Θεωρίες που αναπαράγουν την ιδέα της αυτονομίας του γλωσσικού φαινομένου και αντιμετωπίζουν τη γλώσσα σαν αυτορρυθμιζόμενο σύστημα και τους ανθρώπους που τη μιλούν απλούς φορείς της καταρρίπτει ο Βαγγέλης Ιντζίδης με το βιβλίο του με τίτλο: «ΖΑΚ: Η ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΖΩΝΤΑΝΩΝ».
Πρόκειται για ένα στοχαστικό αφήγημα, επιμερισμένο σε 17 ενότητες, με θέμα τη σχέση του αφηγητή με τον σκύλο του, τον Ζακ, τη μέριμνα του οποίου αναλαμβάνει χωρίς πριν να έχει φανταστεί τον εαυτό του να φροντίζει κατοικίδιο ζώο.
Με τις ένθετες αφηγηματικές παρεμβολές του σκύλου, με την τοποθέτησή του στον ρόλο του αφηγητή, πρακτική που θυμίζει βυζαντινά δημώδη ποιήματα της ύστερης περιόδου, ο Ζακ αίρεται πάνω από τη βλακώδη διάκριση της νεωτερικότητας μεταξύ ανθρώπου και ζώου.
Οπως αναφέρει ο Ιντζίδης, «δεν είμαι ο ζωντανός και ο Ζακ, ο σκύλος, δεν είναι το ζωντανό. Γινόμαστε τα ζωντανά όπως μαζί γινόμαστε τα νεκρά πλάσματα».
Μέσα από την αφήγηση αυτής της σχέσης του ζωντανού με το ζωντανό του, που γίνεται αφορμή να βιωθούν εκ νέου η σχέση με τους γονείς, τη γιαγιά, την ερωμένη, φαίνεται ανάμεσα σε άλλα και η συγκεκριμένη θέαση της γλώσσας από τον συγγραφέα, μιας γλώσσας που αποσκοπεί στο -και γεννιέται από το- σωματικό συναίσθημα.
Ετσι ο συγγραφέας (α) σπάει τα ταμπού της γλωσσικής αυτονομίας δίνοντας έμφαση στην ικανότητα της γλώσσας να ταξινομεί, δημιουργώντας ταυτότητες, πολλές φορές ασφυκτικές, και ετερότητες, (β) τονίζει το γεγονός ότι στο πλαίσιο οργάνωσής της σε κειμενικά είδη η γλώσσα εμφορείται από ιδεολογικές σκοπιμότητες με κοινωνικό αντίκτυπο, καθώς αυτές προωθούν συγκεκριμένες εκφάνσεις της πραγματικότητας, παραγκωνίζοντας σκόπιμα άλλες πτυχές της και, σε άμεση σχέση με το (β), (γ) παρουσιάζει τη γλώσσα ως μια μορφή κοινωνικής συμπεριφοράς, η οποία, κατόπιν συγκεκριμένων λεξικογραμματικών επιλογών των ομιλητών, ορίζει και περι-ορίζει την πραγματικότητα, εσω-κλείει και απο-κλείει νοήματα.
Οπως επισημαίνει ο Βαγγέλης Ιντζίδης (σ. 51): «Στριμώχνουν τις λέξεις οι άνθρωποι σε συνθήματα, φορές τις συνταιριάζουν παράδοξα σημαίνοντας μια παραδοχή που έχει αποσιωπήσει χιλιάδες άλλες. Ο Εβραίος Χριστός και ο Εβραίος Ιούδας».
Παραπάνω, στην ίδια σελίδα, κουβεντιάζει το σχόλιο του Αμος Οζ: «Αν οι λέξεις βιαστούν τότε οι Χουντίος είναι ο ένας, ο Χούντας, οι Γιούντε ο προδότης Γιούντας».
Από αυτά τα αποσπάσματα ηχεί στα αυτιά μου η λέξη αίρεση ως να λέγεται από τους οπαδούς της νέας θρησκείας στη νεόδμητη αυτοκρατορία, οι οποίοι της έδωσαν τη σημασία της παρέκκλισης από την ορθή πίστη· στην πραγματικότητα η ορθή πίστη έπεται των αιρέσεων, της επιλογής του τρόπου βίου των τρομαγμένων ανθρώπων της ελληνιστικής εποχής, οι οποίοι έτσι στιγματίστηκαν ως ετερότητες στο πλαίσιο της βυζαντινής «συλλογικής» ταυτότητας.
Μπροστά σε αυτή την οιονεί ταυτοτητο-γονική δύναμη της γλώσσας, ο Ιντζίδης δηλώνει με σαφήνεια (σ. 52): «Οι λέξεις θέλουν να περιμένεις. Να τις ακούσεις, καθώς έξω από τις εποχές και τις ώρες θα επιπλεύσουν και θα εισβάλουν σε ό,τι ονομάζουμε συνείδηση. Η συνείδηση είναι όσφρηση για την οσμή των λέξεων».
Σε άλλο σημείο (σ. 25-26), μιλά για τα αποτελέσματα της εγκαθίδρυσης ταυτοτήτων: «Ενα εμείς διακρίνεται από ένα αυτό ή ένα αυτοί. […] Κι αυτό το εμείς ασφυκτικό, κλειστό, σωστή φυλακή και μάλιστα υψίστης ασφαλείας. Καμία διαφυγή. Ενα μπουντρούμι με τοίχους νοτισμένους από την αναζήτηση ενός καλουπιού μέσα στο οποίο πρέπει να χωρέσουν τόσοι διαφορετικοί άνθρωποι, τόσο διαφορετικές αντιδράσεις ζωντανών πλασμάτων. Να στριμωχτούν τα είδη που είδε το βλέμμα μας και ονομάστηκαν πλανήτης».
Με λογοτεχνική μαεστρία επαναφέρει το ζήτημα της κοινωνικής δόμησης της πραγματικότητας από το κείμενο, δηλαδή από τη γλώσσα στη χρήση της (σ. 59-60). Η θέση αυτή άπτεται των εργασιών θεωρητικών γλωσσολόγων που διερευνούν τη σχέση μεταξύ γλώσσας και κοινωνίας.
Συγκεκριμένα, διαβάζουμε σε έναν διάλογο που αναπτύσσεται μέσω skype στην ενότητα που τιτλοφορείται «Οι Αγγελοι»: «Οι κειμενικοί τύποι του μανιφέστου, του μνημονίου, της έκκλησης, της καταδίκης έχουν γίνει μια ατελείωτη αλυσίδα ιδεών που πρέπει τώρα να βρουν τα σώματα των ανθρώπων. Να προκαλέσουν συμφωνίες και διαφωνίες, να εμποτίσουν φίλτρα συνείδησης. Οι ειδήσεις εκφωνούνται με έναν τρόπο ξεδιάντροπα αδιάκριτο. Οταν αποφασίσουμε να πιούμε τον καφέ μας ή να συντάξουμε μια επιστολή ή κι όταν ακόμη αποφασίσουμε να ποτίσουμε τις γλάστρες στον κήπο τότε επιλέγουν να μας αποσπάσουν την προσοχή με μια δήλωση καταστροφής ή σωτηρίας. […] Με κάτι τέτοια αποσπούν την προσοχή κι έτσι οι χιλιάδες των ανέργων δεν θα μπορέσουν να σκεφτούν τίποτα για τον εαυτό τους ενώ εμείς που εργαζόμαστε ακόμη δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε το παραμικρό για να μοιράσουμε ό,τι έχουμε, ώστε τίποτα να μη χαθεί. […] μας υποχρεώνουν να θεωρούμε γεγονός και το αν εκείνος ο άθλιος εκπρόσωπος τύπου χορεύει με μια άρρυθμη δημοσιογράφο».
Η ερμηνεία του κόσμου μέσω της γλώσσας γίνεται καθημερινά από όλους μας μέσα από την κοινωνική διαντίδραση. Οπως έχει αναφέρει η D. Cameron, «language-using is paradigmatically a social public act».
Η γλώσσα αναπαράγει την κοινωνία, είναι μέρος της και οι κοινωνιογλωσσικοί παράγοντες παίζουν καθοριστικό ρόλο στην αλλαγή της σε όλα της τα επίπεδα.
Οι επιλογές από το γλωσσικό υλικό και ο μετασημειωτικός τους αντίκτυπος δίνονται λογοτεχνικά από τον Ιντζίδη: «Με τις λέξεις επιλέγουμε. Προς τα πού να στρέψουμε το βλέμμα; Προς τα πού είναι το πραγματικό; Τι υπάρχει; Τι νόημα έχει αυτό για μένα; Με τις λέξεις ένας ολόκληρος κόσμος αναδύεται, ενώ σύμπαντα, κόσμοι, καταβυθίζονται. Με τις λέξεις προσκαλούμε και με τις λέξεις αποκλείουμε».
*Ιστορικός με μεταπτυχιακές σπουδές στη Γλωσσολογία στο Τμήμα Φιλολογίας του ΕΚΠΑ
