Τριάντα τρεις εθνικοί εκπρόσωποι μαζί με εκπροσώπους ευρωπαϊκών και διεθνών οργανισμών όπως είναι οι FAO, Bioversity International, European Seed Association, EUCARPIA και πολλοί άλλοι ακόμη, συγκεντρώθηκαν στη Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο του συνεδρίου της Συντονιστικής Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Συνεργατικού Προγράμματος Φυτικών Γενετικών Πόρων –που πρώτη φορά πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα (15-18 Μαΐου 2018) και την φιλοξένησε η Τράπεζα Γενετικού Υλικού του Ελληνικού Γεωργικού Οργανισμού-ΔΗΜΗΤΡΑ (ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ) και με την υποστήριξη φυσικά του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων–, προκειμένου να καθορίσουν τον προϋπολογισμό και τις κοινές δραστηριότητες για την επόμενη φάση (10η) του προγράμματος ECPGR, για την περίοδο 2019-2023.
«Η Ευρώπη μέσα από τους επίσημους φορείς της έχει ήδη προχωρήσει πέρα από τη διατήρησή των γενετικών της πόρων, στην έμπρακτη αξιοποίησή τους. Σε μια χώρα όπου έχουμε τέτοια βιοποικιλότητα, δεν μπορεί να παραμένουμε απλώς, απλοί, απαθείς καταναλωτές φυτικών προϊόντων. Πρέπει να αναζητούμε κι άλλα πράγματα. Πρέπει να γνωρίζουμε πού πηγαίνει η έρευνα των επιστημόνων της χώρας και πώς αυτή υποστηρίζει την αγροτική μας παραγωγή. Αυτά όλα είναι συνδεδεμένα κατά τη δική μου άποψη» μας είπε η κ. Φωτεινή Μυλωνά, υπεύθυνη της Τράπεζας Γενετικού Υλικού ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, που συμμετείχε στο συνέδριο.
Τι είναι όμως το Ευρωπαϊκό Συνεργατικό Πρόγραμμα Φυτικών Γενετικών Πόρων (ECPGR); «Το ECPGR είναι ένα πρόγραμμα που συνδέει τους ευρωπαϊκούς φορείς που έχουν αναλάβει το καθήκον της διατήρησης και της συνεχούς διαθεσιμότητας γενετικού υλικού, κυρίως ευρωπαϊκής προέλευσης, για τις παρούσες και τις μελλοντικές γενιές.
Οι κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών χωρών συμβάλλουν από κοινού στη λειτουργία του προγράμματος και, με τους επιστήμονες που έχουν ορίσει ως εθνικούς εκπροσώπους και εμπειρογνώμονες, ορίζουν τους στόχους του προγράμματος αλλά και τις προτεραιότητες για τη χρήση των αμοιβαίων κεφαλαίων» αναφέρεται στο ενημερωτικό σημείωμα που εκδόθηκε μετά το πέρας του συνεδρίου.
Για ποιο λόγο πρέπει να προχωρά κάθε χώρα στη διατήρηση των γενετικών της πόρων;
«Η Ευρώπη διαθέτει μια μεγάλη ποικιλότητα καλλιεργούμενων ποικιλιών φυτών, που έχει αναπτυχθεί και διατηρηθεί από τους γεωργούς από απαρχής της καλλιέργειας της γης, ειδικά στην περιοχή της Μεσογείου. Οι διάφορες τοπικές και παραδοσιακές ποικιλίες [σ.σ. που τόσος θόρυβος γίνεται τα τελευταία χρόνια γύρω από τη διατήρηση και αξιοποίησή τους από κάποιους δικούς μας παραγωγούς, οι οποίοι που έχουν στρέψει το βλέμμα τους στο μέλλον και έχουν ευαισθητοποιηθεί όχι μόνο σε θέματα περιβάλλοντος αλλά ποιοτικότερης διατροφής] εξακολουθούν μεν να καλλιεργούνται αλλά σε περιορισμένο αριθμό. Σε μεγάλο ποσοστό έχουν αντικατασταθεί από σύγχρονες ποικιλίες, που δίνουν μεγάλες παραγωγές και εμφανίζουν καλύτερη αντοχή σε επιβλαβείς οργανισμούς και ασθένειες.
Στην άγρια φύση απαντάται πολύ σημαντική ποικιλότητα, με τη μορφή άγριων ειδών που είναι συγγενικά των καλλιεργούμενων ποικιλιών (δηλαδή μπορούν εύκολα να διασταυρωθούν με αυτά). Ολη αυτή η ποικιλομορφία που εξακολουθεί να υπάρχει στα χωράφια και στη φύση καθώς και εκείνη που έχει συλλεχθεί και διατηρείται σε τράπεζες γενετικού υλικού, αποτελεί μια «αστείρευτη πηγή γενετικού υλικού».
Και είναι σημαντική γιατί «περιέχει γενετικές πληροφορίες, δηλαδή χαρακτηριστικά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για διασταυρώσεις και στη δημιουργία νέων ποικιλιών, κατάλληλων για την αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών, των βιοτικών και αβιοτικών καταπονήσεων που μπορεί να προκύψουν. Η διατήρηση του γενετικού υλικού στις Τράπεζες Γενετικού Υλικού και στον αγρό ως καλλιέργειες, είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της διαθεσιμότητας εναλλακτικών λύσεων, που αφορούν την επισιτιστική ασφάλεια και στην ποιότητα των τροφίμων. Και αυτό έχει να κάνει όχι μόνο με το σήμερα αλλά με το μέλλον».
Οι στόχοι λοιπόν για το μέλλον αφορούν και την «πρωτοβουλία του ECPGR για τη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής συλλογής γενετικών πόρων, σύμφωνα με την οποία, οι σημαντικότερες συλλογές φυτογενετικών πόρων στην Ευρώπη πρέπει να συνεργαστούν α) για να θεσπίσουν κοινά πρότυπα διατήρησης και β) για να διευκολύνουν τη διάθεση των δειγμάτων συλλογής τους σε κάθε κατάλληλο χρήστη για έρευνα, αναπαραγωγή και καλλιέργεια. Το σύστημα AEGIS (A European Genebank Integrated System) διαχείρισης αυτής της ευρωπαϊκής συλλογής έχει σκοπό την εξασφάλιση εθνικής και ευρωπαϊκής υποστήριξης αφενός για τη μακροπρόθεσμη διατήρηση υψηλής ποιότητας γενετικού υλικού και αφετέρου για την εξασφάλιση προσβασιμότητάς του από οποιονδήποτε δυνητικό χρήστη».
Τριάντα τέσσερις ευρωπαϊκές χώρες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα με την Τράπεζα Γενετικού Υλικού, είναι μέχρι στιγμής μέλη του AEGIS. «Οσο περισσότερα μέλη συμμετέχουν στο σύστημα τόσο πιο πολύτιμη και ποικίλη θα είναι η Ευρωπαϊκή Συλλογή, προς όφελος κάθε δυνητικού χρήστη, προς όφελος της παγκόσμιας επισιτιστικής ασφάλειας, αφού έτσι θα δημιουργηθεί και θα εξασφαλισθεί η δυνατότητα προσαρμογής στις κλιματικές αλλαγές, σε πολύ μεγάλο βαθμό».
Σημαντικό αποτέλεσμα του συνεδρίου ήταν η υπογραφή σύμβασης και έναρξη λειτουργίας του Ευρωπαϊκού Δικτύου Αξιολόγησης (EVA). Τι αφορά;
«Πρόκειται για ένα πλαίσιο λειτουργίας που θα διευκολύνει τη σύναψη εταιρικών σχέσεων για ιδιωτική και δημόσια συνεργασία, για την επιτόπια αξιολόγηση του γενετικού υλικού που διατηρείται στις ευρωπαϊκές τράπεζες γενετικού υλικού. Η ολοένα αυξανόμενη χρήση και αξιολόγηση αυτού του υλικού θα εμπλουτίσει τη γνώση μας για τις δυνατότητές του προς γενικό όφελος των σημερινών και των μελλοντικών γενεών, οι οποίες πρέπει όλο και περισσότερο να βασίζονται σε αυτό το γενετικό υλικό για τη διατροφή τους και την καλύτερη ποιότητα ζωής».
Ως στόχους και δραστηριότητες της επόμενης πενταετίας, η εκτελεστική επιτροπή του ECPGR, πέραν της διατήρησης των γενετικών πόρων στη φύση και στον αγρό, έθεσε την τεκμηρίωση και καταχώρισή τους στον ευρωπαϊκό ηλεκτρονικό κατάλογο EURISCO καθώς και την προώθηση της βιώσιμης αξιοποίησής τους. Και σε αυτό το πεδίο ο ρόλος της Ελλάδας και συγκεκριμένα της Ελληνικής Τράπεζας Γενετικού Υλικού στο πρόγραμμα ECPGR αποτιμάται ως ιδιαίτερα αξιόλογος, καθώς η Ελλάδα αποτελεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό σημείο, γνωστό ως biodiversity hotspot, εστιασμένης μεσογειακής φυτικής ποικιλομορφίας.
