ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ερωτα μου αγιάτρευτε και καημέ μου μεγάλε… Κι από πού να σε πιάσω, πώς να σε αγγίξω χωρίς να σκορπίσεις μέσα μου σε χιλιάδες ευφρόσυνες και αφρόσυνες εικόνες; Σταχυολογώ στην τύχη:

Η κληματαριά της αυλής μας. Φράουλα. Που δεν κοκκίνιζε όμως. «Λόγος επειδή ο ήλιος» όπως αφόριζε ο μαστρο-Θόδωρος, ο γείτονάς μας. Η έλλειψη ήλιου, δηλαδή, αλλά τράβα γύρευε τέτοιες λεπτομέρειες από τον Θοδωρή. […] Σε φύτεψα εκεί, σε αυτές τις πεζούλες. Με την καμπερνέ και μερλό φορεσιά σου. Σαν το αρρωστιάρικο παιδί με παίδεψες ώσπου ν’ αναστηθείς. “Φτωχά τα χώματα, δεν φελάνε” με είχε προειδοποιήσει ο μπάρμπας μου ο Χαρίλαος».

Διαβάζω το «Κλήμα» από τη συλλογή διηγημάτων του Αρη Αλεβίζου «Η δωρεά των δέντρων» (εκδόσεις Εύμαρος). Στο πρώτο μέρος, μέσα από δέκα διηγήματα που τα συνδέει μια βαθιά λογοτεχνική προσωπική γραφή, ο αφηγητής περιγράφει την εξ αίματος σχέση του με τα δέντρα. Στο δεύτερο μέρος, η υπαρξιακή ανησυχία του θανάτου χαρακτηρίζει άλλοτε δραματικά και άλλοτε με χιούμορ τις ιστορίες του.

Συνειρμικά μου έρχονται στο μυαλό δύο σπουδαίοι λογοτέχνες. Ο Παπαδιαμάντης με την «βασιλικήν δρυν»: «Από τα φύλλα της εστάλαζε κι έρρεεν ολόγυρά της “μάννα ζωής, δρόσος γλυκασμού, μέλι το εκ πέτρας”. Εθαλπον οι ζωηφόροι οποί της έρωτα θείας ακμής, κι έπνεεν η θεσπεσία φυλλάς της ίμερον τρυφής ακηράτου. Και η κορυφή της βαθύκομος ηγείρετο ως στέμμα παρθενικόν, διάδημα θείον. Ησθανόμην άφατον συγκίνησιν να θεωρώ το μεγαλοπρεπές εκείνο δένδρον. Εφάνταζεν εις το όμμα, έμελπεν εις το ους, εψιθύριζεν εις την ψυχήν φθόγγους αρρήτου γοητείας…».

Και ο Νίκος Καζαντζάκης στην «Αναφορά στον Γκρέκο. «– […] Εχετε το νου σας και στα λιόδεντρα και στ’ αμπέλια, να τα κοπρίζετε, να τα ποτίζετε, να τα κλαδεύετε, αν θέτε να σας κάνουν καρπό· παλαιικοί ανθρώποι είναι κι αυτά, μα πολλά παλαιικοί και δε θυμούνται· μα ο άνθρωπος θυμάται, και γι’ αυτό, μαθές, είναι άνθρωπος. Ακούτε; Για μπας και μιλώ σε κουφούς;».

Και ύστερα ήταν αδύνατο να μη θυμηθώ τη μελαγχολική φωνή της Μαργαρίτας Λυμπεράκη στο βιβλίο «Τα δέντρα»: «Από μικρή λυπόταν τα δέντρα. Αισθανόταν γι’ αυτά τρυφεράδα μαζί και έλεος. Θυμόταν πως παιδί ακόμα είχε ρωτήσει τη μάνα της: “Μάνα, γιατί τα δέντρα δεν περπατάνε;”. Κι εκείνη είχε αποκριθεί: “Γιατί έχουν ρίζες, παιδί μου”. Τότε πήγαινε, αγκάλιαζε τους κορμούς τους και τους ψιθύριζε λόγια παρηγοριάς. Κι εκείνα λύγιζαν και βογκούσαν».

Η λογοτεχνία αγαπά τα δέντρα. Συχνά συνδιαλέγεται μαζί τους. Ισως γιατί συγγραφείς και ποιητές αισθάνονται μια εγγύτητα με αυτούς τους αμετακίνητος μάρτυρες της ζωής, είτε ριζώνουν σε άνυδρες πόλεις είτε στέκουν περήφανα σε ψηλά βουνά. Τα δέντρα κρύβουν μέσα τους ιστορίες και εξαρτώνται από τον άνθρωπο τις περισσότερες φορές. Τα ποτίζει, τα φροντίζει, τα καίει. Τα στολίζει, κατά πώς θέλουν οι μέρες.

«Ιερά μου φαίνονται μόνο τα δέντρα/μόνο τα δέντρα/χαϊδεμένα από το χέρι του Χαλαστή/με φροντίδα χριστουγεννιάτικη/κι ας είναι άνοιξη/κι ας είναι φθινόπωρο/Ιερά μου φαίνονται μόνο τα δέντρα/μνημεία στις παρυφές του εφήμερου/κυκλώνες ήχων, σύμπαντα/που χωρούν στ’ αυτιά και στα μάτια/Ιερά μου φαίνονται μόνο τα δέντρα/απ’ αυτά βγήκαν στέφανα/υλοτομήθηκαν του Σταυρού τα δοκάρια…», γράφει ο Στρατής Πασχάλης.

Με την ίδια ιερότητα έχω την εντύπωση πως τα αντιμετωπίζει και ο Αρης Αλεβίζος στη «Δωρεά των δέντρων». Η απρόσιτη κουμαριά, η άκαρδη συκιά, η αρματωμένη φραγκοσυκιά, ο μυθικός αρκουδοβάτος, η ακριβή αγριο-σπαραγγιά, η αγιασμένη ελιά, η γλυκόπικρη ροδιά, το αδύναμο κλήμα, η κομψή μυρτιά και άλλα δέντρα φτάνουν στα μάτια μας μέσα από μια δυνατή λογοτεχνική περιγραφή. Η εξομολογητική διάθεση του συγγραφέα κάνει κάθε διήγημα να μοιάζει προσωπικό.

Μας βάζει μάρτυρες μπροστά στη μοναδική σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στο δέντρο και τον άνθρωπο. Τα δέντρα μιλάνε αρκεί να είμαστε σε θέση να τα ακούσουμε. Να θυμηθούμε την αρχέγονη σχέση μας με τη φύση που έχει καλυφθεί από τόνους μπετόν και από βαριά σύννεφα καυσαερίου.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου υπάρχουν και άλλα διηγήματα. Εξίσου ιδιαίτερα. Αλλά θα προτιμούσα «τα δέντρα» να ήταν μόνα τους. Αποτελούν μια εξαιρετική συλλογή.

Τελειώνοντας το κείμενο ξεχωρίζω την πολύτιμη «Ελιά», λίγο από τον καρπό της σας αφήνω εδώ: «…πρέπει να σου εξομολογηθώ, τιμημένη μου, ότι ποτέ δεν είχα για σένα ένθερμα αισθήματα. Ούτε έρωτα, ούτε μίσος μού έχεις εμπνεύσει. Ισως επειδή υπήρξες για μένα εξ απαλών ονύχων αυτονόητη και δεδομένη όπως ο αέρας που ανασαίνω και το νερό που πίνω. Αλλά και την αγάπη μου για σένα μόνο τώρα τελευταία ανακαλύπτω. Τώρα που κατηφορίζω την πίσω μεριά του βουνού και το φως λιγοστεύει. Γιατί στο άπλετο φως θαμπώνουν τα μάτια της ψυχής. Ετσι, κάθε πρωί στάζω απαρέγκλιτα το άγιασμα σου στο πιάτο, το στολίζω με ρίγανη και βουτάω το ψωμί μου. Με τη γεύση σου στον ουρανίσκο, νιώθω πως αναλύομαι σε ό,τι υπήρξα, αν υπήρξα και δεν ονειρεύτηκα. Αλλά και σε ό,τι σύντομα δεν θα υπάρξω».