Συνάδελφος; τον ρώτησα με ύφος.

Απάντησε χαμογελαστά με ένα «ναι» και μου έδωσε χωρίς να του το ζητήσω απλόχερα τις σημειώσεις του.

Ηταν το πρώτο μάθημά του προς εμένα. Μάθημα ήθους και συναδελφικότητας.

Ακολούθησαν άλλα πολλά και ουσιαστικά. Ειδικά 2 χρόνια μετά, όταν με επέλεξε ως βοηθό του για το Πειραϊκό-Ναυτιλιακό ρεπορτάζ στην εφημερίδα «Εθνος».

Εως τότε όμως είχαμε ήδη καθημερινή συνεργασία. Σε τέτοιο σημείο, που κάποτε έφυγα από το γραφείο του παίρνοντας κατά λάθος μαζί μου όλα του τα χειρόγραφα. Ηταν το κομμάτι που είχε ετοιμάσει για την «Πρωινή Ελευθεροτυπία».

Χριστούγεννα του 1981 δουλεύαμε πια μαζί στο «Εθνος». Επιστρέφοντας στα γραφεία μας βρήκαμε πάνω από δέκα καλάθια με ποτά να μας περιμένουν. Πέταξα από τη χαρά μου.

-Μην τα αγγίζεις. Θα τα επιστρέψουμε. Είναι δώρα από τους εφοπλιστές. Δεν χρειαζόμαστε τα δωράκια τους, μου είπε και μάζεψε τα καλάθια.

Ηταν το μάθημα υπ’ αριθμόν 2. Από τους ισχυρούς δεν δεχόμαστε δώρα. Δεν έχουμε συναλλαγές μαζί τους.

Δύο χρόνια στο ρεπορτάζ δεν είχα βρεθεί ποτέ σε τόπο εγκλήματος. Στην «Αυγή», απ’ όπου είχα ξεκινήσει, ένας φόνος ήταν απλά ένα μονόστηλο λίγων αράδων. Αλλά στο «Εθνος» ήταν θέμα…

Σαββατόβραδο, περίοδος εορτών, είχα βάρδια. Με ειδοποίησε ο Νίκος, που δεν του ξέφευγε τίποτα. Κάπου στον Προφήτη Ηλία στον Πειραιά είχαμε έγκλημα. Ηταν νύχτα και λίγο αργότερα βρέθηκα σ’ ένα μισοσκότεινο δωμάτιο μπροστά σε ένα απανθρακωμένο πτώμα. Ο ιατροδικαστής το μετακίνησε. Ενιωσα φρίκη. Οπισθοχώρησα. Οι αστυνομικοί με χλεύασαν.

Με την οσμή της καμένης σάρκας επιχείρησα να γράψω το ρεπορτάζ. Ηταν ένα κακό κομμάτι. Ο διευθυντής στη σύσκεψη, μετά τη δημοσίευση, επισήμανε τις ατέλειες. Ο Νίκος με υπερασπίστηκε. Μόνο όταν βρεθήκαμε οι δυο μας μού υπέδειξε τα λάθη και τι έπρεπε να προσέξω την επόμενη φορά.

Ηταν ακόμη ένα μάθημα ήθους από τον δάσκαλο-προστάτη των νέων.

Θα μπορούσα να γράφω ατέλειωτες ιστορίες και σελίδες ολόκληρες για τον πατέρα μου. Γιατί, όντως, ο Νίκος ήταν ο άνθρωπος που μέσα από την καθημερινή τριβή μού δίδαξε πώς κάνουμε ρεπορτάζ, πώς προσέχουμε και την παραμικρή λεπτομέρεια σε ένα θέμα, πώς να αγωνιζόμαστε για τους ανθρώπους του μόχθου, πώς να ασκούμε κριτική τεκμηριωμένη στους ανθρώπους της εξουσίας, πώς είμαστε συνάδελφοι και πώς στεκόμαστε σαν λιοντάρια απέναντι στους εργοδότες.

Εχουν φροντίσει όμως γι’ αυτά να γράψουν τα άλλα του παιδιά.

Συνήθως τους ανθρώπους που λάμπουν σαν φάροι τους τιμάμε όταν τους χάνουμε. Ευτυχώς ο Νίκος Πηγαδάς δεν ανήκει σ’ αυτούς. Είναι γερός και δυνατός δίπλα μας. Πριν από την πρόσφατη βράβευσή του, είχε την αναγνώριση από τους συναδέλφους του. Είχε τιμηθεί από τους ναυτεργάτες, τους απλούς πολίτες και κυρίως από τους αναγνώστες του σε όποιο έντυπο και αν τον συναντούσαν.

Δεν κέρδισε ποτέ πολλά χρήματα, αλλά κέρδισε τις καρδιές και τον σεβασμό μας.

Δεν έχτισε σπίτια, αλλά έχτισε συνειδήσεις και δημοσιογράφους.

Δεν πήρε ποτέ αυτοκίνητο δικό του, αλλά είναι ο οδηγός μας.

Δύσκολο το ταξίδι που διάλεξε. Δύσκολος ο δρόμος που μας έδειξε.

Πικρό, αλμυρό αλλά και δροσερό σαν το νερό της θάλασσας που τόσο αγάπησε.

Σ’ ακολουθούμε δάσκαλε.

Kώστας Μανιμανάκης