Μπορούμε να προβλέψουμε το χρώμα ενός άνθους απλώς και μόνο μυρίζοντάς το; Αυτό φαίνεται να ισχύει για πολλά από τα σαράντα ένα είδη φυτών που επικονιάζονται από έντομα σε μια βιοκοινότητα φρυγάνων, όπως κατέγραψε η Αφροδίτη Καντσά, διδάκτορας του Τμήματος Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου υπό την επίβλεψη της καθηγήτριας Θεοδώρας Πετανίδου και σε συνεργασία με επιστήμονες από τις ΗΠΑ, την Αυστραλία, τη Δανία αλλά και από τη Θεσσαλονίκη.
Τα αποτελέσματα της εργασίας αυτής που εκπονήθηκε στην περιοχή του Αγ. Στεφάνου Λέσβου, δημοσιεύτηκαν πρόσφατα στο επιστημονικό περιοδικό Nature Ecology & Evolution και δείχνουν ότι το χρώμα και το άρωμα των λουλουδιών στα φρύγανα σχετίζονται, μέσα από διάφορους επαναλαμβανόμενους συνδυασμούς ανάμεσα σε είδη φυτών, που δεν είναι συγγενικά μεταξύ τους, δηλαδή δεν έχουν κοινούς προγόνους.
Η ανακάλυψη αυτή προέκυψε αναπάντεχα, κατά τη διάρκεια μελέτης του ρόλου του ανθικού αρώματος και του χρώματος στις σχέσεις των φυτών και των επικονιαστών της περιοχής και είναι η πρώτη καταγεγραμμένη περίπτωση τέτοιου τύπου «ομαδικού συντονισμού» του φαινότυπου των φυτών.
Τα σήματα των λουλουδιών είναι πανίσχυρα

Για να καταλάβουμε πώς έφτασαν σε αυτή τη διαπίστωση οι επιστήμονες, θα πρέπει να εξηγήσουμε την αλληλουχία των δράσεων.
Η γονιμοποίηση των ανθέων εξαρτάται από τις υπηρεσίες των επικονιαστών, οι οποίοι είναι απαραίτητοι για την αναπαραγωγή του 90% των ανθοφόρων φυτών του πλανήτη.
Τα έντομα αποτελούν τη σημαντικότερη ομάδα επικονιαστών του πλανήτη, και μάλιστα στη Μεσόγειο, την αποκλειστική. Για τις υπηρεσίες τους (επικονίαση) στα άνθη, τα έντομα ανταμείβονται με θρεπτικά γεύματα από γύρη και νέκταρ.
Για να προσελκύσουν λοιπόν έντομα-επικονιαστές, τα άνθη χρησιμοποιούν συνδυασμένα σήματα, οσφρητικά και οπτικά.
Τα πρώτα (οσφρητικά) συνιστούν το ανθικό άρωμα των φυτών, που είναι τα μείγματα πτητικών οργανικών ενώσεων, οι οποίες σε κανονικές συνθήκες περιβάλλοντος εξατμίζονται.
Τα δεύτερα (οπτικά) περιλαμβάνουν το χρώμα, το σχήμα και το μέγεθος του άνθους. Ας σημειωθεί ότι τα διάφορα είδη εντόμων-επικονιαστών δεν βλέπουν με τον ίδιο τρόπο το ίδιο χρώμα.
Συγκεκριμένα, οι μέλισσες βλέπουν τρία απλά χρώματα (πράσινο, κυανό και υπεριώδες), ενώ οι πεταλούδες, τέσσερα (πράσινο, κυανό, υπεριώδες και κόκκινο).
Γι’ αυτό και οι ερευνητές που εκπόνησαν την εργασία αυτή χρησιμοποίησαν ως μοντέλα αυτά τα δύο οπτικά συστήματα.
Για να δούμε λοιπόν τώρα, τι συμβαίνει στις κοινότητες των φρυγάνων.
Στα φρύγανα, που είναι εκτεθειμένα στον καυτό ήλιο και τους ισχυρούς ανέμους του Αιγαίου, η ασφαλής και αποτελεσματική μετάδοση της «ανθικής» πληροφορίας, τουλάχιστον όσον αφορά το άρωμα, είναι δύσκολη υπόθεση. Γιατί;
Διότι οι πτητικές ενώσεις που υπάρχουν στα άνθη εξατμίζονται με γοργούς ρυθμούς και διαλύονται ταχύτατα στις δίνες του ανέμου.
Αντίθετα, όπως υποθέτουν οι ερευνητές, το χρώμα τους μπορεί να είναι ορατό από απόσταση, αποτελώντας σταθερότερο και πιο αξιόπιστο χαρακτηριστικό ώστε να προσανατολίσει τους επικονιαστές στα άνθη.
Η παραπάνω υπόθεση φαίνεται να υποστηρίζεται και από το γεγονός ότι, όσα φρυγανικά φυτά εκκρίνουν ανθικό νέκταρ (δεν εκκρίνουν νέκταρ όλα τα είδη φυτών), έχουν διαφορετική χρωματική χροιά, όπως την αντιλαμβάνονται οι πεταλούδες, και πιο έντονο χρώμα, όπως το αντιλαμβάνονται οι μέλισσες, ενώ διαφέρουν σημαντικά ως προς την ποιοτική σύσταση του αρώματός τους.
Το δίκτυο φυτών – αρωμάτων και οι μέλισσες

Οι ερευνητές σχεδίασαν ένα «δίκτυο βιοκοινότητας» που περιγράφει τις σχέσεις των 41 ειδών φυτών και των 351 πτητικών χημικών ενώσεων που συνθέτουν τα ανθικά αρώματά τους.
Το δίκτυο αυτό περιλαμβάνει επτά ομάδες φυτών, με άρωμα παρόμοιο για κάθε ομάδα.
Προς μεγάλη έκπληξή τους ανακάλυψαν ότι οι περισσότερες ομάδες συνδέονται με κάποιο συγκεκριμένο χρώμα.
Για παράδειγμα, τα κόκκινα άνθη (π.χ. παπαρούνα, ανεμώνη) εκπέμπουν κυρίως αλειφατικούς υδρογονάνθρακες (π.χ. δεκάνια). Αντίθετα, τα μοβ-ροζ άνθη εκπέμπουν τερπένια, τις ενώσεις δηλ. που παράγουν σε τεράστιες ποσότητες τα αρωματικά φυτά στην ελληνική ύπαιθρο, όπως η λεβάντα, το θυμάρι, το θρούμπι, το φασκόμηλο, η πορφυρόχρωμη λαδανιά.
Μάλιστα, τα σεσκιτερπένια αυξάνονται μαζί με τον χρωματικό κορεσμό των πετάλων, δηλαδή τα άνθη που εκπέμπουν περισσότερα σεσκιτερπένια είναι ορατά με πιο έντονο χρώμα στις μέλισσες, καθιστώντας τα φρυγανικά φυτά εξαιρετικά ελκυστικά σε αυτές.
Γνωρίζοντας ότι οι μέλισσες είναι οι πλέον άφθονοι και αποτελεσματικότεροι επικονιαστές για τα φυτά της περιοχής –όπως άλλωστε και ολόκληρης της Μεσογείου–, οι ερευνητές συμπεραίνουν ότι το φαινόμενο της σύνδεσης αρώματος και χρώματος των φυτών αποτελεί προσαρμογή τους, για την προσέλκυση αυτών των επικονιαστών.
Γεγονός πάντως είναι ότι η βιοχημική και γενετική σύνδεση των δύο καναλιών επικοινωνίας (του οσφρητικού και του οπτικού) των φυτών με τους επικονιαστές τους είναι ελάχιστα κατανοητές μέχρι στιγμής, οπότε δεν είναι ξεκάθαρο αν το φαινόμενο αυτής της φαινοτυπικής σύνδεσης οφείλεται και σε μια προσπάθεια εξοικονόμησης ενέργειας για τα φυτά ή και αν αντανακλά άλλου είδους επιλεκτικές πιέσεις (π.χ., μία στρατηγική εξοικονόμησης ενέργειας θα ήταν η σύνδεση των μεταβολικών μονοπατιών που παράγουν πτητικές και χρωστικές ουσίες στα άνθη: με τα ίδια ένζυμα και τα ίδια γονίδια, τα φυτά θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την ταυτόχρονη παραγωγή αρώματος και χρώματος).
Τα άνθη, δείκτες της φυσικής ιστορίας και διατήρησης της φύσης

Τα αποτελέσματα της ερευνητικής ομάδας είναι σημαντικότατα, γιατί θέτουν νέες βάσεις στη μελέτη της οικολογίας της επικονίασης.
Αφενός, δείχνουν ότι αν μελετούμε μόνο ένα ανθικό χαρακτηριστικό, τότε έχουμε, στην καλύτερη περίπτωση, τη μισή μόνο ιστορία (μέχρι στιγμής το κάθε αισθητηριακό κανάλι μελετάται συνήθως ανεξάρτητα από τα άλλα, σαν να λειτουργεί δηλαδή ανεξάρτητα, κάτι που δεν ισχύει: είναι γνωστό ότι ο εγκέφαλός μας, όπως και αυτός των επικονιαστών, επεξεργάζεται τα διαφορετικά σήματα συνδυαστικά, όχι ξέχωρα).
Αφετέρου, επισημαίνουν ότι τα φυτά μάλλον δεν είναι τυχαία κατανεμημένα στις φυσικές βιοκοινότητες, αφού η επικονίαση ως λειτουργία του οικοσυστήματος επηρεάζει τη συνύπαρξη των ειδών και συνεπώς τη χλωριδική σύνθεση των οικοσυστημάτων.
Αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι ο φαινότυπος των λουλουδιών, πέρα από την αισθητική απόλαυση, μπορεί να μας προσφέρει αρκετές πληροφορίες για τη φυσική ιστορία της περιοχής και τις προτεραιότητες διατήρησης της φύσης.
■ Φαινότυπος: τα παρατηρούμενα χαρακτηριστικά (βιοχημικά φυσιολογικά ή μορφολογικά) ενός οργανισμού όπως καθορίζονται από την αλληλεπίδραση του γονότυπου με το περιβάλλον.
■ Γονότυπος: η γενετική σύσταση (το σύνολο των γονιδίων ή αλληλόμορφων) ενός ατόμου.
