Για να είμαστε ειλικρινείς πρόκειται για ένα έργο-παγίδα. Φαίνεται μικρό, σχεδόν απλό: μια νεαρή αριστοκράτισσα, ένας υπηρέτης, μια μαγείρισσα, μια νύχτα, ένα σπίτι, μια έλξη. Τι πιο απλό; Στην πραγματικότητα όμως το «Δεσποινίς Τζούλια» του Αυγούστου Στρίντμπεργκ είναι ένα από τα πιο ύπουλα και σκληρά κείμενα του ευρωπαϊκού θεάτρου. Γράφτηκε το 1888 και ανήκει στον πυρήνα του νατουραλιστικού δράματος, εκεί όπου ο άνθρωπος μόνο ως «ελεύθερη ψυχή» δεν εμφανίζεται, παρά ως πλάσμα παγιδευμένο στην τάξη, στο φύλο, στην καταγωγή, στο ένστικτο και στην κοινωνική του θέση.
Στην παράσταση, σε σκηνοθεσία Γιάννη Τσορτέκη στο θέατρο Χώρος, με την Ελενα Μαυρίδου στον ρόλο της Τζούλιας, τον ίδιο τον Τσορτέκη ως Ζαν και τη Νεκταρία Γιαννουδάκη ως Κριστίν, το έργο παρουσιάζεται σε μια συμπυκνωμένη εκδοχή διάρκειας περίπου μίας ώρας συναρπαστικά γεμάτης. Η μετάφραση είναι του Ερρίκου Μπελιέ, η πρωτότυπη μουσική και ο σχεδιασμός ήχου του Γιώργου Μαυρίδη, οι φωτισμοί του Περικλή Μαθιέλλη και η σκηνική εγκατάσταση του Παναγιώτη Κουλουρά.
Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι ο Τσορτέκης δεν μοιάζει να αντιμετωπίζει τη «Δεσποινίδα Τζούλια» ως κοστούμι εποχής, ούτε καν ως μια ερωτική ιστορία με τις όποιες προεκτάσεις. Την πιάνει κυριολεκτικά από τον λαιμό: ξεκάθαρα ως έργο εξουσίας. Και καλά κάνει. Γιατί το κεντρικό ζήτημα δεν είναι απλώς αν η Τζούλια επιθυμεί τον Ζαν ή αν ο Ζαν εκμεταλλεύεται την Τζούλια. Το κεντρικό ζήτημα είναι ποιος έχει δικαίωμα να επιθυμεί, ποιος πληρώνει την επιθυμία του και ποιος μπορεί να επιβιώσει μετά την παραβίαση των κοινωνικών ορίων. Αν αυτό δεν είναι απολύτως σύγχρονο, δεν ξέρω τι είναι.
Η Τζούλια είναι μια γυναίκα που αφήνεται, που πέφτει από το επίπεδό της (κοινωνικό και όχι μόνο). Αλλά δεν είναι μόνο αυτό – είναι ένα πρόσωπο διχασμένο ανάμεσα στο προνόμιο και την ασφυξία. Εχει ανώτερη καταγωγή, τάξη, όνομα, εξουσία, αλλά όχι πραγματική ελευθερία. Ο Ζαν, αντίστροφα, δεν είναι απλώς ο υπηρέτης που έχει βλέψεις. Είναι η ταξική φιλοδοξία σε ανθρώπινη μορφή: μορφωμένος αρκετά για να μισεί τη θέση του, αλλά όχι αρκετά ισχυρός για να την υπερβεί. Οχι δίχως βία τουλάχιστον. Η Κριστίν, πάλι, είναι ίσως το πιο σκληρό πρόσωπο του έργου. Ακριβώς γιατί αποδέχεται τον κόσμο όπως είναι. Η δική της λογική είναι η λογική της επιβίωσης.
Η σκηνοθετική ιδέα δίνει ιδιαίτερο βάρος στη μουσική, η οποία παίζει «ασταμάτητα» σαν παλμός που σπρώχνει τα πρόσωπα προς τα όριά τους. Αυτό μπορεί να λειτουργήσει εξαιρετικά, αν και ο Στρίντμπεργκ δεν χρειάζεται αισθητικό θόρυβο για να γίνει σκληρός. Η αγριότητά του βρίσκεται στην ψυχρή μετατόπιση της δύναμης: μια κουβέντα, μια χειρονομία, μια ματιά αλλάζουν κάθε φορά τον κυρίαρχο και τον ηττημένο. Κάτι που επιτυγχάνεται επί σκηνής, σκηνοθετικά και ερμηνευτικά.
Το δυνατό χαρτί της παράστασης εκ των πραγμάτων είναι το τρίγωνο των ηθοποιών. Η Μαυρίδου έχει τη σκηνική ποιότητα να παίξει την Τζούλια όχι ως «υστερική αριστοκράτισσα», αλλά ως σώμα σε αποσύνθεση: περήφανη, εκτεθειμένη, επικίνδυνη και ήδη καταδικασμένη. Ο Τσορτέκης από την άλλη μπορεί να δώσει στον Ζαν τη γήινη, λαϊκή, σχεδόν κτηνώδη ευφυΐα που χρειάζεται ο ρόλος. Ο Ζαν βέβαια δεν είναι απλώς «σκληρός άντρας». Πρέπει να είναι κοινωνικό δηλητήριο: γοητευτικός επειδή ξέρει, απωθητικός επειδή υπολογίζει. Οσο για την Κριστίν της Γιαννουδάκη, παρουσιάζεται ως να μένει στο περιθώριο, ενώ στην πραγματικότητα είναι ο άξονας της κανονικότητας. Είναι εκείνη που υπενθυμίζει ότι η κοινωνία δεν διαλύεται επειδή δύο άνθρωποι παραφέρονται. Η Κριστίν είναι η τάξη πραγμάτων που επιβιώνει.
Η παράσταση έχει ισχυρό υλικό, δυνατό θίασο και καθαρή σκηνοθετική αφετηρία. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν θα εμπιστευτεί εξ ολοκλήρου την ασφυξία του ίδιου του έργου δίχως σκηνική ένταση. Ολοι οι ήρωες είναι τραγικοί και αυτό φαίνεται από τις παύσεις, τον φόβο τους, αλλά και την πείνα (αυτή είν’ η λέξη) για κάτι άλλο. Κάτι ωμό, σχεδόν σαρκοφαγικό.
ℹ️ «Δεσποινίς Τζούλια» | Δευτ. 25/5, Τρ. 26/5, Παρ. 29/5 και Σάββ. 30/5 στις 18.30, 21.00. Στο θέατρο Χώρος (Πραβίου 6-8, Βοτανικός). Προπώληση: more.com
