Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ιράν εξελίσσεται με ραγδαίους ρυθμούς η Υεμένη, μια ασταθής χώρα, η οποία ήδη χρησιμοποιείται ως ορμητήριο από τους εξτρεμιστές της Αλ Κάιντα. Με επικεφαλής το Ριάντ, έχει συγκροτηθεί συμμαχία διαφόρων χωρών της περιοχής κατά των σιιτών ανταρτών Χούθι.

Δίνοντας το σύνθημα η Σαουδική Αραβία βομβάρδισε σήμερα (Πέμπτη) στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην γειτονική της χώρα, που ελέγχεται κατά μέγα μέρος από τους Χούθι, η προέλαση των οποίων πολύ κοντά, στο λιμάνι του Άντεν, ανάγκασαν και τον πρόεδρο της, Αμπντ Ραμπού Μανσούρ Χάντι, να τραπεί σε φυγή.

Αιγύπτιοι στρατιωτικοί και αξιωματούχοι των υπηρεσιών ασφαλείας είπαν στο Associated Press ότι η στρατιωτική παρέμβαση θα συνεχιστεί σε δεύτερη φάση με χερσαίες επιχειρήσεις στα εδάφη της Υεμένης από δυνάμεις της Σαουδικής Αραβίας, της Αιγύπτου κι άλλων χωρών, όταν οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί έχουν αποδυναμώσει τους αντάρτες και τους συμμάχους τους, που είναι στρατιώτες πιστοί στον πρώην πρόεδρο της Υεμένης Αλι Αμπντουλάχ Σαλέχ.  

Οι επιχειρήσεις αυτές, είπαν οι Αιγύπτιοι, θα έχουν ορμητήριο τη Σαουδική Αραβία με τη συμμετοχή 40.000 στρατιωτών, θα γίνουν με απόβαση στις ακτές της Υεμένης στην Ερυθρά και την Αραβική Θάλασσα και δεν θα έχουν στόχο την κατοχή της Υεμένης, αλλά την αποδυνάμωση των Χούθι μέχρι να αναγκαστούν να καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Σύμφωνα με τους ίδιους αξιωματούχους, η Αίγυπτος διαθέτει από τρία έως πέντε πολεμικά σκάφη ανοικτά των ακτών της Υεμένης, με άγνωστο αριθμό στρατιωτών.

Η προεδρία της χώρας από το Κάιρο ανακοίνωσε ήδη ότι συμμετέχει στις επιχειρήσεις με δυνάμεις του ναυτικού και της αεροπορίας της και είναι έτοιμη να συνεισφέρει και στρατό ξηράς. Το θέμα θα συζητηθεί σε σύνοδο των υπ. Εξωτερικών των αραβικών χωρών το Σάββατο στο αιγυπτιακό θέρετρο του Σαρμ ελ Σείχ, στην οποία πρόκειται να παραβρεθεί και ο πρόεδρος της Υεμένης, Αμπντ Ραμπού Μανσούρ Χάντι, ο οποίος λέγεται ότι βρίσκεται στην Σαουδική Αραβία, υπό την προστασία του Ριάντ.

Μια κρίση με γεωπολιτικές επιπλοκές

Οι βομβαρδισμοί από αέρος τα ξημερώματα, με την κωδική ονομασία «Αποφασιστική Καταιγίδα», είχαν στόχο μια αεροπορική βάση κοντά στο αεροδρόμιο της πρωτεύουσας Σαναά αλλά και θέσεις αντιαεροπορικών συστοιχιών κι άλλων στρατιωτικών βάσεων και είχαν ως αποτέλεσμα και τον θάνατο 18 αμάχων.

Σύμφωνα με το κανάλι Al-Arabiya για την επιχείρηση τέθηκαν σε ετοιμότητα περίπου 100 μαχητικά, 150.000 στρατιώτες και δυνάμεις του ναυτικού από τη Σαουδική Αραβία, αλλά σε αυτήν συμμετείχαν και μαχητικά από τα Εμιράτα, το Μπαχρέιν, το Κατάρ, το Κουβέιτ, την Ιορδανία, το Μαρόκο, το Σουδάν και την Αίγυπτο. Δεν έχει γίνει σαφές, ωστόσο, ποιοί έκαναν τις επιδρομές. 

Οι Χούθι γρήγορα κινητοποίησαν χιλιάδες οπαδούς τους, οργανώνοντας διαδηλώσεις διαμαρτυρίας, με τους ομιλητές να προειδοποιούν ότι η Υεμένη «θα γίνει ο τάφος» των επιτιθεμένων. 

Εξίσου γρήγορα όμως οι εξελίξεις πήραν διεθνείς διαστάσεις, με την κλιμάκωση της κρίσης να επηρεάζει- εκτός των άλλων- τις τιμές του πετρελαίου και τους δείκτες στα χρηματιστήρια. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Τζον Κέρι εξέφρασε την υποστήριξη της Ουάσιγκτον στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, μιλώντας σε τηλεδιάσκεψη με τους ομολόγους του χωρών του Κόλπου. Και τόνισε ότι οι ΗΠΑ θα βοηθήσουν παρέχοντας πληροφορίες για τις θέσεις των Χούθι.

Το σιιτικό Ιράν, αντίθετα, που συμπαρατάσσεται με τους αντάρτες, αποκήρυξε τους βομβαρδισμούς, επισημαίνοντας τις απώλειες μεταξύ των αμάχων, χαρακτήρισε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις «ένα επικίνδυνο βήμα» κι έκανε λόγο για μια «εισβολή η οποία το μόνο αποτέλεσμα που θα έχει είναι να θρέψει την τρομοκρατία και τον εξτρεμισμό σε όλη την περιοχή».

Θέση πήρε και η Άγκυρα. Οπως είπε ο Τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν, η κυβέρνηση θα εξετάσει το ενδεχόμενο να βοηθήσει με λογιστική υποστήριξη τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Υεμένη, καλώντας το Ιράν και «τις τρομοκρατικές οργανώσεις» να φύγουν από την χώρα. Από την άλλη πλευρά, την κρίση συζήτησαν τηλεφωνικά ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν με τον Ιρανό ομόλογό του, Χασάν Ροχανί, που ζήτησαν να υπάρξει άμεσα κατάπαυση του πυρός. Κατά της επέμβασης τάχθηκε και ο άλλος σύμμαχος της Τεχεράνης, ο πρόεδρος της Συρίας Ασαντ, η Χεζμπολά στον Λίβανο, αλλά και η Βαγδάτη. 

Η νέα κλιμάκωση της έντασης βρίσκει την Ουάσιγκτον – παραδοσιακή σύμμαχο της Σαουδικής Αραβίας- σε μια πολύ δύσκολη θέση με την Τεχεράνη, καθώς προσπαθεί να διαπραγματευτεί μια συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν μέχρι τα τέλη του μήνα. Στο μεν μέτωπο του Ιράκ, ΗΠΑ και Ιράν βρίσκονται στην ουσία στο ίδιο στρατόπεδο, αφού και οι δυο βοηθούν την κυβέρνηση, που ελέγχεται από σιίτες να πολεμήσουν τους σουνίτες εξτρεμιστές του Ισλαμικού Κράτους. Στην Υεμένη, όμως, οι ΗΠΑ στηρίζουν τις χώρες του Κόλπου απέναντι στους σιίτες αντάρτες, που έχουν την βοήθεια του Ιράν, ενώ παράλληλα μάχονται και κατά των σουνιτών της Αλ Κάιντα.

Η Σαουδική Αραβία – και οι δικοί της σουνίτες σύμμαχοι του Κόλπου, όπως το Κουβέιτ, τα Εμιράτα, το Κατάρ και το Μπαχρέιν – «βλέπουν» πίσω από την προέλαση των Χούθι, την προσπάθεια της Τεχεράνης να εγκαθιδρύσει «αντιπρόσωπο» της στα νότια σύνορα του βασιλείου, γι αυτό και με ανακοίνωση που εξέδωσε πριν τις αεροπορικές επιδρομές, το Ριάντ υποστήριξε ότι η ανάληψη στρατιωτικής δράσης έχει στόχο να «προστατέψει» την Υεμένη από τους Χούθι, οι οποίοι «είναι εργαλείο στα χέρια μιας ξένης δύναμης».

Οπως ανακοίνωσε ο διάδοχος του θρόνου στο Ριάντ και υπουργός Εσωτερικών της χώρας, πρίγκιπας Μοχάμεντ μπιν Ναγιέφ, η Σαουδική Αραβία ενισχύει την ασφάλεια και στα σύνορα της και στις πετρελαικές και βιομηχανικές της εγκαταστάσεις. Το ίδιο έκανε και το Κουβέιτ. 

Και η Σαουδική Αραβία και η Αίγυπτος έχουν παρέμβει στρατιωτικά στην Υεμένη στο παρελθόν. Την δεκαετία του 1960 το Κάιρο έστειλε στρατό κατά της σιιτικής βασιλικής δυναστείας που κυβερνούσε τότε τη χώρα και η ειρωνεία είναι ότι τότε στηριζόταν από τη Σαουδική Αραβία. Ενώ πολύ πιο πρόσφατα, στα τέλη του 2009, η Σαουδική Αραβία επιτέθηκε αεροπορικώς κατά θέσεων των Χούθι και έκανε και μια σύντομη χερσαία εισβολή, η οποία στοίχισε τελικά τη ζωή σε περισσότερους από 130 στρατιώτες της.