Θανάση Κάππος, Μαύρα Σαραντοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο τίτλος του κειμένου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί την κατάσταση στο ιστορικό νησί σήμερα. Παρά το αυστηρό θεσμικό πλαίσιο που υποτίθεται πως ισχύει από το 1995 και την έκδοση προεδρικού διατάγματος προστατεύει το νησί, η ανομία και ό,τι μπορεί να φανταστεί ο νους του καθενός ζουν και βασιλεύουν.

Η πρώτη εντύπωση, φτάνοντας στο μικρό λιμανάκι και πριν ακόμη πατήσουμε το πόδι μας για τη φωτογράφηση (βιβλίο «Ενθύμια Μακρονήσου»), φορτισμένη από κάθε άποψη. Δεν είναι δύσκολο να φανταστείτε το γιατί.

Πλευρίζοντας για να αποβιβαστούμε και πριν ακόμη κατεβούμε από το φουσκωτό που είχαμε νοικιάσει από το Λαύριο για τις ανάγκες του ταξιδιού, φάνηκαν στην προβλήτα τα πρώτα «σύννεφα».

Σε δύο παραγκόσπιστα μπροστά στην αποβάθρα, παρατημένα δύο αυτοκίνητα (ένα αγροτικό και ένα βανάκι) σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Σε έναν χώρο όπου απαγορεύεται ρητά η κίνηση των οχημάτων.

Περνώντας από τους αρτοκλίβανους και την εκκλησία του Αγίου Αντωνίου και μέχρι να φτάσουμε στη ΣΦΑ, οι «εκπλήξεις» διαδέχονται η μια την άλλη χωρίς να μπορούμε να βγάλουμε κανένα μα κανένα απολύτως συμπέρασμα.

Κατεστραμμένα χαλάσματα παντού. «Εξαφανισμένες» οι πέτρες από πολλά κτίρια – μάλλον έχουν προωθηθεί ποιος ξέρει για πού εντός του νησιού.

Θα μου πεις, δεν είναι δα και πολύ μεγάλο -15 τετραγωνικά χιλιόμετρα-, δεν θα ήταν και δύσκολη η μεταφορά.

Ευτυχώς που δεν χρειάστηκε να χρησιμοποιηθεί και εκείνο το παρατημένο εργαλείο, που βρήκαμε λίγο πιο πάνω από τη θάλασσα στον δρόμο προς το Γ’ ΕΤΟ, και παραμένει σημείο αναφοράς της εποχής και των ταλαιπωριών που υπέστησαν οι εξόριστοι ανεβοκατεβάζοντας πέτρες.

Αν μάλιστα κάποιος είχε και τη φαεινή ιδέα να χρησιμοποιηθεί και το αγκαθωτό σύρμα τύπου «φυσαρμόνικα», που τότε χρησίμευε για να κλείνουν δυο και τρεις φορές τα «κελιά» των κρατουμένων που δεν ήθελαν να κάνουν δήλωση και αντιστέκονταν στον σωφρονισμό και σήμερα υπάρχει διάσπαρτο σε διάφορα σημεία, ακόμη ένα κομμάτι εκείνης της αναθεματισμένης της μνήμης θα είχε πάρει την άγουσα προς την οδό της «Λήθης».

Θα ήταν κατάρα με όλη όμως τη σημασία της λέξης αν τα έβλεπε όλα αυτά ο Ηλίας Σκρούμπελος.

Ο μοναδικός εκείνος παγκόσμιας εμβέλειας κομμουνιστής αρχιτέκτονας και Μακρονησιώτης, που ηγήθηκε της κατασκευής της εκκλησίας του Αγίου Αντωνίου επικεφαλής ομάδας εξόριστων με ειδίκευση στις κατασκευές (μηχανικοί και εργάτες). Πέθανε στα μέσα της δεκαετίας του 2000 έχοντας αφήσει ένα μοναδικό έργο (Μνημείο στα Καλάβρυτα, «Παγόδα» του ΟΛΠ στο λιμάνι του Πειραιά, δημόσια κτίρια κ.ά.).

Τα κτίσματα που έχουν «ξεφυτρώσει» σαν τα μανιτάρια από το πουθενά, άλλες φορές πιο κυκλαδίτικα, άλλες φορές λιγότερο προσεγμένα, με σκεπές της κακιάς ώρας, συμπληρώνουν το παζλ της καταστροφής και της βεβήλωσης του «ιστορικού τόπου».

Ενός τόπου που αποτελεί «χώρο μνήμης γι’ αυτούς που έζησαν όλη τη φρικαλεότητα της περιόδου 1946-1953, αλλά και για όλους τους Ελληνες, κυρίως για τις νέες γενιές, γιατί είναι σύμβολο καταδίκης του Εμφυλίου Πολέμου, όλων των βασανιστηρίων, βωμός ελευθερίας της σκέψης και των ιδεών».

Αν στα παραπάνω προσθέσουμε ακόμη δύο παρατημένα αυτοκίνητα, αντίστοιχα μηχανάκια μικρότερου ή μεγαλύτερου κυβισμού, περιφραγμένα μαντριά με σύρμα που το μήκος τους ξεπερνάει σε κάποια περίπτωση πιθανώς το ένα χιλιόμετρο, όλα βαίνουν… καλώς.

Κάποιοι παλιοί χώροι όπου έμεναν οι φυλακισμένοι (ευτυχώς υπάρχουν στους τοίχους αποδεικτικά στοιχεία) και σήμερα έχουν γίνει στάβλοι μάς βοήθησαν να νιώσουμε ακόμη πιο έντονο το συναίσθημα της λύπης για την εγκατάλειψη του νησιού.

Μια επιγραφή (Ή ταν ή επί τας), πάνω από τη ΣΦΑ, μας βοήθησε να «ανακτήσουμε» το συναίσθημα του προσδιορισμού και της πραγματικότητας παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής προς τη μικρή προβλήτα και τη φουρτουνιασμένη θάλασσα για την απέναντι πλευρά και το Λαύριο.

Σκεπτόμενος στην επιστροφή προς το Λαύριο έλεγα μονολογώντας: «Δεν λες καλά που δεν λειτουργεί και το ιχθυοτροφείο, που παρά τη ρητή απαγόρευση ήταν σε “αναζήτηση” γόνων μέχρι το 2011(;)… Πάλι καλά».

Φτάνοντας στο Λαύριο σκέφτηκα πως αν δεν ληφθεί κανένα μέτρο από την πλευρά της πολιτείας για την οριστική και αμετάκλητη σωτηρία του χώρου (υποβολή φακέλου από το υπουργείο Πολιτισμού προς την UNESCO για ένταξη του χώρου στα μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς), θα «ξεφυτρώσει» από το πουθενά κανένα πεντάστερο και θα γίνεται χαμός δίπλα στα κόκαλα των πεθαμένων…

Οσο για εκείνη την παράγραφο που ορίζει και μάλιστα ρητά πως «απαγορεύονται χρήσεις ή επεμβάσεις που μπορούν να αλλοιώσουν τον χαρακτήρα του ιστορικού χώρου», σιγά τις μικρολεπτομέρειες, καλημέρα σας!!!

Συναντηθήκαμε και ξεκινήσαμε. Πάμε να δούμε τι υπάρχει. Τι υπάρχει από τη μνήμη, τι υπάρχει από τη φρίκη και την αντοχή.

Δεν μου είναι εύκολες τούτες οι λέξεις. Δεν μου ήταν καθόλου εύκολο όλο αυτό. Κάθε τόσο μου ερχόταν στη μνήμη ο μπαρμπα-Θανάσης βουρκωμένος, να καταλήγει τις απογευματινές του ιστορίες πάντα στην ίδια λέξη: Μακρόνησος.

Φτάσαμε. Τι πατάμε, Θεέ μου; Πού είμαστε. Κοιτάζω τον ουρανό. Νιώθω τον αέρα. Φορτισμένος. Τα σύννεφα φεύγουν γρήγορα, σαν περαστικοί που βγήκαν στη βόλτα να δουν αυτούς τους περίεργους που ήρθαν.

Ο χρόνος. Εννοια οξύμωρη εδώ. Εχει σταματήσει, ναι. Θα το καταλάβετε μόλις πατήσετε εκεί. Τα χρώματα είναι ίδια, ο αέρας είναι ίδιος. Μυρίζει «σβουνιά και θυμάρι».

Ανεβαίνουμε. Τα μάτια τρέχουν. Ο νους δεν μπορεί να κατανοήσει. Πώς είναι δυνατόν. Πώς είναι δυνατόν η φρίκη και το έγκλημα να είχε το όπλο να ρίχνει στα γόνατα τη λεβεντιά και το καθάριο αυτού του κόσμου.

Ποιος θεός και ποιος άνθρωπος το σήκωσε τούτο το έγκλημα. Πού τους πήγαιναν τους νεκρούς; ρώτησα. Στη θάλασσα.

Το εθνικόν πείραμα και ο «Νέος Παρθενώνας» να μένει αμόλυντος από το αίμα που έρρεε από τις ανοιγμένες φλέβες των νεκρών.

Κοιτάζω πίσω. Τη θάλασσα. Τον ποταμό του Ιορδάνη που έλεγε ο μέγας Ρίτσος. Δεν μπορεί να χωρέσει το μυαλό μου πως απέναντι κοιμόντουσαν ήσυχοι εκατομμύρια άνθρωποι, όταν εδώ κρεμόντουσαν από τους βράχους ανάνηψης λιποθυμισμένα κορμιά από τα βάσανα.

Ακούω ένα σφύριγμα. Γυρνάμε. Κάποιος σφυρίζει. Οχι άνθρωπος, μα η φύση. Η φύση που βλέπει ίδιες φιγούρες και μας διώχνει. Σαν να σου λέει «Αφήστε τους νεκρούς να κοιμηθούν, αρκετά πέρασαν. Εκατομμύρια λεπτά φρικαλεότητας μέτρησε το κορμί τους. Είστε τόσο “μικροί” για να είστε εδώ. Φύγετε».

Σκοντάφτω σε κάτι. Ενα αγκαθωτό σύρμα. «Αυτό είναι το σύρμα». Αποσβολωμένοι το επεξεργαζόμαστε. Σαν να περιμένουμε να ομολογήσει τη συνενοχή.

Μπαίνουμε στα γκρεμισμένα. Σε ό,τι έχει μείνει. Συζητούμε συμφωνώντας πως αν δεν φροντιστεί ο χώρος, σε λίγο δεν θα υπάρχει τίποτε.

Επιμένω πως τα σχολειά, τα σχολειά πρέπει να έρχονται εδώ. Ναι, εδώ στη Μακρόνησο, στη ζωντανή ιστορία.

Εδώ θα μάθουν τα παιδιά τι είναι ο φασισμός και τι μπορεί να κάνει. Εδώ θα μάθουν τη δύναμη των μεγάλων ιδανικών. Εδώ θα καταλάβουν τη σπουδαιότητα, την ομορφιά τού να ζεις πραγματικά ελεύθερος. Και να πεθαίνεις για τη λευτεριά. Τη δική σου που δεν ένιωσες και των άλλων που δεν θα προλάβεις να δεις που θα ‘ρθει.

Μπαίνουμε στο διοικητήριο. Οπου πατήσεις είναι επικίνδυνο. Σαθρό το έδαφος, παντού κοπριές και χαλάσματα.

Κατεβαίνω τις σκάλες. Οροφοι και υπόγεια κελιά, δωμάτια όπου ίσα ίσα να σταθεί ένας όρθιος χωρά. Απομόνωση. Χώρος κράτησης τρελών. Ενα ΚΚΕ γραμμένο στον ξεθωριασμένο τοίχο.

Δεν αντέχω. Ολα μιλούν εδώ σε αυτόν τον βράχο. Τα πάντα κάτι λένε. Κάτι ζητούν. Δικαίωση; Πώς. Η μνήμη. Αυτή είναι δικαίωση.

Λίγο νωρίτερα, μέσα σε ένα χάλασμα, βρήκα ένα τρυπημένο από τον χρόνο και τη διάβρωση τηγάνι. Το έπιασα κλείνοντας τα μάτια, λες και η αυλαία θα άνοιγε και θα τους έβλεπα να προσπαθούν να κρατηθούν στη ζωή, στηρίζοντας τη συνέχειά της. «Θα πάει εκεί που ανήκει», είπε ο Θάνος. Στο μουσείο.

Τελευταίο καρέ. Ο Σπύρος έφερε μαζί του ένα μεγάλο κόκκινο πανί. Ο Θάνος το κράτησε ανάμεσα από τα παράθυρα των γκρεμισμένων φυλακών να κυματίσει από τον αέρα, στέλνοντας έτσι χαιρετισμό σε αυτούς που βρέθηκαν εδώ, που άντεξαν, που δεν άντεξαν.

Κοιτάζω την Αγγελική. Δεν μιλούμε. Μόνο νιώθουμε. Νιώθουμε το ιστορικό χρέος. Να μη χαθεί στη διάβρωση των κυμάτων τούτος ο τόπος. Να μη χαθεί η μνήμη. Η γνώση. Τα εκατομμύρια καρέ από τη φρίκη των 7 εκείνων χρόνων. Τα εκατομμύρια καρέ των κατακερματισμένων ζωών των χιλιάδων αγωνιστών της λευτεριάς και της δημοκρατίας.

Προτάσσουμε το αίτημά μας για ένταξη της Μακρονήσου στα μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO.

Αν κάτι μπορούμε να κάνουμε εμείς για την ανάπαυση αυτών των ψυχών που πέθαναν στο σύρμα, είναι αυτό.

Ας το πράξουμε. Είναι χρέος μας ιστορικό.