Πέντε χρόνια μετά τη δολοφονία της Καρολάιν στα Γλυκά Νερά, η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να έρχεται αντιμέτωπη με ένα ερώτημα που επιστρέφει ύστερα από κάθε νέα γυναικοκτονία [1]: γιατί συνεχίζουν να δολοφονούνται γυναίκες από συντρόφους ή πρώην συντρόφους τους;
Την ίδια στιγμή, στη δημόσια σφαίρα αλλά και στις καθημερινές συζητήσεις ακούγεται συχνά ένας διαφορετικός προβληματισμός: «Τελικά τι θέλουν οι γυναίκες;».
Πίσω από αυτή τη φράση μπορεί να κρύβεται η αίσθηση πολλών ανδρών ότι οι κανόνες των σχέσεων έχουν αλλάξει, ότι οι προσδοκίες είναι αντιφατικές και ότι ο ρόλος του άνδρα δεν είναι πλέον τόσο ξεκάθαρος όσο στο παρελθόν. Ίσως λοιπόν το ερώτημα «τι θέλουν οι γυναίκες;» να είναι τελικά παραπλανητικό. Δεν υπάρχει μία ενιαία απάντηση που να καλύπτει όλες τις γυναίκες, όπως δεν υπάρχει και ένας ενιαίος ανδρικός τρόπος σκέψης. Με τέτοιου τύπου ερωτήσεις, αυτό που φαίνεται να αμφισβητείται σήμερα δεν είναι απλώς η θέση των ανδρών ή των γυναικών, αλλά ένα ολόκληρο σύστημα έμφυλων ρόλων που επί δεκαετίες παρείχε βεβαιότητες και στα δύο φύλα.
Για πολλές γενιές ανδρών, η κοινωνική αναγνώριση συνδεόταν με τον ρόλο του προστάτη, του οικονομικού στυλοβάτη της οικογένειας και του προσώπου που όφειλε να επιδεικνύει δύναμη, αυτοκυριαρχία και έλεγχο των καταστάσεων. Η μετάβαση σε μια κοινωνία μεγαλύτερης ισότητας αμφισβήτησε αυτές τις βεβαιότητες χωρίς πάντοτε να προσφέρει νέους, σαφείς τρόπους συγκρότησης της ανδρικής ταυτότητας.
Για ορισμένους άνδρες, ιδιαίτερα εκείνους που κοινωνικοποιήθηκαν με τα παλαιότερα πρότυπα, η αλλαγή αυτή δεν βιώνεται απαραίτητα ως απειλή αλλά ως αίσθημα ανεπάρκειας. Όταν οι οικονομικές δυσκολίες, η εργασιακή ανασφάλεια ή οι μεταβαλλόμενες προσδοκίες στις προσωπικές σχέσεις δυσκολεύουν την εκπλήρωση των ρόλων με τους οποίους μεγάλωσαν, μπορεί να αναπτυχθούν συναισθήματα αποτυχίας και απώλειας κοινωνικής αξίας. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην ισότητα των φύλων καθαυτή. Βρίσκεται συχνά στην αδυναμία των κοινωνιών να συνοδεύσουν αυτή τη μετάβαση με νέα πρότυπα ανδρισμού, βασισμένα στη συνεργασία, τη συναισθηματική ωριμότητα και την αμοιβαία αναγνώριση.
Ωστόσο, η αίσθηση ματαίωσης ή ανεπάρκειας δεν αρκεί για να εξηγήσει ούτε να δικαιολογήσει φαινόμενα ακραίας βίας, όπως οι γυναικοκτονίες. Οι τελευταίες εμφανίζονται όταν προσωπικά αδιέξοδα συναντούν βαθύτερες πολιτισμικές αντιλήψεις περί ιδιοκτησίας, ελέγχου και δικαιώματος πάνω στον σύντροφο. Γι’ αυτό η συζήτηση για τις γυναικοκτονίες δεν αφορά μόνο μεμονωμένα περιστατικά βίας, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία διαμορφώνει τις αντιλήψεις για τον ανδρισμό, τη γυναικεία αυτονομία και τις ανθρώπινες σχέσεις. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο γιατί αλλάζουν οι σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών, αλλά και μέσα από ποιους μηχανισμούς οι κοινωνίες μεταδίδουν παλαιές ή νέες αντιλήψεις για τα φύλα.
Σε αυτό το σημείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η έννοια του κοινωνικού κεφαλαίου [2] ως ερμηνευτικό εργαλείο. Η λεκτική βία, η ταπείνωση ή η απόρριψη μπορούν να αποτελέσουν παράγοντες έντονης ψυχολογικής πίεσης. Ωστόσο, δεν εξηγούν από μόνες τους την ανθρωποκτονία. Η μετάβαση από τη σύγκρουση στη θανατηφόρα βία συνδέεται με βαθύτερους μηχανισμούς κοινωνικοποίησης, αντιλήψεις για τον ανδρισμό, την εξουσία και τον έλεγχο, οι οποίοι διαμορφώνονται μέσα στα κοινωνικά δίκτυα και τις πολιτισμικές αξίες μιας κοινωνίας.
Σύμφωνα με τον Putnam, το κοινωνικό κεφάλαιο2 αναφέρεται στα δίκτυα εμπιστοσύνης, συνεργασίας και αμοιβαιότητας που επιτρέπουν στα μέλη μιας κοινωνίας να συντονίζουν τη δράση τους. Ωστόσο, όπως έχει επισημάνει ο Bourdieu, τα ίδια αυτά δίκτυα δεν μεταφέρουν μόνο υποστήριξη και αλληλεγγύη, αλλά και αξίες, αντιλήψεις και κοινωνικές ιεραρχίες. Με άλλα λόγια, το κοινωνικό κεφάλαιο δεν είναι πάντοτε φορέας προόδου· μπορεί να λειτουργεί και ως μηχανισμός αναπαραγωγής στερεοτύπων.
Στην ελληνική κοινωνία, όπου οι οικογενειακοί και συγγενικοί δεσμοί παραμένουν ιδιαίτερα ισχυροί, πολλές αντιλήψεις για τον ανδρισμό και τη γυναικεία θέση μεταβιβάζονται μέσα από δίκτυα υψηλής εμπιστοσύνης: την οικογένεια, το συγγενικό περιβάλλον, τις παρέες και τις τοπικές κοινότητες. Έτσι, ιδέες όπως ότι «ο άνδρας πρέπει να ορίζει την οικογένεια», ότι «η γυναίκα οφείλει να κρατά ενωμένη την οικογένεια» ή ότι «η εγκατάλειψη αποτελεί προσβολή κι εξευτελισμό για τον άνδρα» δεν εμφανίζονται ξαφνικά, αλλά οικοδομούνται σταδιακά μέσα από διαδικασίες κοινωνικοποίησης.
Υπό αυτή την έννοια, οι γυναικοκτονίες δεν μπορούν να ερμηνευθούν αποκλειστικά ως αποτέλεσμα ατομικών χαρακτηριστικών ή προσωπικών αδιεξόδων. Αποτελούν ακραίες εκδηλώσεις βαθύτερων πολιτισμικών προτύπων που διαμορφώνονται και αναπαράγονται μέσα στην ίδια την κοινωνία.
Αν το κοινωνικό κεφάλαιο είναι το δίκτυο αξιών, εμπιστοσύνης και κανόνων που συγκρατεί μια κοινωνία, τότε η αντιμετώπιση της έμφυλης βίας αρχίζει πολύ πριν από τα δικαστήρια και τις ποινές. Αρχίζει στην οικογένεια, στο σχολείο και στις καθημερινές σχέσεις, εκεί όπου διαμορφώνονται οι αντιλήψεις για τον σεβασμό, την ισότητα και την αυτονομία του άλλου. Ας ξεκινήσουμε από τον τρόπο που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας. Εκεί γεννιούνται τα στερεότυπα, αλλά εκεί μπορεί να αρχίσει και η υπέρβασή τους.
Βιβλιογραφικές αναφορές
- Bourdieu, P. (1986). The Forms of Capital.
- Putnam, R. (2000). Bowling Alone: The Collapse and Revival of American Community.
- Κονιόρδος, Σ.Μ. (2008). Κοινωνικό Κεφάλαιο και Εμπιστοσύνη.
- Φερώνας, Α. (2008). Κοινωνία Πολιτών και Διαμόρφωση Πολιτικών.
- Σωτηρόπουλος, Δ.Α. (2014). Το Διπρόσωπο Κεφάλι του Ιανού: Η Κοινωνία Πολιτών στην Ελλάδα πριν και μετά την κρίση.
1. Ο όρος γυναικοκτονία χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη δολοφονία μιας γυναίκας ακριβώς επειδή είναι γυναίκα ή στο πλαίσιο έμφυλων σχέσεων εξουσίας
2. Κοινωνικό κεφάλαιο: το πλέγμα κοινωνικών σχέσεων, δικτύων, αξιών και κανόνων που διαμορφώνει τη συνεργασία και την εμπιστοσύνη μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας. Ανάλογα με το περιεχόμενό του, μπορεί να ενισχύει τόσο δημοκρατικές και συμπεριληπτικές πρακτικές όσο και στερεότυπα ή αποκλεισμούς
*Η Αποστολία Μητσάκη είναι φοιτήτρια ΕΑΠ στο τμήμα Ευρωπαϊκές Σπουδές, Ιστορία, Κοινωνία, Πολιτισμός.
