ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Βάση Παναγοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Φιλιππίνες, σεισμός μεγέθους 7,8. Θηριώδης. Μία ημέρα πριν, στην Εύβοια, ζήσαμε τα 5,2 Ρίχτερ. Καθόμουν στο γραφείο μου όταν άρχισε το σπίτι να πηγαίνει πέρα δώθε σαν να ήμαστε σε κούνια. Κοίταξα αμέσως πού να σταθώ για να είμαι ασφαλής και μόλις τέλειωσε και το δεύτερο κούνημα, βγήκα στη βεράντα να δω τι γινόταν στη γειτονιά. Τίποτα το αρνητικό, μόνο μια ανταλλαγή βλεμμάτων για να βεβαιωθούμε αναμεταξύ μας ότι όλα είναι καλά.

Ο σεισμός, αλλά και κάθε φυσικό, απρόβλεπτο, πρωτόγονο φαινόμενο, λειτουργεί σαν καταλύτης τόσο στον ψυχισμό όσο και στη συμπεριφορά μας. Γκρεμίζει συθέμελα την έδρα τού είναι μας και ξεσκίζει το αίσθημα της ασφάλειας. Ενα τέτοιο γεγονός όχι μόνο δημιουργεί συναισθήματα φόβου, αλλά ανασύρει στην επιφάνεια την ικανότητα επιβίωσης στον καθένα -χαρακτηριστικό που φέρει από τον πρώτο άνθρωπο- και φυσικά δημιουργεί νέες προτεραιότητες. Οι δύο σεισμοί που βιώσαμε αυτές τις ημέρες ως παθόντες αλλά και ως θεατές ξύπνησαν αναμνήσεις από άλλους καιρούς.

Λέξεις, γεγονότα, εικόνες, που είχαν χαραχτεί στη μνήμη, με την πρώτη ευκαιρία βγήκαν να πάρουν οξυγόνο. Ρικομέξ, θύματα, χιλιάδες τραυματίες, η εικόνα της ψυχολόγου που κράταγε σε εγρήγορση μία από τις εργαζόμενες στο εργοστάσιο μέχρι να μπορέσουν οι διασώστες να επέμβουν σωτήρια. Δύο μερόνυχτα άντεξε και σώθηκε.

Τότε, βρισκόμουν πάλι στο γραφείο μου, αλλά στον 7ο όροφο, σε ένα από τα κτίρια της Πανεπιστημίου. Τραμπα-τραμπαλίζομαι το κτίριο. Οταν κατέβηκα στον δρόμο ήταν σαν να ζούσα μέσα σε ταινία. Οι κεντρικές αρτηρίες φρακαρισμένες, κόσμος στους δρόμους να πηδάει πάνω από αυτοκίνητα για να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο και τα τηλεφωνικά δίκτυα νεκρά.

Περπάτησα από το κέντρο στη Ν. Σμύρνη με τη μόνη έγνοια να τα έχουν καταφέρει οι γονείς μου και να είναι ασφαλείς κάπου έξω. Πέρασα μέσα από την Πλάκα για να βγω Μακρυγιάννη και από εκεί στο Κουκάκι. Ενα οδοιπορικό καταστροφής. Μπαλκόνια γκρεμισμένα με τα σίδερα να χάσκουν λαχανιασμένα, ζαρντινιέρες και γλάστρες διαρρήγνυαν τα ιμάτιά τους, σπασμένα γυαλιά παντού, άνθρωποι αλαφιασμένοι που περπατούσαν σαν ρομπότ. Οταν πια έφτασα, τους βρήκα να με περιμένουν κι αυτοί με την ίδια αγωνία. Είχαν βγάλει ένα τραπεζάκι στον δρόμο κάτω από τα δέντρα και κάθονταν παρέα με τους γειτόνους. Ηρεμήσαμε αμφότεροι.

Σε τέτοιας εμβέλειας καταλυτικά γεγονότα, η ελπίδα, οι κοινωνικοί δεσμοί, η αλληλεγγύη είναι οι δυνάμεις που ακυρώνουν την καταστροφή. Τότε σβήνει κάθε άγχος για ό,τι σημαδεύει την καθημερινότητά μας και η υγεία, η επιβίωση γίνονται προτεραιότητα. Τότε μπαίνουμε, εμείς οι απλοί άνθρωποι, ίσως, στα παπούτσια των προσφύγων, των όσων πλήττονται από τον πόλεμο, των ανθρώπων που αντέχουν γενοκτονία. Για τους παράφρονες άρχοντες του σκότους δεν μπορώ να μιλήσω. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάτι ανθρώπινο μέσα τους.