«Η Αμερική σας στηρίζει, με τεράστια στρατιωτική δύναμη. Ηρθε η ώρα να πάρετε τη μοίρα στα χέρια σας, να χτίσετε ένα μέλλον δόξας και ευημερίας, ένα μέλλον που είναι κοντά, που μπορείτε να το αγγίξετε. Είναι η στιγμή της δράσης. Μην την αφήσετε να χαθεί».
Με αυτά τα λόγια –ξεκάθαρη προτροπή για εξέγερση– απευθύνθηκε ο Τραμπ στους Ιρανούς τον περασμένο Ιανουάριο, όταν οι Φρουροί της Επανάστασης, η αστυνομία και οι παρακρατικοί έπνιγαν σε λουτρό αίματος τις διαδηλώσεις που συγκλόνισαν για εβδομάδες το Ιράν.
Σε ποιους όμως μιλούσε ακριβώς ο Αμερικανός πρόεδρος; Ποιοι είναι αυτοί τους οποίους «στηρίζει» και σήμερα κάνει για χάρη τους –υποτίθεται…– μια παράνομη και παράτολμη στρατιωτική επιχείρηση ακολουθώντας τα τυχοδιωκτικά σχέδια του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπέντζαμιν Νετανιάχου και των «γερακιών» των ΗΠΑ;
Με δυο λόγια: ποια είναι η αντιπολίτευση στο Ιράν και πόση ισχύ διαθέτει στην αχανή χώρα των 93 εκατομμυρίων κατοίκων;
Ας πιάσουμε το νήμα από τα τέλη Δεκεμβρίου του 2025. Η εκτόξευση του πληθωρισμού και η δεινή οικονομική κρίση, μαζί με τα τεράστια προβλήματα στην τροφοδοσία, την ύδρευση και την ηλεκτροδότηση, οδήγησαν τους μαγαζάτορες στις κεντρικές αγορές της Τεχεράνης και άλλων πόλεων να διαδηλώσουν μαζικά.
Αλλοι κοινωνικοί παραπόταμοι φούσκωσαν αμέσως το ποτάμι της οργής. Πρώτοι συντονίστηκαν οι φοιτητές και οι νέοι. Ακολούθησαν μικροαστοί, μεσοαστοί, πολλοί ελεύθεροι επαγγελματίες και μερικοί αγρότες. Κάποιοι κράδαιναν και φωτογραφίες του 66χρονου Ρεζά Παχλαβί, γιου του έκπτωτου σάχη. Ακολούθησε ανηλεής καταστολή. Οι ταραχές εξαπλώθηκαν σε πάνω από 200 πόλεις, με λουτρό αίματος και τουλάχιστον 7.000 διαδηλωτές νεκρούς, κατά τους πιο συντηρητικούς υπολογισμούς. Στα μέσα Ιανουαρίου οι ταραχές κόπασαν. Οργανώθηκαν φιλοκαθεστωτικές διαδηλώσεις με μεγάλη, επίσης, συμμετοχή. Ενδειξη ότι το καθεστώς διατηρεί ακόμη ερείσματα στον πληθυσμό.
Στον χάρτη της ιρανικής αντιπολίτευσης δεν διακρίνεται ούτε μέτωπο ούτε κοινός ηγέτης – de facto ή εκλεγμένος. Υπάρχουν μόνον επιμέρους αντικαθεστωτικοί πυρήνες. Πού δρουν; Καταρχάς στην κοινωνία: στα εργατικά σωματεία, τους φοιτητικούς συλλόγους, στους εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων, στους υπαλλήλους στα μέσα μεταφοράς, στους συνταξιούχους, στους συλλόγους γυναικών και στους κατά τόπους συλλόγους εσωτερικών μεταναστών – ακόμα και σε αθλητικά σωματεία. Κατά κανόνα δεν είναι οπλισμένοι. Διαθέτουν μόνο τη φωνή τους (παράνομο Τύπο και διαδικτυακή προπαγάνδα με το σταγονόμετρο, καθώς το ίντερνετ ελέγχεται αυστηρά) και τα κορμιά τους είναι έκθετα στους μηχανισμούς της καθεστωτικής βίας.
Ανάλογοι πυρήνες υπάρχουν στις εθνοτικές μειονότητες του αχανούς κράτους των 93 εκατομμυρίων κατοίκων. Εδώ όμως δρουν και ένοπλες ομάδες, ιδίως Κούρδων στα βορειοδυτικά, «στα κακοτράχαλα τα βουνά» της μεθορίου με το Ιράκ.
Καθώς οι Πέρσες αποτελούν γύρω στο 60% του πληθυσμού, απομένουν περίπου 30 εκατομμύρια «άλλοι». Είναι περίπου 12 εκατομμύρια Αζέροι, 10 εκατομμύρια Κούρδοι, 5 εκατομμύρια Λορ (με μικτή περσοαραβική καταγωγή), 1,5 εκατομμύριο σουνίτες Βαλούχοι, 1,5 εκατομμύριο Αραβες κ.ά. Η συμμετοχή τους στις πρόσφατες διαδηλώσεις περιορίστηκε στις περιοχές με μεγάλη συγκέντρωση μειονοτικών πληθυσμών. Ανά καιρούς αναφέρονται επιθέσεις εναντίον καθεστωτικών στόχων, ιδίως από μικρές ένοπλες ομάδες – οι οποίες όμως δεν αποκτούν χαρακτηριστικά μαζικού αντάρτικου. CIA και Μοσάντ τους τελευταίους μήνες εξοπλίζουν Κούρδους για να επιφέρουν χτυπήματα αντιπερισπασμού σε κυβερνητικούς στόχους.
Εκεί που γίνεται «πανηγύρι» είναι στους Ιρανούς της διασποράς στο εξωτερικό. Από τη μια, καλοντυμένα αγόρια και κορίτσια στο Λονδίνο ή το Βερολίνο κρατάνε σημαίες της εποχής του σάχη, των ΗΠΑ και του… επίδοξου «απελευθερωτή» Ισραήλ.
Από την άλλη, κόμματα-σφραγίδες με ελάχιστη παρουσία στο Ιράν κάνουν ασκήσεις επί χάρτου. Οργανώνουν συνέδρια, εκπονούν κείμενα του τύπου «Πρόγραμμα των πρώτων 100 ημερών μετά την κατάρρευση της Ισλαμικής Δημοκρατίας», θυμίζουν περισσότερο ομίλους πολιτικού προβληματισμού, παρά πολιτικοστρατιωτικές παρατάξεις έτοιμες για σύγκρουση.
Ακατάπαυστη πρακτορολογία
Μια από τις χειρότερες «κατάρες» στο σκορποχώρι της ιρανικής αντιπολίτευσης είναι η βαθιά ριζωμένη καχυποψία μεταξύ των επιμέρους φορέων της. Δεν νοείται ομάδα, μικρή ή μεγάλη, που να μην κατηγορεί κάποιες άλλες (ή όλες τις άλλες…) ομάδες ως υποχείρια ξένων δυνάμεων: των πετρελαιοπαραγωγών μοναρχιών του Περσικού Κόλπου, του Ισραήλ, των ΗΠΑ, της Ρωσίας, του ISIS, του Ιράκ ή της Τουρκίας.
Αυτή η ακατάπαυστη πρακτορολογία δεν είναι αβάσιμη. Σήμερα η κυβέρνηση Τραμπ παζαρεύει με κουρδικές φατρίες του Ιράν ώστε να πλήξουν και αυτές το καθεστώς. Τα αμερικανικά «επιχειρήματα» είναι δύο: το χρήμα και η νομή της εξουσίας. Ισως αποδειχθούν πειστικά, παρά το εκκωφαντικό «άδειασμα» από τον Τραμπ των Κούρδων της βορειοανατολικής Συρίας το 2025.
Τέλος, ας μην αφαιρέσουμε από την αντιπολιτευτική εξίσωση μετριοπαθή πολιτικά πρόσωπα που πίστεψαν ότι θα αλλάξουν τη γερασμένη ισλαμική επανάσταση από μέσα. Διαψεύστηκαν παταγωδώς και σήμερα ζουν στο περιθώριο, όπως οι πρώην πρόεδροι του Ιράν Χασάν Ρουχανί και Μοχαμάντ Χαταμί ή ο πρώην πρωθυπουργός Μιρ Χοσεΐν Μουσάβι.
Αυτούς τους μεταρρυθμιστές πολλοί νέοι Ιρανοί τους θεωρούν καμένα χαρτιά, αλλά κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει την ανάκλησή τους εξ εφέδρων σε μια μεταπολιτευτική διαδικασία.

Εν αρχή ην το χιτζάμπ
Το ημερολόγιο έδειχνε 11 Φεβρουαρίου 1979 όταν ο Αγιατολάχ Χομεϊνί πάτησε το πόδι του στην Τεχεράνη μετά από 14 χρόνια στην εξορία – 13 στο Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν και ένα στο Παρίσι του Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν.
Στους πύρινους λόγους του ήδη είχε περιγράψει με λεπτομέρειες το θεοκρατικό καθεστώς που άρχισε να χτίζει σταδιακά από εκείνη την ημέρα: σιιτικός κλήρος στο τιμόνι της εξουσίας, ένοπλοι Φρουροί της Επανάστασης, κρατικοδίαιτες επιχειρηματικές, πετρελαϊκές και δημοσιοϋπαλληλικές ελίτ, μυστικές υπηρεσίες και «θάνατος στους σιωνιστές και τους απίστους που τους στηρίζουν».
Εκατομμύρια Ιρανοί αποθέωσαν μαζικά τον αγέλαστο ιεράρχη. Συμβόλιζε την απαλλαγή τους από τον ξενόδουλο σάχη Ρεζά Παχλαβί, την έναρξη μιας εποχής μεγάλων προσδοκιών.
Εναν μήνα μετά σημειώθηκε η πρώτη αντίδραση στο «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» του υπερσυντηρητικού ιερατείου. Στις 8 Μαρτίου 1979, Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας, 15.000 θαρραλέες Ιρανές διαδήλωσαν στην Τεχεράνη, κάποιες και σε άλλες πόλεις. Απαιτούσαν να μην εφαρμοστεί ένα από τα πρώτα μέτρα της επανάστασης: η υποχρέωση των γυναικών να φοράνε μαντίλα στο κεφάλι (χιτζάμπ) ή ολόσωμο μαύρο μανδύα (τσαντόρ). Φυσικά, διαδήλωσαν με δυτικά ρούχα και πολλές είχαν λυμένα τα μαλλιά τους.
Κατέλαβαν για τρεις ώρες το Δικαστικό Μέγαρο. «Ξημερώνει η ελευθερία, χωρίς ελευθερία!» φώναζαν. Χιλιάδες οργισμένοι άνδρες τις περικύκλωσαν. Ξυλοκόπησαν και διέλυσαν με τη βία τις συγκεντρωμένες μαθήτριες, φοιτήτριες, εργαζόμενες και νοικοκυρές – μερικές τις μαχαίρωσαν.
Από εκεί μέχρι την οργουελική δυστοπία που περιγράφει στο κόμικς «Περσέπολις» (2000, και ταινία animation το 2007) η Ιρανή Μαριάν Σατραπί, η Ιστορία έκανε μόλις λίγα βήματα – προς τα πίσω.
