Πολιτική και οικονομία, όροι άρρηκτα συνδεδεμένοι, καθώς από την πρώτη εποχή των ανθρώπων έγινε συνειδητό ότι αυτός που μπορούσε να ελέγξει την τροφή μπορούσε να ελέγξει τους γύρω του.
Εκτοτε έχει τρέξει πολύ νερό στο αυλάκι της ιστορίας, φέροντας πολέμους, συμμαχίες, εμπορικές συμφωνίες, γεγονότα άμεσα συνδεδεμένα με τον έλεγχο των πόρων, που ορίζει τη διαφορά ανάμεσα στον πλούτο και τη φτώχεια, την ανεξαρτησία και την ελευθερία, την πολιτική ισχύ και την αδυναμία.
Παρακολουθώντας την ανθρώπινη ιστορία είναι εύκολη η διαπίστωση πως η οικονομία είναι μια μορφή πολέμου, διότι όταν η αναζήτηση πόρων δεν παράγει ένοπλη βία, λαμβάνει άλλες μορφές, λιγότερο εμφανείς ή μετρήσιμες, πάντως εξίσου αποτελεσματικές.
Μπορεί το οπλοστάσιο του οικονομικού πολέμου να μην περιλαμβάνει όλμους και τεθωρακισμένα και να μην πεθαίνουν με άμεσο τρόπο άνθρωποι, αλλά θύματα υπάρχουν: επιχειρήσεις καταστρέφονται, αυξάνονται η ανεργία και η φτώχεια, η κοινωνική συνοχή διαρρηγνύεται κ.ο.κ.
Και στην προσπάθεια ελέγχου των πλουτοπαραγωγικών πηγών κάθε μορφής, χρησιμοποιούνται άλλα μέσα: τεχνολογία, παραγωγικότητα, αλλά και η πληροφορία, η κατοχή και διαχείριση της οποίας είναι ουσιώδους σημασίας για την τελική επικράτηση.
Η ισχύς ανήκει σε αυτόν που, την κατάλληλη στιγμή, επιτυγχάνει να αποκτήσει, να αναλύσει και να ανασυνθέσει με τη μεγαλύτερη ταχύτητα δεδομένα και πληροφορίες που είναι διαθέσιμα στο ανταγωνιστικό περιβάλλον. Και η πληροφορία επιδιώκεται να αποκτηθεί με κάθε μέσο, θεμιτό και αθέμιτο.
Ο τρόπος για να αποκτηθεί αυτή η τόσο πολύτιμη πλουτοπαραγωγική πηγή είναι η οικονομική κατασκοπία.
Η γνώση είναι δύναμη
Τα επίσημα κράτη αρνούνται να το παραδεχτούν, ωστόσο η απόκτηση, ακόμη και με κλοπή, της οικονομικής πληροφορίας συνιστά σημαντικό μέρος της δουλειάς των υπηρεσιών πληροφοριών.
Οπως απέδειξαν και οι διαρροές μέσω WikiLeaks, που ταρακούνησαν χώρες και οικονομίες ολόκληρες, όλα όσα έχουν έρθει στο φως της δημοσιότητας δεν είναι παρά μικρό μόνο μέρος αυτού που πραγματικά συμβαίνει.
Σύμφωνα με τον Τομά Ποσέλ, της γαλλικής εταιρείας παραγωγής οπλικών συστημάτων Cofely Ineo, «όπως και στην αμυντική πολιτική έτσι και σε επίπεδο επιχειρηματικό, η πληροφορία είναι ένας στρατηγικός παράγων, η αξία του οποίου εξαρτάται από την ταχύτητα απόκτησής του από το κατάλληλο πρόσωπο».
Με ζητούμενο την οικονομική ηγεμονία, ο δρων που έχει στόχο τη μεγέθυνση πρέπει να μπορεί να «διαβάζει» το περιβάλλον και να προσαρμόζεται κατάλληλα.
Είτε είναι επιχείρηση είτε κράτος, πρέπει να έχει πλήρη γνώση όσων περιβάλλουν τον στόχο του: κοινωνική διαστρωμάτωση, τρόπο ζωής, ήθη, νόμους, παραδόσεις, θρησκευτική και πολιτιστική ταυτότητα μιας κοινωνίας κ.ο.κ.
Οι κοινωνίες φέρουν ασταθή χαρακτηριστικά και όποιος μπορέσει να τα αποκρυπτογραφήσει έχει ουσιαστικό πλεονέκτημα έναντι των αντιπάλων του.
Πού υπάρχουν πληροφορίες
Το 90% των πληροφοριών είναι ελεύθερο για όλους: στις βάσεις δεδομένων, στα ΜΜΕ, στα εξειδικευμένα έντυπα κάθε κατηγορίας, σε επιμελητήρια και, φυσικά, στο διαδίκτυο.
Ωστόσο, το σημαντικό υπόλοιπο 10%, τα ευαίσθητα και εξαιρετικής σπουδαιότητας δεδομένα, το κρατούν πηγές στις οποίες η πρόσβαση είναι πολύ δύσκολη και για την απόκτησή του μπορεί να απαιτηθούν μέσα ανήθικα, ακόμη και παράνομα.
Σύμφωνα με τον πρώην σύμβουλο στρατηγικής των γαλλικών υπηρεσιών πληροφοριών και νυν επιχειρηματία, Φιλίπ Ρισάρ, «όλος ο κόσμος κατασκοπεύει όλο τον κόσμο», απλά σήμερα όλο αυτό γίνεται με μεγαλύτερο τακτ και φινέτσα.
Το αντικείμενο της οικονομικής κατασκοπίας (economic intelligence) άρχισε να ανθεί την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, λόγω της κόντρας Ανατολής-Δύσης τόσο σε πολιτικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο.
Και μπορεί ο Ψυχρός Πόλεμος με εκείνους τους όρους να είναι παρελθόν, ωστόσο οικονομικά εξακολουθούν να είναι τα μέτρα που πρωτίστως επιβάλλονται όταν πρέπει να ασκηθούν πολιτικές πιέσεις.
Πρόσφατα παραδείγματα, οι κυρώσεις έναντι της Ρωσίας για το ουκρανικό ζήτημα ή έναντι του Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα. Ενώ το εμπάργκο προς την Κούβα ίσως είναι ιστορικά το πιο περιγραφικό παράδειγμα της πρακτικής αυτής.
Ποιοι είναι οι πράκτορες
«Πράκτορες», δηλαδή αυτοί που συγκεντρώνουν, αναλύουν και επεξεργάζονται όλες αυτές τις πληροφορίες, δεν είναι μόνο υπάλληλοι των κρατικών υπηρεσιών πληροφοριών, αλλά και εργαζόμενοι σε εταιρείες ανάλυσης και μελέτης ρίσκου, που στην πλειονότητά τους περνούν τις ώρες τους εντός τους γραφείου τους, αναζητώντας διαδικτυακά -και όχι πάντα νομότυπα-, καταγράφοντας, μελετώντας και αναλύοντας πληροφορίες.
Η έννοια της οικονομικής κατασκοπίας πλέον θεωρείται κάτι φυσικό, ακόμη και νόμιμο, δεδομένου ότι διδάσκεται σε πολλά μεγάλα πανεπιστήμια σε όλο τον δυτικό κόσμο.
Στο πεδίο της οικονομίας οι όροι εχθρός και φίλος δεν έχουν αντίκρισμα: υπάρχουν ανταγωνιστές και στόχοι προς επίτευξη, αλλά και συμμαχίες λόγω αμοιβαίων συμφερόντων (π.χ. τελωνειακές ενώσεις ή κοινές αγορές κρατών).
Επιπλέον, δεν υπάρχουν κανόνες -και όταν υπάρχουν, συχνά καταπατούνται- και η πρακτική της οικονομικής κατασκοπίας εφαρμόζεται ακόμη και μεταξύ συμμάχων ή εμπορικών εταίρων που έχουν συνομολογήσει συμβάσεις ελεύθερου εμπορίου, πολιτικής δασμών κ.λπ.
Βαρύ είναι το κόστος για όποιον αγνοήσει το γεγονός ότι ο οικονομικός ανταγωνισμός δεν αναγνωρίζει όρια ούτε έχει φραγμούς.
Κρατική κατασκοπία
Οι ΗΠΑ ίσως είναι πιο γνωστές για τη δράση τους και την αποτελεσματικότητά τους στον τομέα της κατασκοπίας – και της αντικατασκοπίας.
Δεν περιορίζονται απλώς στην προστασία του δημόσιου συμφέροντος, αλλά επεκτείνονται στην εξασφάλιση πληροφοριών χρήσιμων για τη διευκόλυνση, την επέκταση αλλά και την προστασία των αμερικανικών επιχειρηματικών συμφερόντων ανά τον πλανήτη.
«Η χώρα που θα κατορθώσει να ηγηθεί της επανάστασης της πληροφορίας θα είναι η ισχυρότερη από όλες», τόνιζε το 1996 σε άρθρο του στο περιοδικό Foreign Affairs ο κοσμήτορας της Σχολής Δημόσιας Διοίκησης JFK, του Πανεπιστημίου Harvard, Τζόζεφ Σ. Νάι, περιγράφοντας τη στρατηγική ασφαλείας των ΗΠΑ.
Οπως εξηγούσε, η στρατηγική ενός κράτους περιλαμβάνει τρεις πυλώνες: στρατιωτικό, οικονομικό και πολιτιστικό. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε τι εννοούσε.
Ωστόσο, οι ΗΠΑ δεν είναι οι μόνες που δρουν με τον τρόπο αυτό. Η Βρετανία, η Ιταλία, η Κίνα, η Γαλλία, η Γερμανία, το Ισραήλ και άλλες χώρες δαπανούν σημαντικούς πόρους για να έχουν μια αποτελεσματική οικονομική κατασκοπία.
Εξέχον παράδειγμα, η ανάπτυξη της Ιαπωνίας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, χάρη στη στρατηγική συγκέντρωσης και ανάλυσης πληροφοριών που ανέπτυξε το υπουργείο Ξένης Βιομηχανίας και Εμπορίου.
Η Γαλλία από το 1994 έθεσε σε εφαρμογή το δικό της πρόγραμμα, το οποίο περιγράφεται στην έκθεση υπό τον τίτλο «Οικονομική κατασκοπία και στρατηγική των επιχειρήσεων».
Οι συντάκτες της κλήθηκαν να κάνουν συγκριτική ανάλυση των κύριων εθνικών οικονομικών συστημάτων πληροφοριών χωρών όπως η Ιαπωνία, η Γερμανία, οι ΗΠΑ, η Κίνα, η Ρωσία κ.λπ. ώστε να δημιουργήσουν κάτι αντίστοιχο, προσαρμοσμένο στις ανάγκες της Γαλλίας.
Η Βρετανία ακολούθησε το 1998, όταν έθεσε ως στόχο η δημόσια διοίκηση να γίνει αρωγός των επιχειρήσεων και την ίδια δεκαετία, η Γερμανία, με οδηγό το δόγμα του οικονομικού φιλελευθερισμού, συνέδεσε το δημόσιο με το ιδιωτικό συμφέρον παρέχοντας κάθε δυνατή βοήθεια προς τις επιχειρήσεις της.
Και φυσικά η Κίνα, η οποία, παρά τον κομμουνιστικό πολιτικό προσανατολισμό της, έχει επιτύχει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης εκμεταλλευόμενη την οικονομική πληροφορία και κατασκοπία, αλλά και υποδεχόμενη ξένες επιχειρήσεις στο έδαφός της και αντιγράφοντας την τεχνολογία που έφεραν μαζί τους.
Ολοι θυμούνται το ανέκδοτο ότι η Κίνα διαθέτει τόσο καλό δίκτυο πληροφοριών ώστε μέσα σε 48 ώρες από την κυκλοφορία ενός νέου προϊόντος, μπορεί να κυκλοφορήσει ένα αντίστοιχο που θα φέρει την ταμπέλα «Made in China».
Χάκινγκ

Το χάκινγκ, παράνομη πρακτική «εισβολής» στα ηλεκτρονικά συστήματα εταιρειών, δημόσιων οργανισμών, τραπεζών και επιχειρήσεων, φαινόμενο ιδιαίτερα εξαπλωμένο, είναι ένα από τα πιο ισχυρά εργαλεία των οικονομικών πρακτόρων, είτε δρουν σε επίπεδο επιχείρησης είτε σε επίπεδο κρατών και κυβερνήσεων.
Το διαδίκτυο έχει καταστεί ένα εργαλείο εξαιρετικά χρήσιμο στα χέρια όσων ψάχνουν την πληροφορία που θα κάνει τη διαφορά, αλλάζοντας τον ρουν μιας εμπορικής δραστηριότητας ή ενισχύοντας τη διαπραγματευτική θέση μιας χώρας -ή μιας επιχείρησης- έναντι μιας άλλης.
Αρωγός στο έργο των χάκερ, η ανεπάρκεια νομικού πλαισίου που να θέτει σαφείς όρους για το τι σημαίνει κλοπή δεδομένων, αλλά και να μπορεί να περιγράψει τι ακριβώς σημαίνει «εισβολή» στα συστήματα ενός οργανισμού.
Ακόμη και σήμερα δεν είναι εύκολο να απαντήσει κανείς στο ερώτημα αν η μη εξουσιοδοτημένη είσοδος σε έναν υπολογιστή έχει την ίδια βαρύτητα με τη φυσική εισβολή σε ένα κτίριο.
Ούτε για το ποιος ευθύνεται για το γεγονός της παραβίασης.
Είναι ο εκδότης του λογισμικού, ο υπεύθυνος πληροφοριακών συστημάτων, ένας απρόσεκτος χρήστης;
Σύμφωνα με τον Ερβέ Γκιγιού, πρόεδρο του Συμβουλίου της Βιομηχανίας Εμπιστευτικών Πληροφοριών και Ασφάλειας της Γαλλίας, δεν υπάρχει επαρκής διεθνής νομική κάλυψη ώστε να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο.
«Ακόμη και αν ξέρετε σε ποιον να αποδώσετε την επίθεση, δεν έχετε τα νομικά μέσα για να δικαιωθείτε, διότι κανένας νόμος στο διεθνές δίκαιο δεν έχει εφαρμογή στο διαδίκτυο.
Μόνη εξαίρεση, η σύμβαση της Βουδαπέστης ενάντια στην παιδοφιλία».
Η κυβερνοεγκληματικότητα είναι πρόβλημα δύσκολο στη λύση του, καθώς οι παρανόμως δρώντες συνήθως είναι ένα βήμα μπροστά από τους διώκτες τους.
H Διεθνής Συνομοσπονδία Χρηματιστηριακών Αγορών από το 2013 έχει αναγάγει σε στόχο πρώτης γραμμής την αντιμετώπιση των κυβερνοεπιθέσεων, ενώ μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες εκκαθάρισης χρηματιστηριακών συναλλαγών των ΗΠΑ, η Depository Trust and Clearing Corporation, χαρακτηρίζει την κυβερνοεγκληματικότητα «αναμφισβήτητα τον κυριότερο συστημικό κίνδυνο που έχουν να αντιμετωπίσουν οι χρηματοοικονομικές αγορές διεθνώς και οι υποδομές στις οποίες αυτές βασίζονται».
Επιπλέον, πρόσβαση σε πληροφορίες δεν επιθυμούν μόνο αντίπαλες επιχειρήσεις ή κράτη. Χάκερ που εργάζονται για το οργανωμένο έγκλημα ή τρομοκρατικές οργανώσεις μπορούν ανά πάσα στιγμή να κλέψουν πληροφορίες που κανείς δεν μπορεί να ξέρει πώς θα χρησιμοποιηθούν.
Ηλεκτρονικό «ψάρεμα», άλλως phishing

Το ηλεκτρονικό «ψάρεμα» πληροφοριών είναι ακόμη μία μέθοδος κλοπής πολύτιμων δεδομένων.
Σε εταιρικό ή κρατικό επίπεδο η ζημιά που μπορεί να προκαλέσει είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτό που συμβαίνει στην καθημερινότητα των απλών πολιτών, όταν επιτήδειοι προσπαθούν να κλέψουν κωδικούς και μέσω αυτών το περιεχόμενο των τραπεζικών λογαριασμών τους.
Λόγω της εξέλιξης των συστημάτων και της υψηλής κατάρτισης των «ηλεκτρονικών ψαράδων» και της κοινωνικής μηχανικής, δηλαδή της απόκτησης απόρρητων πληροφοριών χειραγωγώντας νόμιμους χρήστες, είναι πολύ δύσκολο για τις επιχειρήσεις να αναγνωρίσουν μια κυβερνοεπίθεση.
Με τη σταδιακή ψηφιοποίηση της ζωής και δη των επιχειρήσεων, όλο και περισσότεροι παράνομα δρώντες, με καλά μελετημένο και αποτελεσματικό τρόπο, εισβάλλουν σε αρχεία και ηλεκτρονικά συστήματα τα οποία μπλοκάρουν είτε ζητώντας λύτρα είτε εκβιάζοντας.
Στόχος; Η υφαρπαγή δεδομένων, όπως λίστες πελατολογίου και προμηθευτών, σχέδια για νέα προϊόντα, πληροφορίες για τους εργαζόμενους μιας εταιρείας και τα προσωπικά τους δεδομένα κ.ο.κ.
Κάθε στοιχείο, όσο ασήμαντο κι αν φαίνεται, μπορεί αποδειχθεί χρήσιμο για τον κακόβουλο δρώντα.
Επιπλέον, οι επιθέσεις phishing δεν κάνουν διακρίσεις, μπορεί να αφορούν το μαγαζάκι της γειτονιάς αλλά και μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις, προκαλώντας τεράστιες ζημιές.
Επειτα από κυβερνοεπίθεση στην εταιρεία Sony π.χ., και την κλοπή δεδομένων 1,5 εκατομμυρίου πιστωτικών καρτών, η άμεση ζημία για την εταιρεία ήταν 150 εκατομμύρια δολάρια, ενώ η έμμεση εκτιμάται ότι ξεπέρασε το 1,3 δισ. και αφορούσε αποκατάσταση του «μολυσμένου» σέρβερ της εταιρείας, αλλαγή πληροφοριακών συστημάτων κ.ά.
Επίσης, τα θύματα είναι όλο και περισσότερο εκτεθειμένα, αφού ανεβάζουν όλο και περισσότερα «τιμαλφή» στο διαδίκτυο.
Οι ιδιώτες τραπεζικά στοιχεία, οι εκπαιδευτικοί οργανισμοί την πνευματική τους περιουσία, οι επιχειρήσεις τον ίδιο τους τον εαυτό: οι μονάδες παραγωγής είναι συνδεδεμένες διαδικτυακά μεταξύ τους, όπως και οι αποθήκες, οι αλυσίδες διανομής, τα λογιστήρια και οι διευθύνσεις προσωπικού.
Το μόνο που χρειάζεται για εισβολή και λεηλάτηση είναι ένας πολύ καλός γνώστης των υπολογιστών.
Οι μεγάλες των πρακτόρων σχολές
«Διδάσκουμε πώς να αναζητείτε στοιχεία χωρίς να αφήνετε ίχνη, πώς να αναγνωρίζετε τις αδυναμίες των άλλων, αλλά και πώς να αποφεύγετε την απώλεια πληροφοριών ή τον κίνδυνο να περάσετε μέσω του διαδικτύου υπό τον έλεγχο τρίτων».
Με τον τρόπο αυτό περιγράφει ο Μάριο Λόπεθ, «ηθικός χάκερ» και καθηγητής στο ICADE (Καθολικό Ινστιτούτο Διοίκησης Επιχειρήσεων της Μαδρίτης) στο πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών στην Οικονομική Πληροφόρηση ή Κατασκοπία (Inteligencia Económica).
Οπως εξηγεί ο Λόπεθ σε ρεπορτάζ της El País, αυτό που κάποτε ήταν δουλειά των εμπορικών ακολούθων των κρατών έχει περάσει στον ιδιωτικό τομέα και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν βοηθήσει τα μέγιστα προς αυτόν τον σκοπό.
Για παράδειγμα, το Facebook και πολύ περισσότερο το Linkedin, μέσο κοινωνικής δικτύωσης με επαγγελματικά χαρακτηριστικά, είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για τους «οικονομικούς πράκτορες».
«Μέσω του Linkedin μπορεί κάποιος να μάθει τον αριθμό των εργαζομένων μιας επιτυχημένης επιχείρησης και να πραγματοποιήσει μια επίθεση κοινωνικής μηχανικής στέλνοντας μαζικά e-mails σε όσους παρουσιάζουν συγκεκριμένο προφίλ», εξηγεί ο Μάριο Λόπεθ.
Οπως διατείνεται, «όλα αυτά γίνονται αυστηρά στο πλαίσιο του νόμου. Αυτή η επιστήμη δεν έχει τίποτα να κάνει με την πραγματική κατασκοπία».
Επιπλέον, εξηγεί ο Μάριο Λόπεθ, όσοι θέλουν ένα επαγγελματικά επιτυχημένο μέλλον σπουδάζουν «οικονομική κατασκοπία».
Στα προγράμματα σπουδών των πανεπιστημίων αναφέρεται σαφώς ότι οι επαγγελματικές προοπτικές περιλαμβάνουν τον ιδιωτικό τομέα, αλλά και τον δημόσιο, στις υπηρεσίες πληροφοριών.
Το αντικείμενο διδάσκεται σε σχολές όλων των μεγάλων πανεπιστημίων, όπως αυτό της Γλασκόβης στη Σκοτία, το Johns Hopkins στις ΗΠΑ, πανεπιστήμια της Ισπανίας, της Γαλλίας κ.α.
Οι σπουδαστές μαθαίνουν ότι αντικείμενο της επιστήμης τους είναι η βαθιά «γνώση μιας ξένης οντότητας ως κοινωνίας και ως απειλής» και μέσα από τη συλλογή των πληροφοριών διδάσκονται πώς να κάνουν προβλέψεις για πιθανούς κινδύνους, ευκαιρίες, αλλά και να δημιουργούν μοντέλα και σενάρια πάνω στην προσφορά και τη ζήτηση προϊόντων και υπηρεσιών.
Να σημειωθεί ότι το περιοδικό Economist έχει ειδικό τομέα στην ιστοσελίδα του, στον οποίο περιέχονται εκθέσεις -επί πληρωμή για τους ενδιαφερόμενους- για θέματα όπως: το κόστος ζωής ανά τον κόσμο, οι οικονομικές εξελίξεις σε κάθε χώρα, προβλέψεις για τα επόμενα έτη, οι συνέπειες του προσφυγικού για την Ευρώπη και τον κόσμο, οι ευκαιρίες και οι κίνδυνοι από τη λήξη του εμπάργκο εις βάρος του Ιράν κ.ο.κ.
Ιστορίες οικονομικής κατασκοπίας

Τα επεισόδια οικονομικής κατασκοπίας που έρχονται στο φως, από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου ακόμα, όταν όλα κινούνταν περισσότερο κρυφά και οι ιστορίες των πρακτόρων θύμιζαν κινηματογραφικές ταινίες τύπου 007, δεν είναι παρά ελάχιστα μπροστά στο σύνολο.
Ωστόσο είναι ικανά να δείξουν πώς κινείται ο κόσμος της διεθνούς οικονομίας πίσω από τα φώτα.
Σε ρεπορτάζ της γαλλικής εφημερίδας Le Monde, o Ολιβιέ Μπικέν, υπουργικός σύμβουλος για θέματα οικονομικής κατασκοπίας, εξηγεί:
«Κάθε χρόνο καταγράφονται περίπου χίλιες περιπτώσεις οικονομικής κατασκοπίας από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας. Κατά κανόνα, στόχος των επιθέσεων αυτών είναι ο ίδιος: η κλοπή ή αντιγραφή ψηφιακών πληροφοριών, εγγράφων ή λογιστικών στοιχείων».
Μία εξ αυτών ήταν η υπόθεση κατασκοπίας της BMW εις βάρος της γαλλικής εταιρείας παραγωγής ηλεκτρικών οχημάτων πόλης Autolib για την απόκτηση πληροφοριών σχετικά με το σύστημα επαναφόρτισης με το οποίο την εφοδίαζε η εταιρεία Bolloré.
Οπως δήλωσε ο εκπρόσωπος Τύπου της Autolib, η Bolloré «δεν γνωρίζει καν τι πληροφορίες έχουν κλαπεί ούτε ποια τεχνολογία χρησιμοποιήθηκε για την απόσπασή τους».
Από το Concorde στο Tupolev

Η πιο γνωστή ίσως υπόθεση οικονομικής κατασκοπίας από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου είναι η κλοπή των σχεδίων του υπερηχητικού αεροσκάφους Concorde, προϊόν συνεργασίας της γαλλικής Aérospatiale και της βρετανικής British Aircraft Corporation (BAC), από τις σοβιετικές μυστικές υπηρεσίες, που οδήγησε στην κατασκευή του Tupolev TU-144.
Η υπόθεση είχε όλα τα χαρακτηριστικά μια κανονικής υπόθεσης κατασκοπίας, με άξονα την υπερηχητική τεχνολογία, εκτυλίχτηκε σε βάθος περισσότερων από 10 ετών και χαρακτηρίστηκε από ένα «κυνήγι κατασκόπων» με συλλήψεις και ανταγωνισμό για το ποιος θα πετάξει πρώτος υπερηχητικό αεροσκάφος.
Το πρώτο σοβαρό περιστατικό, που αποκάλυψε και την υπόθεση, σημειώθηκε το 1965, όταν συνελήφθη στο Παρίσι ο Σεργκέι Παβλόφ, επικεφαλής της σοβιετικής εταιρείας Aeroflot.
Στη βαλίτσα του είχε τα σχέδια των συστημάτων πέδησης, προσγείωσης και του κήτους του Concorde.
Παρά τη σύλληψη του Παβλόφ και το σχετικό διπλωματικό επεισόδιο, το πρωτότυπο Tupolev-144 πετάει στις 31 Δεκεμβρίου 1968 κοντά στη Μόσχα, δύο μήνες πριν από την πρώτη πτήση του Concorde (2 Μαρτίου 1969), ενώ κατορθώνει τον Μάιο του 1970 να γίνει το πρώτο υπερηχητικό εμπορικό αεροσκάφος με ταχύτητα μεγαλύτερη της Mach 2 (δύο φορές η ταχύτητα του ήχου).
Ομως η υπόθεση δεν τελείωσε εκεί. Ο ανταγωνισμός συνεχίστηκε με άξονα τη δημιουργία υπερηχητικών επιβατηγών αεροσκαφών, ενώ σημαδεύτηκε με τη συντριβή του πρώτου επιβατηγού Tu-144 το 1973 στη διεθνή αεροπορική έκθεση στο Παρίσι.
H πρώτη επιβατική πτήση του Concorde έγινε το 1975.
Είναι η χρονιά που συλλαμβάνεται ο πράκτορας της KGB, Σεργκέι Φαμπιέ, επίσης στο Παρίσι.
Ο Φαμπιέ, έχοντας ως προκάλυμμα ένα γραφείο μελετών στη Γαλλία, με πελάτες την αεροναυπηγική Dassault και άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές εταιρείες, έως την ημέρα της σύλληψής του είχε κατορθώσει να κλέψει πολυάριθμα απόρρητα έγγραφα, σχέδια και πληροφορίες σχετικά με την υπερηχητική τεχνολογία.
Πλέον, τόσο το Tupolev-144 όσο και το Concorde ανήκουν στην Ιστορία.
Το πρώτο έκανε μόλις 55 προγραμματισμένες επιβατικές πτήσεις, ενώ πετούσε ως μεταγωγικό μέχρι και το 1983, με 102 εμπορικές πτήσεις.
Πλέον χρησιμοποιείται μόνο από τη ρωσική διαστημική υπηρεσία, αλλά και από τη NASA, στο πλαίσιο επιστημονικών ερευνών.
Το Concorde, καύχημα Βρετανών και Γάλλων, που πρώτη φορά μπήκε στην υπηρεσία το 1976 και χρησιμοποιήθηκε για υπερατλαντικές πτήσεις μεταξύ Γαλλίας ή Βρετανίας και ΗΠΑ, αποσύρθηκε το 2003 μετά τη συντριβή της πτήσης της Air France 4590, στην οποία σκοτώθηκαν όλοι, επιβάτες και πλήρωμα.
Στην απόφαση της απόσυρσής του συνέβαλαν η ύφεση στον κλάδο των αερομεταφορών μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, αλλά και το γεγονός ότι η Airbus, διάδοχος εταιρεία των Aérospatiale και BAC, έπαψε να το υποστηρίζει τεχνικά.
«Στόχος Τόκιο»

Το 2006, υπό τον κινηματογραφικό τίτλο «Στόχος Τόκιο», στο στόχαστρο των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών βρέθηκαν η ιαπωνική κυβέρνηση, ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Ιαπωνίας και 35 μεγάλες επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων και ο τομέας φυσικού αερίου της Mitsubishi.
Τα WikiLeaks συνέβαλαν στην αποκάλυψη δίνοντας στη δημοσιότητα τα σχετικά έγγραφα, σε μια υπόθεση, που προκάλεσε σοβαρή ψύχρανση των σχέσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ιαπωνίας και αναστολή διαπραγματεύσεων για εμπορικές συμφωνίες.
Στόχοι των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών -της περιβόητης NSA- ήταν όλο το ιαπωνικό υπουργικό συμβούλιο, ιαπωνικές εταιρείες, ενώ πραγματοποιήθηκαν παρακολουθήσεις που αφορούσαν τις σχέσεις ΗΠΑ-Ιαπωνίας, Ιαπωνίας-Ε.Ε., την αλληλογραφία με διεθνείς οργανισμούς, εμπορικές διαπραγματεύσεις και τη στρατηγική της Ιαπωνίας στο θέμα της κλιματικής αλλαγής.
Είχαν φυσικά προηγηθεί αποκαλύψεις και για κατασκοπία εις βάρος άλλων συμμάχων των ΗΠΑ, όπως της Βραζιλίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας, με εξίσου κινηματογραφικούς τίτλους: «Ο κατάσκοπος από τη Βραζιλία», «Κατασκοπία στα Ηλύσια Πεδία» και «Ολοι οι άνθρωποι της καγκελαρίου».
Μεταξύ συμμάχων…

Στη δεκαετία του 1990 και ενώ η Σαουδική Αραβία ήταν έτοιμη να υπογράψει συμβόλαιο αγοράς αεροσκαφών από την ευρωπαϊκή Airbus, αξίας 6 δισ. δολαρίων, αλλάζει ξαφνικά γνώμη και επιλέγει συμβόλαιο με την αμερικανική Boeing.
Οπως ανακάλυψαν οι ιθύνοντες στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες είχαν κλέψει τα έγγραφα που αντάλλασσαν μέσω fax η Airbus και οι Σαουδάραβες.
Αλλη υπόθεση, την οποία αποκάλυψε ο Εντουαρντ Σνόουντεν, είναι η κυβερνοεπίθεση της αμερικανικής Υπηρεσίας Εθνικής Ασφάλειας (NSA) εναντίον της Γαλλίας, με κλοπή πληροφοριών για τις διαπραγματεύσεις που έκαναν γαλλικές εταιρείες, για συμβόλαια αξίας άνω των 200 εκατομμυρίων δολαρίων – κάποια για πολεμικά αεροσκάφη.
Συνέπεια ήταν να αποτύχουν οι διαπραγματεύσεις και τα συμβόλαια να μην υπογραφούν ποτέ.
Για τα μάτια της Λι Λι
Η Κίνα δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από τη λίστα.
Το 2007, η γαλλική εταιρεία Valeo, κατασκευάστρια ανταλλακτικών αυτοκινήτων, προσλαμβάνει ως ασκούμενη μια 22χρονη Κινέζα αριστούχο φοιτήτρια, τη Λι Λι, με καταγωγή από τη Γουχάν, πόλη όπου υπάρχουν εργοστάσια κατασκευής αυτοκινήτων.
Μέσα σε ελάχιστο διάστημα η Λι Λι κατόρθωσε να αντιγράψει δεκάδες φακέλους με στοιχεία, σχέδια και δεδομένα και να τα αποθηκεύσει σε έξι υπολογιστές και δεκάδες εξωτερικούς σκληρούς δίσκους.
Οταν συνελήφθη, υποστήριξε ότι απλώς έπαιρνε δουλειά στο σπίτι.
Οι αρχές δεν μπόρεσαν ποτέ να αποδείξουν ότι έδινε στοιχεία σε τρίτους και η Λι Λι καταδικάστηκε σε δίμηνη φυλάκιση για κατάχρηση εμπιστοσύνης.
Ο Βάσκος θαυματοποιός

Μεγάλο σκάνδαλο που ταλάνισε την αυτοκινητοβιομηχανία ήταν αυτό της μετεγγραφής στη γερμανική Volkswagen, το 1993, του Χοσέ Ιγνάσιο Λόπεθ ντε Αριορτούα, υψηλόβαθμου στελέχους της αμερικανικής General Motors και γενικού διευθυντή της θυγατρικής της Opel στις ΗΠΑ.
O Χοσέ Ιγνάσιο Λόπεθ ντε Αριορτούα ήταν γνωστός και με το όνομα «Σούπερ Λόπεθ», διότι κατόρθωσε να περιορίσει τις δαπάνες της GM και να βελτιώσει τη γραμμή παραγωγής.
Δεν θα υπήρχε τίποτα το μεμπτό στη μετεγγραφή του μεγαλοστελέχους, που επ’ ουδενί δεν θύμιζε Τζέιμς Μποντ, αν δεν προέκυπταν εις βάρος του υποψίες ότι, αλλάζοντας εργοδότη, μετέφερε στη Volkswagen μυστικά βιομηχανικά σχέδια και έγγραφα της GM, ενώ στέρησε από την εταιρεία σειρά από συνεργάτες της.
Εκτός από την GM, εναντίον του Λόπεθ στράφηκε και το FBI, ενώ εις βάρος του σχηματίστηκε δικογραφία για απάτη, εμπορική κατασκοπία και κατάχρηση εμπιστοσύνης, κατηγορίες που επισύρουν ποινές πενταετούς φυλάκισης και πολύ υψηλά πρόστιμα.
Ο Λόπεθ υποστήριξε ότι είχε καταστρέψει όλα τα στοιχεία για την GM που είχε στα χέρια του πριν αναχωρήσει για τη VW, που τον στήριξε στην υπόθεση.
Οι έρευνες των αμερικανικών αρχών όμως έφτασαν στα σπίτια συγγενών του, σε ένα εκ των οποίων βρέθηκε κουτί με βιομηχανικά έγγραφα και σχέδια της εταιρείας.
Εκτός από το πλήγμα στην εικόνα της VW, η υπόθεση λίγο έλειψε να δημιουργήσει διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ Γερμανίας και ΗΠΑ, ενώ στη διευθέτησή της ενεπλάκησαν ο τότε καγκελάριος Χέλμουτ Κολ και ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον.
Το ζήτημα λύθηκε εξωδικαστικά μεταξύ των εταιρειών, αφού ο Λόπεθ αναγκάστηκε να παραιτηθεί, να πληρώσει στο γερμανικό Δημόσιο πρόστιμο 400.000 ευρώ και να καταφύγει στην Ισπανία -παρά το αμερικανικό ένταλμα, δεν εκδόθηκε στις ΗΠΑ- με τη συμφωνία ότι η VW θα πλήρωνε στην GM 100 εκατ. δολάρια ως αποζημίωση, ενώ θα αγόραζε από την αμερικανική εταιρεία ανταλλακτικά συνολικής αξίας 1 δισ. δολαρίων.
