Επιθέσεις, αντίποινα, κατηγορίες και διαψεύσεις βρίσκονται στην… ημερήσια διάταξη με τον αιματηρό εμφύλιο στη Συρία να βρίσκεται στο επίκεντρο. ΗΠΑ, Δύση και Ρωσία εκφράζουν, πλέον, απροκάλυπτα τις θέσεις τους για το μέλλο της σπαρασσόμενης χώρας και το γαϊτανάκι των ευθυνών και της προπαγάνδας συνεχίζεται στις πλάτες των θυμάτων, νεκρών, τραυματιών, εκτοπισμένων και προσφύγων.
Μετά τον διπλωματικό πόλεμο που προκάλεσε η φημολογούμενη επίθεση με χημικά στην πόλη Χαν Σεϊχούν της Συρίας και τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς σε στρατιωτικές εγκαστάσεις των δυνάμεων του Άσαντ, οι τόνοι δείχνουν να πέφτουν, ωστόσο, οι πραγκατικές καταστάσεις δεν έχουν γίνει ακόμη γνωστές και η κάθε πλευρά εκφράζει τη δική της αλήθεια.
Μόσχα και Ουάσινγκτον έριξαν ελαφρώς τους τόνους μετά την επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών, Ρεξ Τίλερσον, στη ρωσική πρωτεύουσα, χωρίς, όμως να έχουν φθάσει σε κάποια συμφωνία για το μέλλον της χώρας.
«100% κατασκευασμένη»
Αναφορικά με την επίθεση της περασμένης εβδομάδας, ο Μπασάρ Αλ Άσαντ, δήλωσε σε αποκλειστική του συνέντευξη στο γαλλικό πρακτορείο ότι είναι 100% κατασκευασμένη από τις ΗΠΑ.
«Για μας, είναι 100% κατασκευασμένη (…) Η εντύπωσή μας είναι πως οι ΗΠΑ είναι συνεργός των τρομοκρατών και πως εξύφαναν όλη αυτή την ιστορία για να χρησιμεύσει ως πρόσχημα για την επίθεση» που πραγματοποίησαν οι Αμερικανοί στις 7 Απριλίου εναντίον συριακής αεροπορικής βάσης, υποστήριξε ο Άσαντ στην πρώτη συνέντευξή του μετά τη «χημική επίθεση» του Χαν Σεϊχούν και τα αμερικανικά αντίποινα.
Ο Sύρος πρόεδρος υποστήριξε επίσης στη συνέντευξη ότι το καθεστώς του δεν διαθέτει πλέον χημικά όπλα.
«Δεν διαθέτουμε χημικά όπλα (…) Πάνε μερικά χρόνια, το 2013, εγκαταλείψαμε όλο το οπλοστάσιό μας (…) Και ακόμη κι αν είχαμε στην κατοχή μας τέτοια όπλα, δεν θα τα είχαμε χρησιμοποιήσει ποτέ», δήλωσε.
Ο Μπασάρ αλ-Άσαντ τόνισε ότι δεν θα δεχθεί παρά μόνο μια «αμερόληπτη» έρευνα σχετικά με την επίθεση στο Χαν Σεϊχούν.
Επίθεση ή νέα προσπάθεια προπαγάνδας;
Την ίδια στιγμή ο συριακός στρατός ανακοίνωσε ότι αργά το βράδυ της Τετάρτης πραγματοποιήθηκε αεροπορική επιδρομή από τον υπό τις ΗΠΑ συνασπισμό. Σύμφωνα με τον στρατό του Άσαντ η επίθεση έπληξε προμήθειες δηλητηριώδους αερίου που ανήκουν στο Ισλαμικό Κράτος με αποτέλεσμα να απελευθερωθεί τοξική ουσία και να χάσουν τη ζωή τους εκατοντάδες άνθρωποι, ανάμεσά τους και πολλοί άμαχοι.
Με βάση τον συριακό στρατό αυτό αποδεικνύει ότι αντάρτες που συνδέονται με το Ισλαμικό Κράτος έχουν στην κατοχή τους χημικά όπλα.
Εκπρόσωπος του συνασπισμού, βέβαια, διέψευσε την είδηση αυτή σημειώνοντας ότι «Ο συριακός ισχυρισμός είναι ανακριβής και πιθανόν εκ προθέσεως παραπληροφόρηση», ενώ και από το ρωσικό υπουργείο Άμυνας ανακοινώθηκε ότι δεν υπάρχουν πληροφορίες για αεροπορική επιδρομή και θανάτους στην επαρχία Ντέιρ Αλ- Ζορ.
Η μεγαλύτερη μη πυρηνική βόμβα έπεσε στο Αφγανιστάν
Την ίδια στιγμή σε μια άλλη πολύπαθη περιοχή ο Ντόναλντ Τραμπ και το στρατιωτικό του επιτελείο φαίνεται πως επιθυμούν να κερδίσουν την μάχη των εντυπώσεων και όχι μόνο.
Σε μια πρωτοφανή επίδειξη δύναμης οι ΗΠΑ, όπως τουλάχιστον ανακοίνωσε το Πεντάγωνο της χώρας, χρησιμοποίησαν την πιο ισχυρή μη πυρηνική βόβμα που διαθέτουν στο οπλοστάσιό τους.
Σύμφωνα με τέσσερις Αμερικανούς αξιωματικούς, τους οποίους επικαλείται το ειδησεογραφικό κανάλι CNN, η GBU-43, η «μητέρα όλων των βομβών» (MOAB), βάρους 10.000 κιλών, ερρίφθη στις 19.00 τοπική ώρα από ένα αεροσκάφος MC-130. Στόχος ήταν σήραγγες και σπήλαια που χρησιμοποιεί το Ισλαμικό Κράτος στην περιοχή Ατσίν της επαρχίας Νανγκαρχάρ.
Το Πεντάγωνο επιβεβαίωσε την είδηση και αναφέρει ότι εξετάζει τα αποτελέσματα της επιχείρησης, ενώ σύμφωνα με τον εκπρόσωπό του, Άνταμ Σταμπ, αυτή ήταν η πρώτη φορά που χρησιμοποιείται αυτού του είδους η συμβατική βόμβα σε μάχη.
Ο στρατηγός Τζον Νίκολσον, ο διοικητής των αμερικανικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν, ενέκρινε τη χρήση της βόμβας, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους.
Με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ
