Μην κοιτάμε τη Μύκονο όπως είναι τώρα και τα τελευταία χρόνια, με τον Ρέμο και τους Αραβες στο «Nammos» στην Ψαρού. Η Μύκονος παλιότερα ήταν εντελώς διαφορετική. Και πολύ γοητευτική.
Δεν σύχναζαν εκεί τα δήθεν σελέμπριτι, αλλά αληθινοί κοσμοπολίτες και μποέμ τύποι. Η Μύκονος ήταν ελεύθερη και ελευθεριάζουσα και αυτή τη Μύκονο καταγράφει ο διάσημος dj της εποχής Αντώνης Μακραντώνης στο βιβλίο του «Μύκονος – μια μυθολογία» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ελευθερουδάκη.
Ο Αντώνης έζησε το νησί στα πιο καλά του χρόνια και μας μεταφέρει πολλές και αυθεντικές ιστορίες από εκεί.
«Ολοι παίζουν με όλους» γράφει σε ένα απόσπασμα του βιβλίου του. «Ή τουλάχιστον μ’ αυτούς που γουστάρουν. Αυτό είναι ένα απ’ τα πνεύματα του νησιού. Το ερωτικό παιχνίδι. Οι εφήμερες σχέσεις. Ελεύθερα μπορείς να προσπαθήσεις να ψήσεις οποιαδήποτε ή οποιονδήποτε και βέβαια οποιοσδήποτε ή οποιαδήποτε μπορεί να προσπαθήσει να σε ψήσει. Ωριμες γυναίκες μπορούν να φλερτάρουν με τεκνά και μεγαλούτσικοι με νέα κορίτσια, χωρίς περιορισμούς, αναστολές, ντροπές, χωρίς τύψεις. Παντρεμένοι ή ελεύθεροι, μικροί ή μεγάλοι, gay ή straight, όμορφοι ή άσχημοι, καλλίγραμμοι ή όχι εξισώνονται σε όντα που εδώ ψάχνουν παντού να βρουν παρτενέρ της αρεσκείας τους. Αυτός υποτίθεται ότι είναι ένας τόπος ζευγαρώματος όλο το εικοσιτετράωρο, ακριβώς όπως συνέβαινε εδώ στο πρόσφατο παρελθόν».
● Γιατί έγραψες αυτό το βιβλίο;
Διότι αγαπώ τη Μύκονο και τους ανθρώπους της. Διότι για όποιον ενδιαφέρεται να μάθει για κείνα τα χρόνια στο νησί, δεν υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες συγκεντρωμένες και εύκολα προσιτές.
Υπάρχουν συνεντεύξεις διάφορες στο Διαδίκτυο και σε περιοδικά, αλλά χρειάζεται έρευνα, εργατοώρες να συγκεντρωθούν.
Σήμερα οι άνθρωποι τρέχουν με υψηλές ταχύτητες, δεν έχουν χρόνο διαθέσιμο. Τι συνέβαινε στη Μύκονο στα 70s και στα 80s είναι μύθος για τους σύγχρονους.
Εξ ου και ο τίτλος του βιβλίου. Διότι οι μνήμες δεν πρέπει να χαθούν. Στη Χώρα τα σοκάκια, τα κτίρια είναι τα ίδια τότε και τώρα.
Αλλά τα ντουβάρια δεν έχουν φωνή. Οι νέοι δικαιούνται να ξέρουν τι συνέβη. Τι έκανε ο παππούς, η γιαγιά, ο πατέρας, η μάνα, τι ήταν αυτό το κτίριο τότε κτλ.
Διότι φίλοι και γνωστοί με προέτρεψαν, με παρακίνησαν και είχα εμπειρία, μνήμες, βοήθεια και χρόνο να το κάνω.
Διότι ήταν έστω ελάχιστο αλλά το μοναδικό που μπορούσα να προσφέρω σ’ αυτόν τον τόπο που για πολλά χρόνια μού χάρισε ευδαιμονία και όχι μόνο.
● Πώς ήταν λοιπόν η Μύκονος τότε;
Ηταν ένα νησί με δύσκολη πρόσβαση και σκληρές συνθήκες διαβίωσης. Δίπλα στη Δήλο, τόπο στην Ελλάδα αρχαιολογικά και μυθολογικά σπουδαίο, πόλο έλξης διανοουμένων και μελετητών της ελληνικής αρχαιότητας, που έρχονταν απ’ όλο τον κόσμο.
Ηταν ένας διάσημος τουριστικός προορισμός. Για ενημερωμένους, «προχωρημένους» της εποχής. Που έρχονταν να βιώσουν εμπειρίες έξω και πέρα από τις συμβάσεις και τα ήθη της (τότε πολύ συντηρητικής) κοινωνίας.
Εναν τρόπο ζωής σε μια χαλαρή, αισθησιακή ατμόσφαιρα. Σ’ ένα νησί του Αιγαίου φιλικό για παραβάτες, όπως γυμνιστές, μεθυσμένους, μαστουρωμένους, gay, λεσβίες, τρανς, τραβεστί κ.λπ.
Ηλιόλουστο, ανεμοδαρμένο, λιτό, γραφικό, με αμέτρητες παραλίες και κατακάθαρα νερά. Με κατοίκους φιλικούς, φιλόξενους, ανεκτικούς στις ιδιαιτερότητες των άλλων, με αυθεντικές, ιδιαίτερες προσωπικότητες.
Οι επισκέπτες απολάμβαναν το περιβάλλον, φύση (ήλιο, αέρα και θάλασσα), μοναδική ατμόσφαιρα νυχτερινής διασκέδασης στα μπαρ-νάιτ κλαμπ, ελεύθερο σεξ και ιδιωτικότητα (privacy).
● Δεν ήταν ακριβό νησί;
Είχε χαμηλές (για τα πορτοφόλια τους) τιμές. Οταν έφτασα εκεί, τα «rooms» κόστιζαν από ένα δολάριο την ημέρα και μπορούσες να φας καλά με λιγότερα. Τα ποτά είχαν τιμές αντίστοιχες, τα μαγαζιά ελεύθερη είσοδο και δεν υπήρχε minimum charge.
↳1980. Ηλιοθεραπεία σε χαλαρή ατμόσφαιρα στο σπίτι του Νικηφόρου Βουράκη στον Πλατύ Γιαλό. Στο κέντρο: όρθιος Γιάννης Γκισάκης. Από δεξιά καθιστοί: Στέφανος (dj στο κλαμπ «The Trip» στην Πλάκα), Ηλία Καλαρούκης (μπάρμαν στο «Mad Club Μυκόνου») Αδριανός Εμπειρίκος (dj στην «ντίσκο 11» στην Πλάκα), Lucinda (φιλενάδα του Γιάννη Γκισάκη). Αριστερά πίσω της, όρθιες, δύο φίλες της. Φωτ. από το αρχείο του Ν. Βουράκη
● Τότε διασκεδάζατε καλύτερα σε σχέση με το πώς διασκεδάζουν σήμερα;
Οι άνθρωποι ήταν αυθεντικοί, καθένας έπαιζε τον αληθινό του εαυτό και δεν υπήρχαν περιορισμοί, κανόνες. Οι περισσότεροι ήταν extreme, αλλά υπήρχαν και μετριοπαθείς.
Δεν υπήρχαν διακρίσεις. Δεν υπήρχε mainstream αλλά υπέρβαση των καθιερωμένων στην ένδυση, στις συμπεριφορές, στις μουσικές.
Υπήρχαν πολλά είδη μουσικής και χορού για όλα τα γούστα, να διαλέξεις. Κάθε μαγαζί είχε τη δική του συνταγή.
Soul, funk, disco, rock, κλασική, jazz, χασάπικα, ζεϊμπέκικα, νησιώτικα. Φτωχοί και πλούσιοι, μορφωμένοι και αμόρφωτοι, gay και straight, μεγάλοι και μικροί διασκέδαζαν μαζί. Τα μαγαζιά ήταν μικρά και γέμιζαν ασφυκτικά.
● Πολυκοσμία, έτσι;
Αυτή η πολυκοσμία μέσα αλλά κι έξω στα σοκάκια διευκόλυνε την αλληλεπίδραση, την επικοινωνία, το φλερτ. Εβγαινες από το ένα μπαρ κι έμπαινες στο άλλο μέχρι το πρωί. Μέχρι να βρεις να σκοράρεις.
Καλή για τους νέους νυχτερινή διασκέδαση σημαίνει να φας καλά, να «πιεις» καλά, ν’ ακούσεις μουσική, να χορέψεις, να φλερτάρεις, να κάνεις σεξ. Με αυτή τη σειρά πάνω-κάτω. Τότε και τώρα.
Ετσι διασκεδάζαμε στη Μύκονο τότε. Για μένα ήταν διασκέδαση, ψυχαγωγία και επάγγελμα.
↳ 1980. Η παραλία Paradise από την Ανατολή προς τη Δύση. Αριστερά, τα κτίρια του Paradise Camping. Μπροστά στη θάλασσα το εστιατόριο (πρώην ταβέρνα του Φρέντι). Δεξιά, το κτίριο του «Paradise Bar-Disco» (σήμερα Tropicana club PARADISE BEACH, MYKONOS). Πίσω από τον λόφο είναι η παραλία Παράγκα. Φωτ. από καρτ-ποστάλ από το αρχείο του συγγραφέα
● Πόσα χρόνια πέρασες στη Μύκονο;
Στη Μύκονο πρωτοπήγα τον Αύγουστο του 1974. Αποχώρησα μετά από συνεχή παρουσία στην ενεργό δράση το 1990.
● Με τι συναισθήματα πήγες;
Δεν είχα επιλέξει να πάω. Με πήγαν άρον άρον. Μια Αγγλίδα που ήθελε να με παντρευτεί, είχε προπληρώσει από την Αγγλία για τη διαμονή μας εκεί.
Ηρθε στην Αθήνα και με πήρε σώνει και καλά να πάμε στη Μύκονο να κάνουμε διακοπές και να συζητήσουμε για τον γάμο μας. Τις πρώτες τρεις μέρες που βίωσα εκεί, ο τόπος και ο τρόπος ζωής με γοήτευσαν, βρήκα δουλειά και έμεινα.
Αισθάνομαι τυχερός διότι οι Ελληνες (όχι Μυκονιάτες) που έζησαν και έδρασαν στη Μύκονο εκείνα τα «χρόνια τα καλά» είναι ελάχιστοι.
● Πότε έφυγες;
Εφυγα όταν αντιλήφθηκα ότι λόγοι για τους οποίους γούσταρα τη Μύκονο εξέλιπαν. Εφυγα με το συναίσθημα ότι «πάει αυτό το πανηγύρι, τελείωσε για μένα».
Αλλη (τότε) απροσδιόριστα διαφορετική εποχή άρχιζε στο νησί. Ο,τι κι αν πρόκειται να περιλάβει, δεν με αφορά. Ευχαριστώ, δεν θα πάρω.
Δημιούργησα αλλού μια «άλλη» ζωή για τον εαυτό μου. Στην ετήσια άδειά μου κάθε καλοκαίρι, συνέχισα να επισκέπτομαι το νησί και τους φίλους μου εκεί, μέχρι που λόγοι υγείας, μού απαγόρεψαν τα ταξίδια.
● Θα πήγαινες ξανά τώρα, θα σου άρεσε;
Αν μπορούσα να ταξιδέψω, δεν θα πήγαινα στη Μύκονο. Κίνηση πέρα-δώθε, ανηφόρες, σκαλοπάτια, «πιώματα», χοροί, σεξ, ξεσαλώματα, ξενύχτια. Ξέρω καλά, από πρώτο χέρι.
Η Μύκονος δεν είναι για γέρους. Είναι για νέους, ανθεκτικούς κι έγκαυλους θα έλεγα.
