Σκηνοθετεί και παίζει στο «Ανθρωποι και Ποντίκια» του Στάινμπεκ, που θα συνεχιστεί και του χρόνου. Πρωταγωνιστεί στη «Σπασμένη Φλέβα», την τελευταία ταινία του Γιάννη Οικονομίδη, που θα παιχτεί και στα θερινά σινεμά, πήρε διανομή και στη Γερμανία και θα βγει και στις ΗΠΑ. Τέλος, σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί στο έργο «Ο Σωσμένος» του Εντουαρντ Μποντ, που έχει «πειράξει» μαζί με τη Λένα Κιτσοπούλου (σ.σ. η τελευταία σκηνή είναι δικής της έμπνευσης και φαίνεται – είναι σαν «επίμετρο» εντελώς κιτσοπουλικό).
Το έργο («Saved»), εξαιρετικό και πολύ προσωπικό για τον συγγραφέα, περιγράφει τη βία που αναδύεται από τη φτώχεια και την κοινωνική υποβάθμιση σε όλα τα επίπεδα, με έντονες αναφορές στον πόλεμο του Βιετνάμ τότε. Ανέβηκε για πρώτη φορά το 1965 στην Αγγλία και κατέβηκε την ίδια μέρα (δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί καν η παράσταση, καθώς υπάρχει μια έντονη σκηνή με ένα μωρό που δεν άντεξαν οι θεατές – στην παράσταση του Μπισμπίκη αποδόθηκε πραγματικά αριστοτεχνικά, σχεδόν καφκικά). Το 1970, σπάζοντας τη λογοκρισία της εποχής στην Αγγλία, ανέβηκε και πάλι. Τώρα η δράση μεταφέρεται στην Ελλάδα τού σήμερα, αλλά με πολλά στοιχεία τού τότε, που κάνουν την ατμόσφαιρα της παράστασης από αχρονική έως διαχρονική. Με απλά λόγια, από τις καλύτερες στιγμές της ομάδας Cartel και των Μπισμπίκη – Κιτσοπούλου.
Πριν περάσουμε στη συνέντευξη με τον Βασίλη, μας τόνισε πως θέλει να πούμε για το ζήτημα των Προσφυγικών στην Αλεξάνδρας, που ο ίδιος μαζί με πάνω από ακόμα 200 καλλιτέχνες (Αλεξίου, Λάνθιμος, Μποφίλιου κ.ά.) ζητούν να παραμείνουν οι άνθρωποι εκεί, να ακυρωθεί η σύμβαση με την Περιφέρεια, να περάσει το πρόγραμμα στην ΑΜΚΕ των κατοίκων εκεί κ.ά.

● Φέρατε το έργο στο σήμερα 60 χρόνια μετά. Τότε συγκλόνισε το κοινό με την ωμή απεικόνιση της βίας. Σήμερα την έχουμε συνηθίσει;
Η βία – αυτή είναι το κοινό σημείο τού τότε με το τώρα. Τότε, μετά τον Β’ Π.Π., μέσα στον πόλεμο του Βιετνάμ η εργατική τάξη στο Λονδίνο στέναζε, οι νέοι μεγάλωναν μέσα στα ναρκωτικά και την περιθωριοποίηση. Ο Λόρενς Ολιβιέ είχε γράψει ως κριτική για τον «Σωσμένο» πως όσα γίνονται στις δημόσιες τουαλέτες του Λονδίνου δεν απέχουν από τα όσα περιγράφει ο Μποντ. Γίνονταν, δηλαδή, φριχτά πράγματα. Σήμερα στην Ελλάδα η υποβάθμιση είναι όχι τόσο ταξική, καθώς υπάρχει εργασιακή ρευστότητα, αλλά πολυεπίπεδη: πιτσιρικάδες μαχαιρώνονται, έφηβοι αυτοκτονούν, γυναίκες δολοφονούνται μπροστά στα παιδιά τους, νέα παιδιά πεθαίνουν δίχως απολύτως κανέναν λόγο. Η βία για τη βία. Και βλέπεις πως ισχύει για όλους, φτωχούς και πλούσιους. Η βία είναι το τελικό προϊόν μιας κοινωνίας που κάνει πως δεν βλέπει. Αυτοί οι νέοι είναι αυτό το προϊόν: οικογενειών που δεν ακούνε, δασκάλων που δεν μπορούν ή δεν τους αφήνουν να κάνουν τη δουλειά τους και μιας εξουσίας που θεμελιώνεται στον φόβο. Αυτό που βλέπω εγώ είναι πως δεν υπάρχει πια σύνδεση! Συνδεόμαστε με τις οθόνες και όχι με τους ανθρώπους. Πώς ένα παιδί που δεν μπορεί να συνδεθεί ούτε με την οικογένειά του θα υπάρξει; Πώς θα μπορέσει ένα έφηβος να διαχειριστεί τα συναισθήματά του; Τους φόβους, τις επιθυμίες, την οργή, την απογοήτευση, αυτό το «δεν ξέρω τι μου φταίει», αν δεν μπορεί καν να μιλήσει γι’ αυτά, αλλά κρίνεται συνεχώς; Εχει την ανάγκη να υπάρξει να ψάχνει κάπου να ταυτιστεί. Να μπει σε ομάδες. Αυτές μπορεί να είναι συμμορίες, χούλιγκαν… Εκεί, για να επιβιώσει, πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί. Να κάνει κάτι κακό δηλαδή, κάτι που να φανεί στον αρχηγό ως «έπαθλο». Το παιδί αυτό μπορεί να μην είναι βίαιο, αλλά μπαίνοντας εκεί, για να γίνει αποδεκτός, θα κάνει όλα αυτά τα ανήκουστα που γίνονται. Και σαν μπεις σε αυτό το τριπάκι, μετά γίνεται συνήθεια. Παγώνεις συναισθηματικά, τρέφεσαι μόνο από τη βία… Εδώ το βλέπουμε στους ενήλικες, πόσο μάλλον στα παιδιά…
● Οπότε το σύνολο, η ομάδα, είναι που μας έλκει…
Δεν μπορούμε να υπάρξουμε ως μονάδες. Γι’ αυτό έχουμε απανθρωποιηθεί, γιατί ο καθένας κοιτάει τον εαυτό του και τον χάνει ταυτόχρονα αφού δεν ενδιαφέρεται για τον άλλον. Μην έχοντας αίσθηση και ενσυναίσθηση, τον εαυτό σου τον έχασες φίλε μου. Αυτό το βλέπουμε αρχικά στην οικογένεια: η οικογένεια είναι το λίπασμα της κοινωνίας. Φέρει και μεταφέρει τις παθογένειες η μία στην άλλη. Και φυσικά η εκάστοτε εξουσία βάζει τους δικούς της καρπούς σε αυτό το χώμα. Και η βία ανθεί σε πρόσφορο έδαφος: όταν υποβαθμίζεται η παιδεία και ο πολιτισμός, ξέχασε όλα τ’ άλλα. Παιδεία και πολιτισμός: αν δεν υπάρχουν αυτά τα δύο, δημόσια και με ισχυρά στηρίγματα και από το κράτος, χαθήκαμε. Τελειώσαμε. Ηδη το πράγμα έχει ξεφύγει και μάλιστα πάρα πολύ. Αλλά να το ξέρουμε: και η οικογένεια και η παιδεία και ο πολιτισμός είναι πολιτικοί θεσμοί. Μας κάνουν πολίτες και στο χέρι μας είναι να τους προστατεύσουμε. Βέβαια όχι μόνο στο δικό μας.
● Ναι, αλλά όταν κάποιος πασχίζει να επιβιώσει, πώς να σκεφτεί τον πολιτισμό;
Πάντα στην Ελλάδα ο πολιτισμός ήταν λαϊκός και εξαιρετικά υψηλού επιπέδου. Λαϊκός εννοώ πως προερχόταν από ανθρώπους που είχαν αγωνιστεί, μορφωμένους ανθρώπους και ακόμα κι αν κάποιοι ανήκαν στην ελίτ της εποχής, πάλι τα θεάματα ήταν για όλους. Φυσικά όταν ο γονιός κάνει τρεις δουλειές για να βγάλει τον μήνα, πώς να δώσει μετά ποιοτικό χρόνο στο παιδί του; Φυσικά είναι πολιτικό το ζήτημα. Και λες, μα εσύ τους ψηφίζεις όλους αυτούς που σε αποτελειώνουν. Τους ψηφίζουν πιστεύοντας πως θα επιβιώσουν έτσι, πως θα βοηθηθούν, με τη ρεμούλα, με το ρουσφέτι. Και είδαμε πού καταλήγουν όλα αυτά: στην πλήρη διάβρωση της κοινωνίας και σε νέους να στρέφονται στην καταστροφή ή την αυτοκαταστροφή. Φαύλος κύκλος. Τραγικά καταστροφικός.
● Ο «σωσμένος» λοιπόν ποιος είναι τελικά;
Καταρχάς, αν δεν σταματήσουμε να είμαστε εγωιστές, κανείς δεν θα σωθεί! Ακόμα και αν ο αγώνας για την επιβίωση σε κάνει εγωιστή, τελικά καταλήγεις γελοίος. Χάνουμε το κέντρο μας έτσι, την αλήθεια μας, τις αρχές μας. Το να κάνεις εκπτώσεις στις αρχές σου οδηγεί στην κατάπτωση εσού του ιδίου και όλων όσοι σε συναναστρέφονται. Αλλά και το αντίθετο: το να συνεχίζεις να αγωνίζεσαι δυναμώνει το σύνολο. Αλλά θέλει κόπο και συνεχή αγώνα και ξανά να σταθείς όρθιος και πάλι και ο άνθρωπος δεν το επιλέγει το δύσκολο. Που είναι δύσκολο πολύ. Αλλά αν είσαι με άλλον μαζί, από μια ομάδα θεατρική έως ένα κοινωνικό σύνολο ευρύτερο, όλα γίνονται αν όχι πιο εύκολα, πιο όμορφα. Εμείς οι μεγαλύτεροι έχουμε και μεγαλύτερη ευθύνη. Εχω έναν γιο στην εφηβεία. Τον βλέπω, τον νιώθω. Και γι’ αυτό ανέβασα τον «Σωσμένο», γιατί βλέπω τις ανάγκες του παιδιού μου και σε τι κόσμο ζει. Και έχω ευθύνη απέναντι σε όλα αυτά.
● Επιστρέφοντας στο έργο, σήμερα ποια είναι η πραγματική λογοκρισία; Το κράτος, η αγορά, η τηλεοπτική εικόνα, τα κοινωνικά δίκτυα, ο φόβος του καλλιτέχνη να μη χάσει το κοινό του; Το έχεις βιώσει;
Εγώ σωσμένος δεν είμαι, ας ξεκινήσουμε από εκεί. Δεν είμαι σωσμένος. Δεν με προστατεύει τίποτα. Ειδικά τελευταία κοιτάζω να βγει η κάθε μέρα. Μέρα τη μέρα. Δεν μιλάω για την ιδεολογία, τα συναισθήματα και τα πιστεύω μου. Μιλάω για τα όσα ζω απέξω – αυτά είναι οχετός. Οχι μόνο έχουμε συνηθίσει, αν όχι εθιστεί, στη βία της καθημερινότητας, αλλά στήνουμε και δημόσια δικαστήρια. Τηλεοπτικά συνήθως. Εγώ το έχω βιώσει στα πάντα μου: για τη Δέσποινα (σ.σ. Βανδή) και τη σχέση μας, για το πώς κινούμαι, πώς φαίνομαι, για το περιστατικό με το αυτοκίνητο. Είναι ασύλληπτα παρεμβατικός ο τρόπος που παρουσιάζονται δημόσια όλα αυτά, πάνω μου έγινε ανθρωποφαγία. Από την άλλη, ως καλλιτέχνης ο καθένας μας φυσικά σκέφτεται το να αρέσει στο κοινό. Και αυτό είναι μια τεράστια παγίδα, γιατί παύεις έτσι να είσαι προσωπικός με την τέχνη σου. Ολα αυτά που ανέφερες ως φορείς λογοκρισίας μπορούν να σε κλείσουν στο σπίτι, να σου κλείσουν το μυαλό, να μην μπορείς να είσαι εσύ πραγματικά. Αν εγώ δηλαδή άκουγα όλα όσα λένε για μένα, αν προσπαθούσα να υπάρξω στην εικόνα που θέλουν για μένα, θα είχα χαθεί.
● Τι μπορεί να μας κρατήσει;
Αυτό που αγαπάμε αληθινά. Εμένα με κρατάει η τέχνη, η Δέσποινα και οι δικοί μου άνθρωποι. Η τέχνη είναι μεγάλο καταφύγιο, το μεγαλύτερο στη δική μου ζωή. . Γι’ αυτόν τον λόγο επέλεξα να κάνω αυτήν την τέχνη: για να φεύγω από την πραγματικότητα και να μπαίνω μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Τον θεατρικό. Και μέσω αυτού να κάνω τον αγώνα μου για όλους μας. Γι’ αυτό και θέλω ο θεατής, φεύγοντας από την παράσταση, να φύγει με ερωτήματα κυρίως για τον ίδιο. Και αυτή η παράσταση είναι ένα σοκ, όπως τα περισσότερα που κάνω. Με το σοκ εμβολίζεις καλύτερα την ψυχή του θεατή. Ωστε να γεννηθούν στο μυαλό του ερωτήματα που τον αφορούν προσωπικά. Αυτό θέλω. Να προβληματιστεί. Να μείνει σε αυτό και μετά. Οπως γίνεται κάθε φορά μετά τις παραστάσεις στο καφενείο έξω από το θέατρο ή όπως έκανε η ταινία του Γιάννη (σ.σ. Οικονομίδη): να μείνουν οι παρέες, να μιλήσουν, να γίνει διάλογος ουσίας.
ℹ️ «Ο Σωσμένος»
Θα παιχτεί σήμερα και το επόμενο Σάββατο 30/5, στις 21.00. Προπώληση: more.com (σ.σ. τα εισιτήρια εξαντλούνται άμεσα). Παίζουν (εξαιρετικά): Β. Μπισμπίκης, Λ. Κιτσοπούλου, Στ. Τυριακίδης, Α. Κουκιάς, Α. Δέλτα, Γ. Κατσιμίχας, Λ. Αγουρίδας, Ε. Γεωργακοπούλου. Στο θέατρο Cartel (Λεωφόρος Κηφισού 41, Αιγάλεω, τηλ.: 6939898258).
