Στην πρώτη αίθουσα του Μουσείου Μνήμης και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Σαντιάγο, κοιτάζοντας τις εικόνες αγωνιστών αγνοούμενων της χούντας του Πινοτσέτ στη διάρκεια της διαβόητης επιχείρησης Κολόμπο, το βλέμμα αναγνωρίζει με συγκίνηση τις φωτογραφίες των ελληνικής καταγωγής αδελφών Ανδρόνικος. «Ζήσαμε μια καταστροφή που μας αποδεκάτισε και τις συνέπειές της πληρώνουμε ακόμα», μου έλεγε το 2007 η Ερμίνια Αντεκέρα Λατρίγιε για εκείνο τον Οκτώβριο του 1974 που της πήραν τους γιους της, Χόρχε Ελίας και Χουάν Κάρλος Ανδρόνικος (μέλη του MIR, του Κινήματος Επαναστατικής Αριστεράς).
Δεκαοκτώ χρόνια μετά η «Μίνα», όπως την αποκαλούσαν, σύμβολο της μάχης για την ιστορική αλήθεια και την τιμωρία των υπαιτίων της θηριωδίας της δικτατορίας, έχει φύγει από τη ζωή. Ομως τα άλλα της παιδιά συνεχίζουν να κρατούν -όπως κι όλες οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που σήμερα απειλούνται από την επέλαση της Ακροδεξιάς- τη μνήμη ζωντανή για ένα από τα πλέον σκοτεινά επεισόδια εκείνης της ζοφερής εποχής στη Χιλή.
Στις 3 Οκτωβρίου 1974, πράκτορες της DINA (μυστικές υπηρεσίες της χούντας), με επικεφαλής τον υπολοχαγό Φερνάντο Λαουριάνι, έκαναν έφοδο στο διαμέρισμα της οικογένειας Ανδρόνικος Αντεκέρα. Πρώτα απήγαγαν τον 25χρονο ηλεκτρολόγο μηχανολόγο Χόρχε Ελίας, τον συναγωνιστή του Γκονσάλες Μανρίκες (επίσης αγνοούμενος έως σήμερα) και έναν φίλο της οικογένειας. Λίγες ώρες μετά πήραν και τον 23χρονο Χουάν Κάρλος, ενώ ο Λαουριάνι κι άλλοι τρεις άντρες κράτησαν σε ομηρία τη μητέρα τους, την αδελφή τους Αρετή και την εννέα μηνών έγκυο σύζυγο του Χόρχε Ελίας, για δύο ημέρες, ώσπου πείστηκαν πως κανένας άλλος «τρομοκράτης» δεν θα περνούσε από το σπίτι.
Οι μαρτυρίες επιζώντων βεβαιώνουν πως οδηγήθηκαν στο παράνομο κέντρο κράτησης της DINA Χοσέ Ντομίνγκο Κάνιας κι έπειτα μεταφέρθηκαν στο Κουάτρο Αλαμος, όπου συγκρατούμενοί τους είδαν για τελευταία φορά τα αδέλφια στις 11 Νοεμβρίου, ημερομηνία κατά την οποία χάθηκαν τα ίχνη τους.
Το όνομα του Λαουριάνι ανακάλυψε η αδελφή τους Αρετή, 16χρονο κορίτσι τότε που ανακρίθηκε σε απάνθρωπες συνθήκες. Την κράτησαν γυμνή πάνω σε ένα κρεβάτι και κάθε τόσο πίεζαν τα πολυβόλα στο σώμα της προκειμένου να απαντήσει «ως όφειλε» στις ερωτήσεις τους. Ο Λαουριάνι θα είχε μείνει στην ανωνυμία των τόσων βασανιστών, αν δεν έκανε το ολέθριο λάθος να διατάξει την Αρετή να του σιδερώσει το πουκάμισο: στην τσέπη του είχε τη στρατιωτική του ταυτότητα.
«Ηταν μια φρικιαστική εμπειρία, ένα τραύμα ανεπούλωτο. Επρεπε να συνεχίσω τη ζωή μου, το σχολείο, αλλά τα βράδια δεν κοιμόμουν… φόβος και αγωνία με παρέλυαν», θυμάται μετά από τόσες δεκαετίες η Αρετή Ανδρόνικος, που βρήκε το κουράγιο μέσα στη δικτατορία να καταθέσει εναντίον του. Με τον ίδιο τρόμο να στοιχειώνει κάθε της βήμα, η μητέρα της χτύπησε κάθε πιθανή πόρτα ζητώντας να μάθει εκείνο που μετά έγινε το βασικό ερώτημα των συγγενών των θυμάτων: «ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ;». Απάντηση καμία ώσπου μία ημέρα ο αρχιστράτηγος της Φρουράς του Σαντιάγο της διαμήνυσε πως «οι γιοι σας είναι ελεύθεροι αλλά προσπαθούν να ξεφύγουν από απειλές που δέχονται από το MIR και μάλλον έχουν εγκαταλείψει παράνομα τη χώρα». Η επιχείρηση Κολόμπο είχε πια τεθεί σε εφαρμογή.
Η χουντική μονταζιέρα των fake news
H επιχείρηση Κολόμπο ήταν μια επικοινωνιακή καμπάνια συγκάλυψης της εξαφάνισης 119 αγωνιστών από τη χούντα του Πινοτσέτ, που στήθηκε στα μέσα του 1975 με στόχο την απαξίωση των καταγγελιών των συγγενών τους. Ξεκίνησε με ψεύτικη είδηση που δημοσιεύτηκε στο πρώτο και μοναδικό τεύχος του αργεντίνικου περιοδικού Lea για 59 μέλη του MIR δολοφονημένα από συντρόφους τους σε εσωκομματικό ξεκαθάρισμα στην Αργεντινή – ανάμεσά τους και το όνομα του Χόρχε Ελίας Ανδρόνικος.
Βρήκε τη συνέχειά της σε κείμενο της βραζιλιάνικης εφημερίδας Novo O’Dia (που αναβίωσε για να μεταδώσει αυτή την «πληροφορία» κι έπειτα έκλεισε ξανά διά παντός), που ανέφερε άλλα 60 μέλη του ΜIR δολοφονημένα σε αυτές τις εκκαθαρίσεις και σε συγκρούσεις με τις δυνάμεις ασφαλείας της Αργεντινής, ανάμεσά τους και ο Χουάν Κάρλος.
Και αναπαρήχθη ως θέσφατο από μερικές από τις μεγαλύτερες χιλιάνικες εφημερίδες, οι οποίες μέρες έγραφαν για δήθεν εξόριστους αντάρτες που εξοπλίζονταν στη γείτονα Αργεντινή έτοιμοι να εισβάλουν στη χώρα. Προετοιμάζοντας έτσι το απαραίτητο κλίμα για να γίνει πιστευτό πως όλοι αυτοί δεν ήταν παρά «τρομοκράτες», με την εξαφάνιση των οποίων δεν είχαν καμία σχέση οι κατασταλτικοί μηχανισμοί της χούντας.
Ο αγώνας συνεχίζεται
Η Ερμίνια Αντεκέρα Λατρίγιε, σύζυγος του Ελληνα Ηλία Ανδρόνικου (ο πατέρας του, Νικόλας Ανδρόνικος Πατακάκης, έφτασε στη Χιλή από τα Αντικύθηρα), δεν πίστεψε ούτε στιγμή την επαίσχυντη προπαγάνδα. Tόλμησε να προσφύγει άμεσα στη Δικαιοσύνη για την εξαφάνιση των γιων της, συμμετείχε στις δράσεις της Επιτροπής Υπέρ της Ειρήνης και του Βικαριάτου της Αλληλεγγύης, όπου εξέχοντες νομικοί της Εκκλησίας ανέλαβαν την υπόθεση της εξαφάνισης των δύο από τα πέντε παιδιά της.
Από τα ιδρυτικά μέλη της Ενωσης Συγγενών Συλληφθέντων-Εξαφανισθέντων, περιπλανήθηκε σε φυλακές, δικαστήρια και απόμερες γωνιές, όπου ανακάλυπταν ανθρώπινα οστά, συμμετείχε σε διαδηλώσεις, προχώρησε σε απεργίες πείνας, αλυσοδέθηκε μπροστά στις πύλες διάφορων θεσμών, οργάνωσε διαμαρτυρίες ώς τις τελευταίες ημέρες της ζωής της. Εγινε με τη μαχητικότητά της από τις πιο σημαντικές φωνές καταγγελίας των εγκλημάτων της χούντας, των βασανιστηρίων και των εξαφανίσεων.
«Δεν έχω αυταπάτες», μου έλεγε. «Είναι ελάχιστες οι ελπίδες να βρούμε τις σορούς τους έπειτα από τόσα χρόνια. Το μόνο που μας απομένει είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη». Εφυγε προτού αυτό συμβεί. Το 2023 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τελεσίδικα την καταδίκη περισσότερων από 60 πρώην πρακτόρων της DINA -περιλαμβανομένου του Λαουριάνι- ως υπεύθυνων για την εξαφάνιση 16 αγωνιστών, ανάμεσά τους και οι αδελφοί Ανδρόνικος.
Ο αγώνας της Μίνα συνεχίζεται τώρα από την οικογένειά της, τα παιδιά της, ακόμη και τα εγγόνια της. Το πένθος τους έγινε μια συλλογική έκκληση για να συμβάλουν όλοι στο ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ. Ιδρυσαν την οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων Agitando Memorias για να διασώσουν τις μάχες για αναζήτηση της αλήθειας και της δικαιοσύνης. Κάθε χρόνο τιμούν τα αγνοούμενα αδέλφια τους: άλλοτε μια πλάκα στο κολαστήριο της Βίγια Γκριμάλντι όπως έκαναν το 2016, άλλοτε ένα μικρό γλυπτό μπροστά στο σχολείο όπου φοίτησαν όπως έκαναν πέρσι στα 50 χρόνια από την εξαφάνισή τους, άλλοτε πάλι με μια λιτή συγκέντρωση υπόμνησης ότι οι εφιάλτες που δεν κλείνουν επανέρχονται.
