Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Ξανθάκη, ήρθε η ώρα σου», του γράφω σε μήνυμα. «Τι;», μου απαντά, «θα εγκαταλείψω τα εγκόσμια;». «Οχι θα σου πάρω συνέντευξη», του εξηγώ.

Ετσι κι έγινε λοιπόν. Βρεθήκαμε στην «Καφέ Αρκούδα», που είναι σχεδόν δίπλα στο σπίτι του. Τον βλέπω να έρχεται και χαμογελώ όχι μόνο γιατί βλέπω έναν παλιό φίλο, αλλά κι έναν από τους πιο χαρισματικούς αρθρογράφους που είτε διαβάζω κείμενά του στον Τύπο είτε αναρτήσεις του στο facebook, χαμογελάω (μερικές φορές πικρά).

Ο Χρήστος Ξανθάκης, εκτός από δημοσιογράφος, είναι και ένας ποιητής που μ’ αρέσει πολύ γιατί είναι διαφορετικός. Εχει έναν «ποιητικό κυνισμό», μου είπε ένας φίλος του και συμφώνησα αμέσως.

Στα απλά, καθημερινά, και ίσως δύσκολα της ζωής, ανοίγει μια αστροπύλη. Μπαίνεις και δεν ξέρεις σε ποιον πλανήτη θα βγεις.

● Πώς σας βρίσκω αγαπητέ κύριε Ξανθάκη μου;

Εδώ, πώς να με βρεις. Δίπλα στο σπίτι μου είμαι. Με την πιτζαμούλα μου ήρθα! Παντοφλίτσες και τέτοια… σαν τις γριές.

● Και τι θ’ ακούσουμε στην ποιητική συλλογή που βγήκε τώρα, τζαζ ή και κλαρίνα από τον τόπο σου;

Κλαρίνα αποκλείεται. Ενας λόγος που εγκατέλειψα τα Τρίκαλα είναι ότι μισούσα τα κλαρίνα. Δεν τα άντεχα!

● Αποποιείσαι τη λαϊκή σου κουλτούρα δηλαδή;

Λαϊκή κουλτούρα μπορεί να είναι και τα μπουζούκια. Οχι, κοίτα, μετά από δεκαοχτώ μπίρες στο πανηγύρι, μια σούβλα κεμπάπ και τέσσερις σπληνάντερο, ok, αντέχεται το κλαρίνο και μπορεί να διασκεδάσεις. Αλλά αυτό το «ίου ίου – πίου πίου» που ακούς από τσίγκινα ηχεία σε ακόμα πιο τσίγκινα μαγαζιά, με συγχωρείτε πάρα πολύ, εγώ δεν μπορώ να το αντέξω. Εκτός αν το δεις ως φολκλόρ, η παράγκα με το ελενίτ από πάνω, τρεις το πρωί, κι έρχεται ο άλλος και σου παίζει κλαρινάκι στο αυτί. Εντάξει, αυτό έχει μια πλάκα! Νομίζω ότι δικαιούμαι να μη μ’ αρέσουν τα κλαρίνα!

● Εγώ πάντως ήξερα ότι μουσική για σένα είναι το ροκ…

Ναι, το μπλουζ το δωδεκάμετρο και «παίζει» σε όλη μου την προηγούμενη ποιητική συλλογή, το «Βερολίνο».

● Εδώ δηλαδή στο «Τζαζ» (Ιωλκός) έχουμε αυτοσχεδιασμό;

Ε ναι, γι’ αυτό και το έβγαλα «Τζαζ». Είναι πιο κοντά σ’ αυτή τη λογική.

● Ποιητικές συλλογές τέσσερις, αν δεν κάνω λάθος;

«Οι αόρατοι άνθρωποι» («Οδός Πανός»), Ξένα Μοντέρνα («Οδός Πανός»), το «Βερολίνο» («Ιωλκός») τώρα το «Τζαζ», και έχω βγάλει και ένα βιβλίο με διηγήματα «Μια παρτίδα πόκερ» (Δίαυλος).

● Η μουσική πάντως είναι μέσα σε κάθε βιβλίο σου…

Νομίζω ότι από αρχαιοτάτων χρόνων η μουσική πήγαινε μαζί με την ποίηση. Από το «Ανδρα μοι έννεπε…» μέχρι τώρα, που εμείς γράφουμε σε ελεύθερο στίχο, η μουσική είναι από κάτω και αυτό είναι και το μεγάλο πρόβλημα στο να μεταφραστεί η ποίηση. Τα λόγια είναι τα ίδια, αλλά η μουσική σε κάθε γλώσσα είναι άλλη.

● Πώς άρχισε αυτή η ιστορία για σένα με τους στίχους και τα ποιήματα;

Γράφω και στίχους και κάποιος τους έχει μελοποιήσει, ονόματα δεν λέμε, χμ μας διαβάζει τώρα νομίζω. Βασικά είμαι τεμπελόγατα…

● Τι σημαίνει αυτό; Πάντως το Φυσικό το έβγαλες!

Εντάξει, αλλά δεν είχα εκείνη την εποχή μυαλό για Φυσική και μαθήματα. Παίρναμε τα πτυχία για να μην γκρινιάζουν οι γονείς. Από κει και πέρα ήμουν προσανατολισμένος αλλού. Εδώ δεν έχω την υπομονή να κάτσω να γράψω μυθιστόρημα. Η αλήθεια είναι ότι και ιδέες έχω και το έχω σκεφτεί και θα μπορούσα να το κάνω. Ομως δεν έχω καμιά όρεξη να το κάνω, είμαι τεμπέλης και δεν θέλω να ζοριστώ!

● Δηλαδή λόγω τεμπελιάς έγινες ποιητής;

Είμαι δημιουργικός άνθρωπος, αν και στις μέρες μας είναι βρισιά. Σαν να λες είμαι ψωνάρα. Τέλος πάντων! Μ’ αρέσει να εκφράζω τη δημιουργικότητα μου σε μικρή φόρμα. Και δεν μ’ αρέσουν καθόλου οι άνθρωποι που πλατειάζουν πάρα πολύ. Αυτό δεν το αντέχω. Θες να το πεις τεμπελιά, πες το! Τα ποιήματά μου εγώ δεν τα συνθέτω, είναι όπως βγαίνουν εκείνη την ώρα από τον φούρνο! Δεν ξέρω αν είναι σωστό ή λάθος. Οπως βγαίνουν τα παιδιά από τις γυναίκες δηλαδή…

● Και τα νερά μπορεί να σπάσουν οπουδήποτε;

Τα περισσότερα βγαίνουν την ώρα που περπατάω ή οδηγάω και ξαφνικά εγώ πρέπει να το γράψω. Οδηγάς στην εθνική και σου έρχεται, πρέπει να το γράψεις τώρα, μπαίνεις στο πάρκινγκ και το γράφεις. Οντως το έχω κάνει αυτό!

● Θυμάσαι ποιο ποίημα ήταν αυτό;

Βέβαια! Από το «Βερολίνο». Το «Little boy blue». Λοιπόν, τα ξεγεννάω, τ’ αφήνω καμιά βδομάδα και μετά όσα αξίζουν τα κρατάω και τα δουλεύω. Βασικά περνάνε από τον προσωπικό μου editor, εκείνη που κοιμάται πλάι μου, τη Λήδα. Είμαι τυχερός. Ολοι χρειαζόμαστε έναν editor και είναι τραγωδία που ο πιο πολύς κόσμος δεν έχει. Εγώ έχω τη Λήδα, της τα πάω και μου λέει «Ξέρεις κάτι; Αυτό το έχεις γράψει άλλες δέκα φορές» ή «Αυτό είναι εξυπνακίστικο, δεν το πετάς καλύτερα;» και άλλα τέτοια!

● Τα πρώτα ποιηματάκια πότε τα έγραψες;

Θα σου πω το στόρι. Ημουν καλός μαθητής αλλά στη Β’ Λυκείου έκανα ένα breakdown. Οι γονείς μου ορφανοί και οι δύο και φτωχοί, ήθελαν να γίνω γιατρός. Τον αδερφό μου τον καταφέρανε, εμένα όχι. Από την πίεση τα ‘παιξα. Πέρασα ωστόσο στο Φυσικό πολύ άνετα. Με το που ήρθα στην Αθήνα, το ’82, επειδή είχε αλλάξει τελείως η κουλτούρα μου -από κει που ήμουν το καλό παιδάκι, το σπασικλάκι, ξαφνικά έγινα ένας τύπος πολύ τρελαμένος, τζαζεμένος καλή ώρα- άρχισα να ανακατεύομαι με πολλά πράγματα: από μουσικές, διαβάσματα, τα πάντα, εκτός από θέατρο, γιατί δεν το καταλαβαίνω. Ε, κάπως έτσι άρχισα και να γράφω σπαράγματα. Τα πρώτα tweets που θα λέγαμε σήμερα.

Μετά ξεκινήσαμε με φίλους να γράφουμε για τον «Θούριο», το περιοδικό του Ρήγα. Και στον «Σχολιαστή» έδινα κείμενα. Κάποια στιγμή, το ’87, έψαχναν παραγωγούς στο ερασιτεχνικό ραδιόφωνο Star Radio και πήγαμε κάποιοι.

● Την πρώτη εκπομπή πώς την ονόμασες;

«Τα ανεξάρτητα», γιατί έπαιζα Indie Rock. Κάθε Δευτέρα βράδυ, 12 με 2.

● Τι είναι το Indie Rock;

Ο,τι δεν είχανε οι μεγάλες εταιρείες και έβγαινε από μικρές και ανεξάρτητες. Μας ακούγανε πολλοί. Ηρθε μια μέρα ο συγχωρεμένος ο Βαγγέλης Γιαννόπουλος, που τότε έφτιαχνε τον Top FM. Μας λέει «Καλοί είστε εσείς, δεν έρχεστε;». E, πήγα εγώ και άλλοι δύο. Κάποια στιγμή χρειάστηκαν κάποιον στο Eιδησεογραφικό και πήγα κι εκεί. Ετσι μπήκα στη δημοσιογραφία.

● Και τι έκανες εκεί ως δημοσιογράφος;

Στη Σύνταξη ήμουνα και επειδή ήξερα αγγλικά και κάποια γαλλικά, λέω «μήπως να κάνω και διεθνείς ειδήσεις;» Βαριόντουσαν οι άλλοι να κάνουνε Διεθνή, γιατί δεν υπήρχε εκεί προοπτική για καριέρα και τα έκανα εγώ. Ελεγα και δελτία μαζί με τη Μαρία Σταμπουλή, η οποία είχε μια βαριά φωνή. Η δική μου ήταν ψιλή, με αποτέλεσμα να λένε «Ποιο είναι αυτό το κακομοίρικο το αγοράκι που βγαίνει δίπλα στον φορτηγατζή;»

● Με τα κόμικ, που ασχολήθηκες και επαγγελματικά για πολύ καιρό, πώς έγινε;

Από μικρός ήμουν τρελός με τη γελοιογραφία. Το ένα είναι η συνέχεια του άλλου. Κόλλησα. Επαιρνε ο αδερφός μου, που είναι τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος, «Μπλεκ», «Ζαγκόρ», «Αστερίξ» και τα καταβρόχθιζα. Τα αγαπάω πάρα πολύ.

● Εγώ σε θυμάμαι από τότε που έγραφες στο περιοδικό «Βαβέλ»…

Πήγα εκεί και τους είπα θέλω να γράφω και μου είπαν γράψε να δούμε τι ξέρεις. Εγραψα, τα βάλανε. Μετά έβγαλε ο Αγγελος Μαστοράκης το «9» στην «Ελευθεροτυπία» και με πήρε για δεξί του χέρι. Περάσαμε καλά. Αργότερα άρχισα να γράφω και στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία».

● Μεγάλη ιστορία το «9» τότε, πολύ μπροστά για την εποχή…

Σπουδαία ιστορία. Πρώτα το «Βαβέλ» και μετά το «9», βάλανε τα κόμικ στα σπίτια της «μέσης ελληνικής οικογένειας».

● Το κλείσιμο της «Ελευθεροτυπίας» πάντως έχει πονέσει πολύ κόσμο…

Μεγάλη πίκρα ήταν για μας. Σαν να έκλεινε το σπίτι μας. Γκρεμίστηκε ο κόσμος μου. Ημουν εκεί σχεδόν είκοσι χρόνια. Δεν μπορώ να πω πολλά, γιατί «δεν αντέχεται».

Το «όλο και χειρότερα» τελείωσε…

● Τι γίνεται με τον Παναθηναϊκό; Για να μην πω ότι κάποτε λέγαμε «παίζει ο Παναθηναϊκός, μην υπολογίζεις τον Ξανθάκη, θα είναι στο γήπεδο»…

Ε, τότε είχα διαρκείας! Τώρα δεν πολυπάω αλλά τα παρακολουθώ γιατί γράφω και αθλητικά. Θα μου πεις ποιητής και πάει γήπεδο; Το έκανε και ο Αναγνωστάκης, κυρία μου! Χωρίς να θέλω να συγκρίνω τον εαυτό μου με τον Αναγνωστάκη, εννοείται πως δεν είμαι τόσο παπάρας.

● Γιατί Χρήστο, οι ποιητές δεν κάνει να βλέπουν ποδόσφαιρο;

Δυστυχώς, υπάρχει μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα, ποιος το είχε πει να δεις ο Κούβελας, ότι οι ποιητές είναι λαπάδες. Οτι δηλαδή ο ποιητής είναι ένας φλώρος και φοράει κάτι φιόγκους και κυκλοφορεί κοιτώντας τα συννεφάκια.

● Εγώ πάντως ακούω για τους άλλους ποιητές που είναι στις underground καταστάσεις…

Αυτή με τους φλώρους ποιητές είναι μια ευρέως διαδεδομένη προκατάληψη, ο ποιητής Φαμφάρας δηλαδή. Πάντως εγώ νομίζω ότι όποιος γράφει ποιήματα δεν έχει καμιά αντίφαση στη ζωή, τρώει, πίνει, πάει γήπεδο, κάνει ό,τι κάνουν οι άλλοι. Αυτά είναι όλα πάρα πολύ φυσιολογικά.

● Διαβάζοντας τις ποιητικές σου συλλογές έχω την αίσθηση ότι έχεις επηρεαστεί από την μπίτνικ κουλτούρα. Ισχύει;

Μ’ αρέσει πολύ ο Φερλινγκέτι, τον θεωρώ τον μεγαλύτερο Αμερικανό λογοτέχνη του 20ού αιώνα. Ε, άμα σ’ αρέσει κάποιος, κάπως μπαίνει και μέσα σου.

● Ακόμα και ο τρόπος ζωής του;

Εμείς είμαστε πολύ μικροαστοί για να κάνουμε τη ζωή αυτών των ανθρώπων. Βλακείες όμως έχουμε κάνει όλοι κι εγώ προσωπικά πολλές όταν ήμουν νεότερος. Σημασία έχει πώς τα επεξεργάζεσαι, όχι να το παίζεις επαναστάτης και τύπος του υπόνομου. Αυτό άλλωστε, από κάποια στιγμή και μετά γίνεται λίγο ψύχωση και λίγο φιγούρα. Οτι δηλαδή και καλά «εγώ είμαι παιδί της νύχτας και εσύ είσαι παιδί της μέρας». Σιγά!

● Με τους Ελληνες ποιητές πώς τα πας;

Ο Σεφέρης κι ο Καβάφης είναι καταπληκτικοί μέσα στην τελειότητά τους. Αλλά εμένα μ’ αρέσουν περισσότερο οι ποιητές που είναι μεγάλοι αλλά και λίγο ατελείς, δηλαδή ποιητές όπως ο Ελύτης, ο Ρίτσος. Μ’ αρέσουν οι ποιητές που έχουν κάνει και λάθη, δεν ψειρίζουν τόσο πολύ τις λέξεις. Γι’ αυτό αγαπάω πολύ και τον Ασλάνογλου.

● Κάποιοι μπορεί να πουν «Ρε παιδιά, εδώ ο κόσμος καίγεται κι εσείς γράφετε ποίηση;»…

Πάντα καιγόταν ο κόσμος. Ακόμα και όταν είχαμε μεγάλους μισθούς. Απλώς καιγόταν από την ανάποδη. Αντί να καίγεται μες στην ανέχεια, καιγόταν μες στη βλακεία του «πού θα πάμε το βράδυ και που θα τα φάμε».

● Το επόμενο «κάψιμο» πού το βλέπεις;

Οπως έχει γράψει ο ρεπόρτερ Ξανθάκης, η κρίση τελείωσε το ’17.

● Εχεις τέτοιες πληροφορίες; Τελείωσε η κρίση;

Τελείωσε. Το «όλο και χειρότερα» τελείωσε. Τώρα υπάρχει μια πολύ σταδιακή και αργή άνοδος. Αυτό δεν σημαίνει ότι γίναμε μια πλούσια χώρα ή αφεντικό του εαυτού μας. Ομαλοποιήθηκε η κατάσταση. Κάπως, κουτσά στραβά, μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα.

● Σαν παιδί της Ανανεωτικής Αριστεράς, αν δεν κάνω λάθος, η μισή κυβέρνηση είναι φίλοι σου;

Ε ναι! Κατά τη γνώμη μου ο ΣΥΡΙΖΑ έχει σοβαρές πιθανότητες να κερδίσει και τις επόμενες εκλογές, γιατί απέναντί του δεν έχει μια σοβαρή αντιπολίτευση. Με τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη, ας πούμε, θα είχε θέματα. Τώρα υπάρχει μια αντιπολίτευση, η οποία έχει πρόβλημα με το σύμφωνο συμβίωσης, με την ταυτότητα φύλου, με τη φαρμακευτική κάνναβη και, ενώ η Αριστερά κατεβάζει όλα αυτά τα φιλελεύθερα μέτρα, δεν τα ψηφίζει. Αυτό όσον αφορά τα δικαιώματα, γιατί ως προς τα μνημόνια τα ψήφισε και τα εφαρμόζει κι ο ΣΥΡΙΖΑ και η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης είναι κεντροδεξιά. Παρεμπιπτόντως, ξέρω καλά ότι οι παλιοί μου σύντροφοι, δηλαδή ο Βούτσης, ο Σκουρλέτης, ο Φίλης, ο Κοντονής, θα βγουν φτωχότεροι από την πολιτική. Αυτό το ξέρω πάρα πολύ καλά. Δεν μπήκαν για να βγάλουν λεφτά.

● Εγώ τώρα κανονικά αντί για Ξανθάκη θα έπρεπε να σε αποκαλώ με το πραγματικό σου επώνυμο που είναι Μόσιαλος. Γιατί το άλλαξες;

Ξεκίνησε από τότε που ήμασταν πειρατές στο ραδιόφωνο. Κυνηγάγανε τους ερασιτέχνες. Οταν ήμουν στο Star Radio, λοιπόν, έψαχνα να βρω ψευδώνυμο και δεν έβρισκα. Ηταν στους Θρακομακεδόνες το ραδιόφωνο και τότε έπαιρνα τρία λεωφορεία για να φτάσω. Κι όπως ανέβαινα την Αχαρνών για να πάω να κάνω την πρώτη εκπομπή, κοιτάω στο κοσμικό κέντρο «Αννέτα», βλέπω έναν τραγουδιστή Δημήτρη Ξανθάκη. Λέω, φιλαράκι, αυτό είναι όνομα!

● Ωστόσο είσαι Χρήστος Μόσιαλος που γεννήθηκε στα Τρίκαλα «του και της»;

Του Αρχοντή και της Βασιλικής. Ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου, μου λείπει πολύ. Απ’ αυτόν κληρονόμησα το χιούμορ και το «ανάποδο μυαλό» μου. Ηταν ένας καταπληκτικός φιλόλογος, αριστερός, που όλη του τη ζωή δίδασκε σε Θηλέων. Τον αγαπούσαν πολύ. Είχε κάνει και Γεντί Κουλέ ως ΕΠΟΝίτης και μέχρι να έρθει το ’74 ήταν για την αστυνομία ο συνήθης ύποπτος. Η μαμά μου δούλευε όλη μέρα, δεν τη βλέπαμε. Ηταν δικαστική επιμελήτρια αρχικά, είχε βγάλει τη Νομική και μετά έγινε συμβολαιογράφος. Ηταν σκυλί του πολέμου, μας έσωσε. Μας έφτιαξε και με το παραπάνω. Από εκεί που ήμασταν πάμφτωχοι γίναμε κανονική οικογένεια της μεσαίας αστικής τάξης.

● Πάντως στο facebook, που είσαι πολύ δραστήριος και δημοφιλής, σου έχουν μεγάλη αδυναμία οι γυναίκες!

Γιατί τους έχω και εγώ! Βέβαια, στη βαθιά επαρχία του ’70 μεγάλωσα, με τις αντιλήψεις ότι η γυναίκα είναι για πέταμα. Καφρίλα. Ηρθα όμως Αθήνα, ψάχτηκα, συζήτησα, έβαλα μυαλό. Μπαίνοντας σε ένα περιβάλλον σκεπτόμενων και προοδευτικών ανθρώπων είναι αμαρτία των αντρών να παραμένουν βλάκες.

● Το Βερολίνο είναι η αγαπημένη σου πόλη; Της αφιέρωσες και τον τίτλο του προηγούμενου βιβλίου…

Το αγαπώ το Βερολίνο. Ξεκίνησε από το «Βerlin» του Μπάουϊ, αλλά και από την άλλη αγαπημένη μου πόλη, τη Θεσσαλονίκη, που τότε στις αρχές του ’80 τη λέγαμε «μικρό Βερολίνο». Ηταν πολύ ωραία εποχή, εκεί τότε γνώρισα και «εκείνη που κοιμάται πλάι μου». Αφού καμιά φορά λέω «εγώ παντρεύτηκα τη Θεσσαλονίκη»…

● Θα στείλεις από δω ένα μήνυμα σε εκείνη που κοιμάται πλάι σου;

Για να σκεφτώ… Α, το βρήκα: περισσότερες τηγανιτές πατάτες!

● Και με τις γάτες τι τρέχει βρε παιδί μου;

Υπάρχουν δυο είδη ανθρώπων, που λένε κι οι Εγγλέζοι, οι «dog people» και οι «cat people». Ε, εγώ είμαι με τις γάτες, γιατί όπως λέει κι εκείνη που κοιμάται πλάι μου οι γάτες δεν είναι ούτε καλές ούτε κακές, είναι σούργελα! Τα σκυλιά είναι καλά παιδιά, αλλά εμένα μ’ αρέσουν τα σούργελα. Πάντως οι γάτες με έχουν κάνει πιο ανεκτικό και πιο ισορροπημένο. Γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος ζώντας με τα ζώα.

● Πες μου ένα ποίημα από τα πρώτα σου που του ‘χεις αδυναμία για να κλείσουμε…

Είναι το ο «Λόγος που σ’ αγαπάω».

Στη μέση της θάλασσας

κάτω απ’ το κύμα

στη μέση του έρημου πλοίου

ένα δαχτυλίδι

μ’ ένα μαργαριτάρι

στην κοιλιά του ψαριού

μαθαίνουν να λένε φωνήεντα

φωνήεντα, σύμφωνα, φράσεις

και ψιθυρίζουν σιγά

τ’ όνομά σου