Ενα ακόμη «ιταλικό μυστήριο» το οποίο μπορεί και να μη λυθεί ποτέ, όπως συνέβη με τόσα άλλα στο παρελθόν. Η είδηση των δύο αδελφών, που είχαν μετατραπεί σε «διαδικτυακούς κατασκόπους», έκανε τον γύρο του κόσμου.
Ο πυρηνικός μηχανικός Τζούλιο Οκιονέρο, 45 ετών, συνελήφθη μαζί με τη 48χρονη αδελφή του Φραντσέσκα Μαρία, με την κατηγορία ηλεκτρονικής κατασκοπίας και αφαίρεσης προσωπικών και απόρρητων εγγράφων, που ανήκαν σε επιφανή ονόματα της ιταλικής πολιτικής και όχι μόνο: στη λίστα των θυμάτων τους συγκαταλέγεται ο Ιταλός πρώην πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι, ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, ο τεχνοκράτης και πρώην πρωθυπουργός Μάριο Μόντι, αλλά και στελέχη της οικονομικής αστυνομίας, επιχειρηματίες και δικηγόροι.
Σύμφωνα με τα ιταλικά Mέσα Eνημέρωσης, το «κατασκοπευτικό δίδυμο» ενδέχεται να αφαίρεσε πολύτιμα και ευαίσθητα στοιχεία από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές μέχρι και είκοσι χιλιάδων φυσικών προσώπων, επιχειρήσεων και οργανισμών.
Ο Οκιονέρο είναι μασόνος και παρακολουθούσε πολλούς άλλους «αδελφούς» της στοάς του, με σαφή υστεροβουλία.
Για λόγους που συνδέονται με την ανάγκη προστασίας των ερευνών, οι ιταλικές αρχές δεν έχουν αναφερθεί έως τώρα στην τυχόν χρήση των προσωπικών δεδομένων και οικονομικών στοιχείων που είχαν κλαπεί.
Χρησιμοποιούσαν πρόγραμμα malware και μέσω ενός μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τα δυο αδέλφια ήταν σε θέση να ανοίξουν όλα τα αρχεία των υπολογιστών των θυμάτων τους.
Αυτό που έχει διαρρεύσει μέχρι αυτή τη στιγμή είναι ότι το σύνολο των πληροφοριών και στοιχείων στέλνονταν στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου γινόταν μια προσεκτική ταξινόμηση, ανάλογα με τον ρόλο του κατόχου του κάθε «αλωμένου υπολογιστή».
Οι Οκιονέρο και οι τυχόν συνεργοί τους δεν προκύπτει να προχώρησαν σε εκβιασμούς και σε άμεσες πιέσεις σε βάρος πολιτικών ή επιχειρηματιών, αλλά θεωρείται πιθανό ότι μπορεί να έγινε μια έμμεση χρήση των πληροφοριών, η οποία ενδέχεται να οδήγησε σε οικονομικά οφέλη, στo πλαίσιo οικονομικών και επιχειρηματικών κινήσεων.
Προς το παρόν, στην πρώτη χθεσινή ανάκριση, ο Τζούλιο Οκιονέρο αντέκρουσε τις κατηγορίες, λέγοντας πως ενοχοποιητικά στοιχεία μπορεί να έβαλαν στους υπολογιστές του ακόμη και οι υπεύθυνοι των εισαγγελικών ερευνών.
Δύο δημοψηφίσματα
Πέρα, όμως, από την ιστορία αυτή, σχεδόν μυθιστορηματικής, διαδικτυακής κατασκοπίας, η Ιταλία ασχολείται και με την πολιτική της επικαιρότητα. Το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας ενέκρινε τη διεξαγωγή δύο δημοψηφισμάτων. Το πρώτο αφορά την κατάργηση της χρήσης επιταγών-voucher για την αμοιβή πολιτών, που απασχολούνται περιστασιακά.
Μια δυνατότητα που οδήγησε, συχνά, σε κατάχρηση και επέτρεψε σε πολλούς εργοδότες να παρουσιάζουν ως περιστασιακές, συνεργασίες οι οποίες στην πραγματικότητα έχουν χαρακτηριστικά μονιμότητας.
Το δεύτερο δημοψήφισμα, που θα μπορέσει να οργανωθεί, ζητά να γίνει σαφές πως οι υποχρεώσεις των εταιρειών που αναλαμβάνουν μια εργολαβία, θα πρέπει να ισχύουν στο ακέραιο μέχρι το τέλος, έστω κι αν στην πορεία μέρος της εκτέλεσης ανατεθεί σε υπεργολάβους.
Το Συνταγματικό Δικαστήριο, όμως, απέρριψε το σημαντικότερο από τα τρία προτεινόμενα δημοψηφίσματα: εκείνο που αφορούσε τη δυνατότητα κατάργησης του κύριου πυρήνα της εργασιακής μεταρρύθμισης του Ματέο Ρέντσι.
Το δικαίωμα, δηλαδή, το οποίο δόθηκε στους εργοδότες να μπορούν να απολύουν τους εργαζόμενους χωρίς βάσιμη αιτία, μόνο με την καταβολή χρηματικής αποζημίωσης.
Οι εμπνευστές της πρότασης δημοψηφίσματος, με επικεφαλής το κεντροαριστερό συνδικάτο Cgil, ζητούσαν την επιστροφή στο προηγούμενο καθεστώς, το οποίο προέβλεπε πολλά περισσότερα δικαιώματα για τους εργαζόμενους, αρχίζοντας από εκείνο της επαναπρόσληψης σε περίπτωση άδικης απόλυσης.
Ολες οι δημοσκοπήσεις, μέχρι αυτή τη στιγμή, είχαν δείξει ότι η πλειοψηφία των Ιταλών θέλει την κατάργηση της μεταρρύθμισης, ενώ τις τελευταίες ημέρες δεν έλειψαν και διαρροές που αναφέρονταν σε ενδεχόμενες πιέσεις επί των ανώτατων δικαστών, από μέρους του Δημοκρατικού Κόμματος του Ρέντσι.
Η γραμματέας του συνδικάτου Cgil, πάντως, Σουζάνα Καμούσο, δήλωσε ότι μπορεί να αποφασιστεί προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, με αίτημα να τύχουν σεβασμού τα δικαιώματα των εργαζομένων.
Η κυβέρνηση Τζεντιλόνι δείχνει διατεθειμένη να περιορίσει μόνο τη χρήση των επιταγών-voucher, όχι να αλλάξει τα υπόλοιπα σημεία της εργασιακής μεταρρύθμισης.
Αν δεν υπάρξει άμεση αλλαγή των νόμων στο Κοινοβούλιο, τα δύο δημοψηφίσματα που έλαβαν την αναγκαία δικαστική έγκριση, θα μπορούν να οργανωθούν από τον ερχόμενο Απρίλιο μέχρι τον Ιούνιο.
Εκτός και αν, τελικά, αποφασιστεί να στηθούν οι κάλπες για πρόωρες βουλευτικές εκλογές, ακριβώς την ίδια περίοδο, και τα δημοψηφίσματα πάρουν υποχρεωτική αναβολή…
