Προχθές, έπιασα μια πολύ όμορφη κουβέντα με τέσσερα γειτονάκια μου, τέσσερα γλυκύτατα παιδιά από το Αφγανιστάν, ηλικίας από 4 έως 12, μέλη μίας εννεαμελούς οικογένειας προσφύγων, που στριμώχνεται σε ένα παλιό, μικρό διαμέρισμα που μισθώνεται από ΜΚΟ.
Τα παιδιά μού μετέφεραν με ενθουσιασμό ιστορίες από τις πρώτες τους ημέρες στο σχολείο, μου έδειξαν τα νέα τους βιβλία και τις ζωγραφιές τους, ενώ με μεγάλη υπερηφάνεια μου μίλησαν για τα αναμνηστικά δώρα που τους έδωσαν οι περσινές δασκάλες τους. Δεν χρειάστηκε περισσότερο από μια ματιά για να καταλάβω πόσο καλή δουλειά κάνουν ορισμένοι εκπαιδευτικοί στο λειτούργημα της ομαλής τους ένταξης και των ταχύρρυθμων μαθημάτων της γλώσσας.
Υστερα από λίγη ώρα ευχάριστης κουβέντας, ωστόσο, τα δύο μεγαλύτερα παιδιά άρχισαν να αναπαράγουν εικόνες που θυμούνται από την πατρίδα τους. Τα κορίτσια φόρεσαν, περιπαικτικά, πετσέτες γύρω από το κεφάλι και τους ώμους τους και μου είπαν πως πρέπει να ντύνονται έτσι, αλλιώς οι Ταλιμπάν θα τις δείρουν. Αναπαρέστησαν τις κινήσεις του ξυλοδαρμού τόσο καλά και τόσο όμοια μεταξύ τους, που ήταν σαφές πως τον έχουν δει (αν δεν τον έχουν υποστεί).
Σιγά σιγά, η εύθυμη διάθεσή τους έσβησε. Σκοτείνιασαν. Το ένα κορίτσι μού είπε «έχεις δει ποτέ Daesh;» (σ.σ.: «Ισλαμικό κράτος»). Της απάντησα αρνητικά. Αρχισε να μου αναπαριστά πόσο τρομακτικά είναι τα όπλα τους και πώς γυρνούν με αυτοκίνητα και πυροβολούν όπου θέλουν. Μου επισήμανε πόσο εκκωφαντικός είναι ο ήχος του πυροβολισμού. Επανήλθε στην κουβέντα περί «ευπρεπούς» ενδυμασίας για τα κορίτσια και έδειξε φοβισμένη.
Καθώς τα παιδιά συνέχιζαν τις χειμαρρώδεις διηγήσεις τους κι εγώ άκουγα αποσβολωμένος, παρατήρησα πως σταδιακά έχαναν την αίσθηση της απόστασης που τα χωρίζει από αυτά τα βιώματα και τα περιέγραφαν ως υπαρκτούς κινδύνους, όχι στην Καμπούλ, αλλά στην Αθήνα. Η αίσθηση της ασφάλειας ξεθώριασε, ο χωροχρόνος αλλοιώθηκε. Μια κουβέντα που ξεκίνησε με χαμόγελο και παιχνίδι, κατέληξε -χωρίς καμία τέτοια δική μου επιδίωξη, τουναντίον- σε φόβο και πανικό.
Θυμήθηκα, τότε, μία σκηνή που είχα δει πριν από τρία χρόνια στο ίδιο ακριβώς διαμέρισμα, αλλά τότε που ζούσε εκεί μία οικογένεια από τη Συρία με τέσσερα μικρά παιδιά. Παραμονές 25ης Μαρτίου κι ενώ τα παιδιά έπαιζαν στο μπαλκόνι, άρχισαν να πετούν πάνω από τη γειτονιά μας μαχητικά F-16, προετοιμαζόμενα για τη μεγάλη εθνική εορτή βεβαίως βεβαίως. Τότε τα παιδιά άρχισαν να ουρλιάζουν σε πανικό και παράκρουση, έτσι όπως δεν τα έχω ξαναδεί ποτέ, ενώ και η -συνήθως ψύχραιμη και ήρεμη- μαμά τους τρόμαξε εξίσου. Το επόμενο 40λεπτο της στρατιωτικής άσκησης με τις πτήσεις, ο πανικός τους γινόταν μόνο χειρότερος.
Ξέρετε πώς λέγεται αυτό; Τραύμα. Ξέρετε τι προκαλεί αυτό το τραύμα; Μετατραυματικό στρες, μία σοβαρή και χρόνια ψυχική πάθηση. Και όσο εξαιρετική δουλειά κι αν κάνει ένας δάσκαλος σε ένα απλό σχολείο, δεν αρκεί για να γιατρέψει αυτή την πάθηση, πόσο μάλλον όταν οι τάξεις είναι γεμάτες και ο μισός χρόνος διδασκαλίας εξαντλείται σε κουβέντα περί μάσκας-τεστ-εμβολίου-αντισηπτικού. Τα παιδιά αυτά έχουν σοβαρές ανάγκες και συνδρομή παιδοψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών, για να σβηστεί ο τρόμος από μέσα τους. Ομως, ποιος έχασε την ενσυναίσθησή του για να τη βρουν οι Μητσοτάκηδες, οι Κεραμέως, οι προκάτοχοί τους και οι διάδοχοί τους;
