Στην καρδιά του θύλακα της αλαουίτικης μειονότητας -στην οποία ανήκει ο Μπασάρ αλ Ασαντ-, στη δυτική Συρία, χτύπησαν χθες εξτρεμιστές του «Ισλαμικού κράτους», με ένα μπαράζ «τυφλών» τρομοκρατικών επιθέσεων στις παραλιακές πόλεις Ταρτούς και Τζάμπλα, στις οποίες η Ρωσία διατηρεί ναυτική (τη μοναδική στη Μεσόγειο) και αεροπορική βάση, αντίστοιχα.
Περισσότεροι από 145 άνθρωποι σκοτώθηκαν -σύμφωνα με το Συριακό Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων- στις επιθέσεις, κατά τις οποίες καμικάζι και παγιδευμένα αυτοκίνητα ανατινάχτηκαν σχεδόν ταυτόχρονα σε πολυσύχναστα σημεία, κυρίως σταθμούς λεωφορείων, αλλά και στην είσοδο ενός νοσοκομείου.
Συριακά ΜΜΕ κάνουν από την πλευρά τους λόγο για περίπου 80 νεκρούς. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για τις πλέον πολύνεκρες επιθέσεις στην περιοχή από την απαρχή του συριακού εμφυλίου, οι οποίες πρακτικά σηματοδοτούν την επέκταση της δράσης του «Ι.Κ.» έως και τα δυτικά παράλια της Συρίας.
«Η κλιμάκωση της έντασης και της τρομοκρατικής δραστηριότητας δεν μπορεί παρά να εντείνει την ανησυχία», σχολίασε χθες ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ. «Καταδεικνύει -υπογράμμισε- την αναγκαιότητα για επανέναρξη των [ειρηνευτικών] συνομιλιών».
Η επίσκεψη-αστραπή
Το χθεσινό αιματοκύλισμα συμπίπτει με την εκ νέου απειλή οριστικής κατάρρευσης της συμφωνίας τερματισμού των εχθροπραξιών μεταξύ του κυβερνητικού στρατού και ένοπλων αντικαθεστωτικών ομάδων.
Ηδη σχεδόν 40 οργανώσεις ανταρτών, που επιχειρούν σε όλη τη Συρία, προσυπέγραψαν δήλωση του «Ελεύθερου Συριακού Στρατού», δίνοντας διορία μέχρι αύριο, Τετάρτη, για τον τερματισμό μεγάλης κλίμακας επίθεσης του συριακού στρατού στο προάστιο Νταράγια της Δαμασκού. Σε διαφορετική περίπτωση, προειδοποιούν ότι η άτυπη -πλην ούτως ή άλλως εύθραυστη- εκεχειρία μεταξύ τους θα θεωρηθεί και τυπικά «νεκρή».
Αυτό, δε, σε μια κρίσιμη συγκυρία, καθώς ο υπό τις ΗΠΑ διεθνής στρατιωτικός συνασπισμός προετοιμάζεται για αποφασιστικά πλήγματα κατά του «I.K.» στα συριακά και τα ιρακινά εδάφη.
Προς αυτήν την κατεύθυνση δείχνει και η μυστική επίσκεψη-αστραπή που πραγματοποίησε την περασμένη Παρασκευή στο Κομπάνι της βόρειας Συρίας ο Αμερικανός στρατηγός Τζόζεφ Βότελ, επικεφαλής της διοίκησης των αμερικανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή.
Επόμενος σταθμός του, σύμφωνα με την τουρκική εφημερίδα «Hürriyet», ήταν η Αγκυρα για διαβουλεύσεις με τον Τούρκο επιτελάρχη και την ηγεσία του τουρκικού ΥΠΕΞ, «με κύριο θέμα στην ατζέντα τον σχεδιασμό μιας επιχείρησης κατά της Ράκα» στην ανατολική Συρία: στην de facto δηλαδή «πρωτεύουσα» του αυτοανακηρυχθέντος «Χαλιφάτου».
Παράλληλα, στο Ιράκ ο πρωθυπουργός Αμπάντι ανακοίνωσε και επίσημα χθες την έναρξη μεγάλης επίθεσης κατά του «I.K.» για την απελευθέρωση της Φαλούτζα, 50 χλμ. δυτικά της Βαγδάτης, στις όχθες του Ευφράτη.
Οπως ανακοινώθηκε, τις ιρακινές δυνάμεις θα συνδράμουν ένοπλες ομάδες σιιτών -συμπεριλαμβανομένων, κατά πληροφορίες του Reuters, και αυτών που υποστηρίζονται από το Ιράν.
Η δράση τους, ωστόσο, δεν αποκλείεται να περιοριστεί μέχρι τα περίχωρα της Φαλούτζα, η οποία αποτελεί ιστορικό προπύργιο των σουνιτών της χώρας, βρίσκεται εδώ και έξι μήνες υπό την πολιορκία του ιρακινού στρατού και εκτιμάται ότι στις συνοικίες της βρίσκονται τώρα εγκλωβισμένοι από το «Ι.Κ.» περίπου 75.000 άμαχοι, στα όρια πια της ανθρωπιστικής κρίσης.
Δεδομένων και των συνεχών αναβολών για τη «μητέρα» των μαχών στο Ιράκ -την ανακατάληψης της Μοσούλης- η αίσια έκβαση της επιχείρησης στη Φαλούτζα θεωρείται πλέον κρίσιμη και για τη σταθερότητα της κυβέρνησης στη Βαγδάτη, καθώς η χώρα βυθίζεται σε πολιτική και οικονομική κρίση.
Οι αντικυβερνητικές διαδηλώσεις -κυρίως σιιτών- έχουν ήδη προσλάβει επικίνδυνες διαστάσεις. Την Παρασκευή, 4 διαδηλωτές σκοτώθηκαν και άλλοι 90 τραυματίστηκαν από τα πυρά των ιρακινών δυνάμεων, όταν πλήθος εισέβαλε -δεύτερη φορά μέσα σε ένα μήνα- στην Πράσινη Ζώνη, στον πιο αυστηρά φρουρούμενο τομέα της Βαγδάτης, όπου βρίσκονται η έδρα της κυβέρνησης, το Κοινοβούλιο, καθώς και ξένες πρεσβείες.
Μία ημέρα νωρίτερα, το ιρακινό υπουργείο Οικονομικών είχε ανακοινώσει και επίσημα τη σύναψη δανείου με το ΔΝΤ, ύψους 5,4 δισ. δολαρίων. Κίνηση την οποία έσπευσε να επαινέσει χθες ο Αμερικανός πρόεδρος, σε τηλεφωνική επικοινωνία του με τον Ιρακινό πρωθυπουργό, τονίζοντας ότι η διεθνής κοινότητα πρέπει να υποστηρίξει το Ιράκ, εν μέσω της μάχης του με το «Ισλαμικό κράτος».
