Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πόσο αξίζουν σήμερα οι δραχμές; Με άξονα αυτό το ερώτημα, απευθυνθήκαμε στον Παναγιώτη Νιράκη, ιδιοκτήτη μιας από τις παλαιότερες εταιρείες εμπορίας συλλεκτικών νομισμάτων, της Athens Collections.

Αφορμή, η έρπουσα φημολογία γύρω από την αξία των καταργημένων δραχμών -από την Πρωτοχρονιά του 2002-, που μπορούν, λέει, να ξαναγεμίσουν τις άδειες τσέπες των Ελλήνων πολιτών, οι οποίοι όμως δεν είναι συλλέκτες.

Σημαντική επισήμανση το ότι δεν είναι συλλέκτες. Σημαντική και η χρήση λογικής αλληλουχίας και σκέψης.

Ποια νομίσματα ή χαρτονομίσματα είναι συλλεκτικά;

Ποιας ιστορικής περιόδου; Με ποια κριτήρια θεωρούνται σημαντικής αξίας;

Γιατί, αν δεν είσαι συλλέκτης, τι πιθανότητες υπάρχουν να έχεις στα χέρια σου νομίσματα συλλεκτικής αξίας, που να μπορούν να «πιάσουν» αξιόλογες τιμές;

Και αν ναι, πόσα να έχεις; Πώς είναι δυνατόν το μεταλλικό απλό κατοσταράκι με τη μορφή του Μεγαλέξανδρου να πιστεύει κανείς ότι μπορεί να του αποφέρει κέρδος δύο και τριών χιλιάδων ευρώ; Γιατί κάπως έτσι ξεκίνησε η όλη φασαρία.

Αναμίχθηκε η ελπίδα για άμεσο κέρδος. Μια ανάρτηση στο e-bay έκανε κάποιους Ελληνες να βγάζουν από τα συρτάρια τις δραχμές που δεν πρόλαβαν να μετατρέψουν σε ευρώ ή ανακάλυψαν εκπρόθεσμα σε σεντούκια και στρώματα ηλικιωμένων συγγενών που απεβίωσαν και να τρέχουν να τις μοσχοπουλήσουν.

Να αναρτούν αγγελίες σε διάφορες ηλεκτρονικές σελίδες, να τρέχουν στα υπαίθρια παζάρια στο Μοναστηράκι ή της Θεσσαλονίκης, να ψάχνουν για κάτι που δεν είχαν καμιά γνώση πώς να το αναγνωρίσουν, άρα -και αλλά- και πόσο να το πουλήσουν.

Ετσι η ελπίδα έβαλε τα κλάματα όταν ήρθε αντιμέτωπη με την πραγματικότητα.

Ομως, υπάρχουν δραχμές που πράγματι μπορούν να αποφέρουν σημαντικά κέρδη. Για να ξετυλίξουμε το κουβάρι της γνώσης.

Athens Collections- Παναγιώτης Νιράκης

«Συλλέκτες υπάρχουν, κομμάτια δεν υπάρχουν»

Καταθέτει τα διαπιστευτήριά του και ξεκινάμε τη συζήτηση.

«Είμαστε εταιρεία που εξειδικευόμαστε στο νόμισμα, στο χαρτονόμισμα και στο παράσημο και λειτουργούμε περίπου δεκαοκτώ χρόνια τώρα.

Εχουμε όμως κι άλλα συλλεκτικά αντικείμενα, όπως γραμματόσημα.

Κάποιος που ασχολείται με το αντικείμενο και θα βγάλει λεφτά από την τσέπη του να πληρώσει κάτι, ξέρει πολύ καλά πόσο κοστίζει. Δεν υπάρχουν ανίδεοι συλλέκτες.

Θα σας πω πώς ξεκίνησε η ιστορία με το κατοστάρικο, πρώτα όμως πρέπει να σας εξηγήσω ορισμένα πράγματα.

Υπάρχουν τα νομίσματα τα κανονικά, τα κυκλοφορίας, που κόβει το εκάστοτε Νομισματοκοπείο, και υπάρχουν και κάποια νομίσματα, ειδικών εκδόσεων, που κόβονται μόνο για συλλέκτες και είναι περιορισμένου αριθμού.

Συνήθως αυτά τα βγάζουν σε πολύτιμα μέταλλα, όχι πάντα όμως.

Πώς μπορεί να τα αποκτήσει κανείς; Είτε με προεγγραφή συλλεκτών είτε πας με την ταυτότητά σου και παίρνεις κάποια κομμάτια, ανάλογα με πόσα έχει διαθέσιμα κάθε φορά.

Μπορεί να αγοράσει ο οποιοσδήποτε, αλλά δεν μπορεί να πάρει όσα θέλει, υπάρχει περιορισμός ανά άτομο.

Πού θέλω όμως να καταλήξω; Οτι τα περισσότερα από αυτές τις ειδικές εκδόσεις είναι σε μια ποιότητα κοπής, την επονομαζόμενη proof. 

Τι είναι η proof; Η proof κοπή είναι αυτή», λέει και μου δείχνει μια διάφανη κασετίνα με νομίσματα.

«Σε μια πρώτη ματιά, μπορεί να μην καταφέρετε να ξεχωρίσετε εύκολα τις διαφορές».

Ταυτοχρόνως βγάζει και μια δεύτερη κασετίνα με τα ίδια νομίσματα αλλά όχι σε proof κοπή, για να εξηγήσει τις διαφορές.

«Από εκεί ξεκινούν όλα. Αν π.χ. παρατηρήσετε αυτά τα ασημένια εικοσάρικα, στις δύο διαφορετικές εκδόσεις τους, αρχικά, φαίνεται να είναι τα ίδια. Στο ένα όμως, η επιφάνεια είναι όλη ομοιόμορφη.

Ενώ στην proof, οι παραστάσεις είναι σε ματ, ενώ το πεδίο είναι καθρεφτίζον. Αυτή λοιπόν είναι μια έκδοση για συλλέκτες, ενώ η άλλη είναι η απλή.

Τώρα, τι γίνεται με το επίμαχο κατοστάρικο με τον Μεγαλέξανδρο που έχει γίνει τόσος ντόρος. Αυτό είναι το απλό», λέει και μου δείχνει ένα τέτοιο κέρμα.

«Οπως βλέπετε, δεν είναι έκδοση proof. Το 1990 όμως, για κάποιους λόγους που δεν θέλω να σχολιάσω, το Νομισματοκοπείο, έβγαλε δεκαπέντε μάλλον -κανείς δεν γνωρίζει τον ακριβή αριθμό- από αυτά τα κατοστάρικα σε ποιότητα proof.

Ναι μεν δεν έγινε επίσημη κοπή, όμως ένα τέτοιο κατοστάρικο proof είναι σπάνιο, δεν βρίσκεται.

Κάποιος λοιπόν, κάποια στιγμή, βρήκε ένα από αυτά, το πιστοποίησε σε μια εταιρεία πιστοποίησης νομισμάτων (που το έβγαλε proof 66 βαθμών κ.λπ.) και κατόπιν το έβγαλε στο e-bay προς πώληση, για 3.000 ευρώ, αν δεν κάνω λάθος.

»Μοιάζει εξωφρενική τιμή, αλλά δεν είναι για ένα κομμάτι που υπάρχει σε είκοσι αντίτυπα το πολύ.

Αυτό το κομμάτι λοιπόν το είδε πάρα πολύς κόσμος, ο οποίος όμως δεν έχει γνώση τι είναι proof, τι δεν είναι – και είναι λογικό.

Βλέπει ένα κατοστάρικο σαν αυτό που έχει στο συρτάρι του, βλέπει τη χρονολογία 1990 και σου λέει, αυτό κάνει λεφτά. Ετσι ξεκίνησε λοιπόν η όλη φάση.

Το έβαλαν στη «Χρυσή Ευκαιρία» κι άρχισαν να ζητούν ο καθένας ό,τι τιμή ήθελε.

Το κατοστάρικο αυτό όμως δεν έχει καμία απολύτως αξία. Σε ακυκλοφόρητη κατάσταση, κάνει δύο έως τρία ευρώ, το κομμάτι.

»Αν όμως είναι μεταχειρισμένο, αυτά τα κατοστάρικα που έχουμε όλοι μας δηλαδή, που βρήκαμε στα σεντούκια ή έχουμε κρατήσει από ρέστα, κάνουν τέσσερα με πέντε ευρώ, το κιλό.

Αυτά συνήθως τα παίρνουν τουριστικά καταστήματα και τα κάνουν μπρελόκ, τασάκια, διάφορα διακοσμητικά/αναμνηστικά ή οδηγούνται για μετάλλευμα».

Πόσο αξίζουν, ποιες δραχμές;

«Τώρα που ξεδιαλύναμε αυτή την ιστορία, μπορούμε να μιλήσουμε για ό,τι αφορά τα δραχμικά νομίσματα. 

Εγώ διαμαρτύρομαι πάντα -παρ’ όλο που δεν με συμφέρει γιατί είμαι έμπορος- γιατί δεν υπάρχει κρατική υπηρεσία σε αυτόν τον τομέα».

«Δεν μπορεί δηλαδή να πάει κάποιος στην Τράπεζα της Ελλάδος για να αξιολογήσει τις δραχμές που μπορεί να έχει στα χέρια του;», ρωτώ.

«Οχι, θα τον στείλει σε εμάς. Μόνον αν πρόκειται για χρυσά νομίσματα, όχι μόνο λίρες, γενικά χρυσά νομίσματα, αναλαμβάνει να τα εξαργυρώσει η Τράπεζα της Ελλάδος, μόνον ως χρυσό.

Δεν υπάρχει καμία εξειδίκευση σε συλλεκτικότητα. Εχουν λιώσει νομίσματα, πανάκριβα και πάρα πολύ σπάνια, για χρυσό.

Δεν υπάρχει κρατική υπηρεσία που να ασχολείται με συλλεκτικό προϊόν.

Χρησιμοποιούνται – κι από άλλες τράπεζες που έχουν πάρει το δικαίωμα αγοράς και πώλησης χρυσών νομισμάτων- μονάχα ως μέσο συναλλαγής.

Οξύμωρο, αν σκεφτεί κανείς ότι η Τράπεζα της Ελλάδος έχει φτιάξει ένα εξαιρετικό μουσείο με φοβερά εκθέματα.

Δεν υπάρχει όμως ένας άνθρωπος, ένα τμήμα που να έχει εξειδικευτεί στο αντικείμενο αυτό.

Ακριβά κομμάτια υπάρχουν, όμως κατά 99,9% αυτά που θα βρεθούν σε ένα παλιό συρτάρι δεν είναι τέτοια, είναι κοινά νομίσματα, ρέστα συναλλαγών. 

Συλλεκτικά νομίσματα δεν είναι τα πάντα. Υπάρχουν κάποιοι κανόνες.

Να μιλήσουμε όμως για τα ελληνικά νομίσματα κι ας τα κατηγοριοποιήσουμε ανά εποχή. Υπάρχουν αυτά πριν από το 1911 και ύστερα από το 1911».

Εύλογη η ερώτηση, αν υπάρχει κάποια χρονολογία και έπειτα που όλα τα νομίσματα πάνε για εμπορική εκμετάλλευση ή για μετάλλευμα.

«Δεν υπάρχει κανόνας εδώ. Υπάρχουν μεταγενέστερα της εποχής αυτής νομίσματα που έχουν κάποια αξία και υπάρχουν και πολύ παλιά νομίσματα που δεν έχουν κάποια αξία.

Είναι κάποιες συνιστώσες που συγκλίνουν όλες μαζί και βγαίνει ένα αποτέλεσμα για το κάθε πράγμα».

«Ο συλλέκτης πληρώνει τα παλιά νομίσματα που βρίσκονται σε άψογη κατάσταση»

Πώς όμως εκτιμάται η αξία ενός νομίσματος;

«Αυτό που μπορούμε να εκτιμήσουμε σε ένα νόμισμα έχει να κάνει κατ’ αρχάς με τη σπανιότητά του, η οποία ορίζεται από τον αριθμό κοπής, πόσα κομμάτια δηλαδή έχουν κοπεί από το συγκεκριμένο προϊόν.

Το δεύτερο πολύ σπουδαίο είναι η ποιότητα του νομίσματος, κι εδώ είναι που γίνονται πάρα πολλές παρερμηνεύσεις.

Το ίδιο νόμισμα, π.χ., μια δραχμή της εποχής του Οθωνα, του 1833, μεταχειρισμένη, δηλαδή φθαρμένη, κάνει από 30-40 ευρώ μέχρι 100-150 ευρώ.

Αν όμως βρίσκεται σε άψογη κατάσταση, μπορεί να φτάσει και τα δυόμισι χιλιάδες ευρώ.

Ο συλλέκτης πληρώνει τα παλιά νομίσματα αλλά σε άψογη κατάσταση πολύ ακριβά. Πληρώνει πολύ φτηνά -ας είναι και σπάνια- αυτά που δεν είναι σε καλή κατάσταση.

Η σπανιότητα και η κατάσταση που βρίσκεται ένα νόμισμα είναι τα δύο χαρακτηριστικά που “βγάζουν” την τιμή.

Ετσι αντιλαμβάνεστε ότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένες εποχές».

Υπάρχουν όμως εποχές που τραβούν το ενδιαφέρον των συλλεκτών;

«Τα νομίσματα που έχουν μεγαλύτερη εμπορική ζήτηση, συλλεκτική αξία και κυνηγούν οι συλλέκτες, είναι αυτά από την πρώτη εποχή του ελληνικού κράτους, με την έναρξη της κυβέρνησης του Καποδίστρια του 1828 μέχρι και το 1910 που ήταν και το τέλος των νομισμάτων του Γεωργίου.

»Αυτές οι τρεις περίοδοι, Καποδίστριας, Οθωνας, Γεώργιος, είναι καλές περίοδοι, συλλεκτικά. Παράλληλα με αυτές, υπάρχουν στις ίδιες χρονολογίες και νομίσματα της Κρητικής Πολιτείας και της Ιονίου Πολιτείας, πριν ενωθούν τα Ιόνια νησιά με την Ελλάδα (1864). Αυτές είναι οι πέντε εποχές που κυνηγάνε πολύ οι συλλέκτες.

»Από εκεί και πέρα, η Ελληνική Δημοκρατία, τα πρώτα ελληνικά νομίσματα του 1926, μετά με τον Παύλο, τον Κωνσταντίνο κ.λπ., τα παίρνουν μόνο -κι έχουν κάποια αξία- ως ακυκλοφόρητα.

Μεταχειρισμένα κοστίζουν έξι ευρώ το κιλό», λέει και δείχνει πλαστικά σακουλάκια γεμάτα με τέτοια νομίσματα.

Τον φωτογραφίζουμε καθώς μας παραπέμπει στα βιβλία του που αφορούν νομίσματα, χωρίς να διακόψουμε την κουβέντα μας.

«Τώρα ετοιμάζω καινούργια ιστοσελίδα, με πολλά άρθρα και απαντήσεις σε ερωτήματα, μονάχα για να μεταφερθεί γνώση, όχι για πώληση».

Αν το άρθρο είχε τίτλο «Πόσο κοστίζει σήμερα μια δραχμή;», η απάντηση θα ήταν:

«Δεν υπάρχει συγκεκριμένη τιμολόγηση, υπάρχει δραχμή ελληνική που μπορεί να κοστίζει μερικές χιλιάδες ευρώ και δραχμή ελληνική που μπορεί να κοστίζει μερικά ευρώ το κιλό».

Το μέταλλο, ο σχεδιασμός δεν παίζουν κάποιο ρόλο;

«Οχι, δεν παίζει κανένα ρόλο ούτε το μέταλλο. Το χρυσό μόνον ως χρυσός.

Και μπορεί ένα τόσο δα χάλκινο μονόλεπτο του Καποδίστρια, που το βλέπεις και λες τι είναι αυτό και το πετάς, να κάνει και δύο χιλιάδες ευρώ, αν όπως είπαμε είναι σε μια εξαιρετική κατάσταση».

Ζητήσαμε να μας δείξει κάποια νομίσματα ή χαρτονομίσματα, συλλεκτικής αξίας, που μπορεί να υπήρχαν εκείνη τη στιγμή στο κατάστημα.

«Εχω μερικά κομμάτια σπάνια, αλλά δεν θα ήθελα να τα φωτογραφήσετε γιατί είναι τα περισσότερα πελατών και είναι προς πώληση. Δεν είναι δικά μας. Τα δικά μας, ό,τι ακριβό υπάρχει, είναι σε θυρίδα» απαντά.

Ετσι, η συζήτηση γυρνά στον συλλεκτισμό.

«Ο συλλεκτισμός είναι ωραία ενασχόληση, αρκεί να το δεις ως συλλεκτισμό και όχι ως επένδυση», λέει και είναι έκδηλο το συναίσθημα που συνοδεύει τη δήλωσή του, στη γλυκιά χροιά που αποκτά η φωνή του.

«Οταν παίρνεις ένα αντικείμενο τέτοιου είδους και το μελετήσεις ιστορικά, από καλλιτεχνικής απόψεως, παίρνεις γνώση, χαλαρώνεις, έχει πολλά καλά.

Βέβαια, υπάρχει μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στον συλλεκτισμό και τη φιλαργυρία.

Είναι πολλοί που ξεκινούν να κάνουν μια συλλογή και μετά αρχίζουν και παίρνουν κομμάτια απλά για να τα βάλουν, να μαζέψουν πολλά, χωρίς να ξέρουν καν τι είναι.

»Χάνεις την μπάλα έτσι, βρε παιδί μου. Αλλο είναι η συλλογή.

Συλλογή είναι να μελετήσεις τις εποχές, να δεις τι έχουν κόψει, γιατί κόπηκαν τόσα, για ποιο λόγο, πότε, πώς, με τι.

Ουσιαστικά είναι μια διαφορετική προσέγγιση της ιστορίας μιας χώρας».

«Σπάνιο να βρεθούν σε καλή κατάσταση σπάνια νομίσματα»

Ανοίγει τα ξύλινα συρτάρια που είναι γεμάτα με νομίσματα διαφόρων χωρών, ενώ απαντά και στο τηλέφωνο.

«Δεν υπάρχει κάποια τιμή συγκεκριμένη. Ξεκινάνε από δύο-τρία ευρώ. Υπάρχουν και συλλογές ολόκληρες, με μεταχειρισμένα παλιά ελληνικά που κάνουν πέντε ευρώ το κιλό. Τι να σας πω τώρα, πρέπει να τα δείτε», ακούω.

Κλείνοντας, μου εξηγεί ότι επρόκειτο για μια εκπαιδεύτρια που ήθελε να αγοράσει μια συλλογή για μια εργασία των μαθητών της.

«Ναι, έχουμε πολλά τηλεφωνήματα. Μας παίρνουν και για πολλές εκτιμήσεις και κυρίως πρόκειται για ανθρώπους που έχουν επηρεαστεί από όλη αυτή τη φασαρία με τη δήθεν αξία των απλών δραχμών».

Ρωτώ για το πελατολόγιό τους και αντιδρά λέγοντας: «Δεν θα έλεγα πελατολόγιο. Είμαστε ένας κύκλος ανθρώπων που μοιραζόμαστε την ίδια αγάπη, την ίδια τρέλα».

Κι ενώ είχαμε ξεχάσει την ελπίδα να δούμε κάτι πραγματικά σπάνιο, βγάζει από το χρηματοκιβώτιο κάποια χαρτονομίσματα, σε πλαστικές θήκες, εξαιρετικής ομορφιάς.

«Αυτά τα χαρτονομίσματα που σου δείχνω τώρα είναι πολύ σπάνια», σχεδόν μου το ψιθυρίζει στο αυτί, σαν να μοιράζεται μαζί μου, όπως ένα παιδί, το πολύτιμο απόκτημά του.

Πλέον ξεκινάμε να απευθυνόμαστε ο ένας στον άλλο στον ενικό.

«Δεν τα έχω καν δημοσιεύσει ακόμη, να καταλάβεις. Είναι πολύ σπάνια και πολύ όμορφα. Είναι από τα πρώτα χαρτονομίσματα της Εθνικής Τράπεζας, πριν πάρει τα δικαιώματα κοπής η Τράπεζα της Ελλάδος.

Τα συγκεκριμένα είναι του 1890 και του 1900. Το ένα είναι της ιταλικής κατοχής, κομμένο στη Ρόδο, τα έχουν κόψει οι Ιταλοί.

Είναι κομμάτια αξίας των 1.000 ευρώ και πάνω. Αν ήταν ακυκλοφόρητο, κολλαριστό, θα περνούσε τα 7.000-8.000 ευρώ».

Υπάρχουν άνθρωποι που διαθέτουν τέτοια ποσά;

«Κομμάτια δεν υπάρχουν, συλλέκτεςυπάρχουν. Εγώ τόσα χρόνια δεν έχω δει τέτοιο κομμάτι, ακυκλοφόρητο. Είναι πολύ σπάνιο να βρεθούν σε κατάσταση καλή σπάνια νομίσματα».

Μου δείχνει κάποια νομίσματα της Κρητικής Πολιτείας. Κάνουν υπέροχο ήχο. «Τα πιάνω;», ρωτώ.

«Και βέβαια τα πιάνεις. Να, πάρε και το πρώτο χρυσό εικοσάδραχμο του Οθωνα (1833), κοστίζει περί τα 1.000 ευρώ.

Δες το μονόλεπτο του Καποδίστρια, η πιο μικρή νομισματική ελληνική αξία. Μπορεί να ξεκινήσει από τα 500 ευρώ και να φτάσει και τα 2.000.

Να και τα τρία ελληνικά, ασημένια τάλιρα, που λέει ο ποιητής.

Το πιο παλιό, του Οθωνα (1833) κοστίζει από 100 ευρώ και πάνω, αυτό της Κρητικής Πολιτείας του πρίγκιπα Γεωργίου (ύπατου), από 60 ευρώ και του βασιλέως Γεωργίου (1876), που είναι το πιο συνηθισμένο, η αξία του ξεκινάει από τα 40 ευρώ.

Ο Καποδίστριας δεν είχε κόψει δραχμές, είχε κόψει φοίνικες. Η πρώτη ελληνική δραχμή είναι το 1832.

Ε, από τότε μέχρι το 1846 ή και το 1851, που είναι η τελευταία δραχμή του Οθωνα, δεν υπάρχει φτηνή δραχμή, κάτω δηλαδή από 50-60 ευρώ.

Ενώ αντίθετα, ο Γεώργιος που ήρθε μετά κι έκοψε ου, ασημένιες δραχμές, αυτές κοστίζουν 5 με 6 ευρώ».

Αισθανόμαστε και οι δυο ότι η κουβέντα μας έχει ολοκληρωθεί και την κλείνει με μια παράκληση, στοιχειοθετημένη άψογα.

«Επειδή το άρθρο σας δεν αφορά συλλέκτες αλλά απευθύνεστε στο ευρύ κοινό, προσπαθήστε όλο το πνεύμα του να είναι μια προσγείωση, γιατί με αυτή τη φημολογία που κυκλοφορεί έχουν πάρει τα μυαλά όλων αέρα. Ας μη σπείρουμε φρούδες ελπίδες, σας παρακαλώ».

Μα ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο ήρθαμε, για να πάρουμε γνώση.

Αthens Collections, e-shop