ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Θα μπορούσε να είναι ποίημα, θα μπορούσε να είναι δοκίμιο, θα μπορούσε να είναι θεατρικός μονόλογος. Δεν ξέρω πού να το κατατάξω αλλά έχω την εντύπωση ότι ούτε ο Νεκτάριος Λαμπρόπουλος, ο δημιουργός του βιβλίου «Χαζοταινίες (μικρή ωδή στην Τζούλια Ρόμπερτς)», εκδόσεις Χαραμάδα, το κατατάσσει κάπου.

Σκληρό, αληθινό, με πίκρα και με χιούμορ, με τόση ρεαλιστικότητα όση και υπερβατικότητα.

Γράφει: «Ανοίγω την τηλεόραση και συνήθως την ξανακλείνω. Υστερα όταν ο κόσμος δεν έχει πια καμιά σημασία παρά μονάχα την ανυπαρξία τού τώρα την ξανανοίγω χωρίς να περιμένω τίποτα. Αυτό συμβαίνει τη νύχτα τις περισσότερες φορές, που είναι η καλύτερη ώρα για να κοιμηθείς ή να διαβάσεις ή να κοιτάξεις το ταβάνι ή να μην είσαι μόνος. Κι όταν δεν καταφέρνω τίποτα από όλα αυτά παρακολουθώ ταινίες σε επανάληψη, από εκείνες που είδα πριν χρόνια…, το μη χειρότερο που έχεις να κάνεις είναι να αφεθείς σε χαζοταινίες, ρομαντικούρες που δεν τολμάς να δεις με τους φίλους σου γιατί φοβάσαι μη γίνεις ρεντίκολο έτσι και σου ξεφύγει κανένας αναστεναγμός ή στο τσακίρ κέφι κάνα δάκρυ…».

Κάπως έτσι αρχίζεις να μπαίνεις σε έναν κόσμο που αναγνωρίζεις πολύ καλά. Στην καθημερινότητά σου, που απαιτεί από σένα να αντέχεις σε μια άγρια κατάσταση επιβίωσης. Εκεί είναι που ανακαλύπτεις ότι οι «χαζοταινίες» δεν είναι και τόσο χαζοταινίες τελικά γιατί αναδεικνύουν αυτό που λείπει από τον τόσο ρεαλιστικό κόσμο σου: το συναίσθημα.

Οπως: «Εκείνες τις νύχτες με ολιγόωρη άδεια από την πραγματικότητα, ξεχνώ την κρίση, την ανεργία των άλλων, τη φτώχεια τη δική μου και την πίεση, ξεχνώ το άγχος, ξεχνώ και την οργή για όλους τους κατ’ ευφημισμόν αριστερούς που κουνάνε το δάχτυλο σαν ανάποδο εκκρεμές σε ατελείωτη ταλάντωση, για τους φασίστες που κάθονται δίπλα μου στο καφενείο και τους ακούω να γαβγίζουν θέλοντας να τους σπάσω το κεφάλι, για τους φιλελέδες που έχουν το θράσος να μιλούν για τις άπειρες δυνατότητες των καλύτερων, των εξυπνότερων και των ικανότερων να επιβιώσουν ή να μεγαλουργήσουν ή να μας γαμήσουν πουλώντας μας φύκια για μεταξωτές κορδέλες, ξεχνάω τις επιταγές και τους λογαριασμούς, ξεχνάω τα πάντα με έναν τρόπο που μόνο οι χαζοταινίες μπορούν να μου εγγυηθούν».

Καταλαβαίνω την ανάγκη του συγγραφέα, όπως καταλαβαίνω και την ίδια ανάγκη που έχουν δικοί μου φίλοι και γνωστοί και αρκετές φορές και εγώ η ίδια. Κι ας έχω στο πίσω μέρος του μυαλού μου την εικόνα του Χορκχάιμερ και του Αντόρνο να κουνούν αποδοκιμαστικά το κεφάλι λέγοντας: Στην επιθυμία που σου διεγείρουν όλα τα λαμπρά ονόματα και οι φανταχτερές εικόνες σερβίρεται τελικά μόνο το εγκώμιο της γκρίζας καθημερινότητας από την οποία θέλεις να ξεφύγεις.

Η πολιτιστική βιομηχανία εξαπατά αδιάκοπα τους καταναλωτές στερώντας τους αυτό που αδιάκοπα τους υπόσχεται. Η ημερομηνία λήξης του γραμμαρίου ηδονής που εκδίδεται από την υπόθεση και τη σκηνοθεσία του έργου παρατείνεται επ’ άπειρον: η υπόσχεση, στην οποία και μόνο συνίσταται κατά βάθος το θέαμα, σημαίνει ότι εσύ, ο πελάτης, πρέπει να αρκεστείς μόνο στην ανάγνωση του καταλόγου των φαγητών μένοντας ουσιαστικά νηστικός.

Καλή και άγια η θεωρητική κοινωνιολογική προσέγγιση αλλά όσο νυχτώνει και οι σκέψεις κουράζουν σώμα και πνεύμα είναι ξεκάθαρα λογικό να κάνεις αυτό που λέει ο ποιητής (αυτό νομίζω τελικά πως είναι) Νεκτάριος Λαμπρόπουλος :

…πώς να πας σινεμά

όταν το εισιτήριο έχει οχτώ ευρώ

και ο μισθός είναι τρεις κι ογδόντα

τρεις κι εξήντα

ή τρεις και τίποτα;

Κι αν με ρωτήσουν

ποιες είναι οι αγαπημένες σου

απ’ αυτές τις χαζοταινίες

χωρίς φόβο και πάθος

θα απαντούσα πως

πιστεύω στις ρομαντικές κομεντί,

εκείνες που είναι λίγο για τα μπάζα

αλλά και λίγο καλές παραγωγές

που μπάζει το σενάριο

αλλά παίζει η Τζούλια Ρόμπερτς

και πώς να το κάνουμε

θα κλάψεις θες δεν θες με την Τζούλια…