Πώς μια δημοκρατική χώρα που θέλει να σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ελευθερίες θα μπορέσει να προστατεύσει τους πολίτες της από τη σύγχρονη ισλαμιστική τρομοκρατία;
Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα που απασχολεί τις ημέρες αυτές τη γερμανική πολιτική σκηνή και έχει γίνει αιτία πολιτικών αντιπαραθέσεων, την ώρα που η Γερμανία έχει εισέλθει σε μια μακρά προεκλογική περίοδο.
Παράλληλα, οι πολίτες της χώρας φαίνεται να αντιδρούν με ψυχραιμία στην απειλή της τρομοκρατίας και σε αντίθεση με κάποιες προβλέψεις, δημοσκοπικά ενισχύουν τα δύο μεγάλα κόμματα που κυβερνούν, ενώ η Ακροδεξιά αλλά και η Αριστερά δείχνουν να χάνουν δυνάμεις.
Αφορμή για την ενδοκυβερνητική διαμάχη που έχει ξεσπάσει είναι τα σχέδια του υπουργού Εσωτερικών, Τόμας ντε Μεζιέρ, τα οποία δημοσιοποιήθηκαν πολύ πρόσφατα.
Ο βασικός πυρήνας αυτών των σχεδίων αγγίζει καίριες γραμμές του πολιτικού συστήματος της Γερμανίας και του Συντάγματός της.
Δηλαδή, σε ό,τι αφορά την καταπολέμηση της τρομοκρατίας να αφαιρεθούν αρμοδιότητες από τα ομόσπονδα κρατίδια και αυτές να μεταφερθούν στην κεντρική ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
Επίσης, ένα άλλο ζήτημα που προκαλεί αντιπαράθεση είναι ο ρόλος του στρατού στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας.
Σύμφωνα με το γερμανικό Σύνταγμα, ο στρατός δεν έχει τέτοιες αρμοδιότητες, οι οποίες περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας μόνο στη συνδρομή σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών.
Σε αντίθεση με άλλα ευρωπαϊκά κράτη –εξαιτίας και του ιστορικού παρελθόντος– ο γερμανικός στρατός δεν εμφανίζεται στους δρόμους, για παράδειγμα, σε μέτρα φύλαξης ή αστυνόμευσης.
Ο Ντε Μεζιέρ προτείνει την επανεξέταση του ρόλου του στρατού, παρά το γεγονός ότι αυτό είναι πολύ δύσκολο, καθώς θα απαιτούσε αλλαγή του Συντάγματος.
Ο ίδιος στρέφεται και εναντίον των Σοσιαλδημοκρατών και σε συνέντευξή του στην κυριακάτικη «Μπιλντ», τους κατηγορεί για έλλειψη συνεργασίας στα θέματα ασφαλείας και καταπολέμησης της τρομοκρατίας, ενώ αναφέρει πως οι Σοσιαλδημοκράτες φρενάρουν το νομοσχέδιο που ο ίδιος έχει καταθέσει και το οποίο προβλέπει επιτάχυνση των διαδικασιών για την απέλαση των αλλοδαπών οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα ασύλου στη Γερμανία.
Είχε προηγηθεί συνέντευξη του αντικαγκελάριου και προέδρου των Σοσιαλδημοκρατών, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, στο περιοδικό «Σπίγκελ», που είχε κατηγορήσει τον υπουργό Εσωτερικών πως η πολιτική του έχει μόνο συμβολικό χαρακτήρα και όχι ουσία και ότι η μεταφορά αρμοδιοτήτων από τα ομόσπονδα κρατίδια στην κυβέρνηση θα έμπλεκε για πολύ καιρό τις αρχές ασφαλείας στα γρανάζια της γραφειοκρατίας.
Ανοιχτά υπέρ του Γερμανού υπουργού Εσωτερικών και των προτάσεών του τάχθηκε ο πρόεδρος της γερμανικής μυστικής υπηρεσίας Προστασία του Συντάγματος, Χανς Γκέοργκ Μάασεν, ο οποίος σε δηλώσεις του σημείωσε ότι «η ενίσχυση των ομοσπονδιακών αρχών σημαίνει περισσότερη ασφάλεια. Είναι σίγουρα μοναδικό φαινόμενο μια χώρα όπως η Γερμανία να διαθέτει δεκαοκτώ ανεξάρτητες υπηρεσίες για το εσωτερικό της, δεκαέξι σε κάθε κρατίδιο και δύο σε ομοσπονδιακό επίπεδο».
Να σημειωθεί πως στην ίδια συνέντευξη στο «Σπίγκελ», ο αντικαγκελάριος Γκάμπριελ –στο πλαίσιο πάντοτε του προεκλογικού αγώνα– επιτέθηκε στην πολιτική λιτότητας των Χριστιανοδημοκρατών, λέγοντας πως αυτή μπορεί να οδηγήσει στη διάλυση της Ε.Ε.
Οπως τόνισε, «η Ε.Ε. θα μπορούσε να διαλυθεί εάν οι Χριστιανοδημοκράτες και οι Χριστιανοκοινωνιστές συνεχίσουν την ίδια πολιτική λιτότητας. Δεν είναι λογικό χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία, που κάνουν τεράστιες προσπάθειες μεταρρυθμίσεων, να δίνουν έναν γιγαντιαίο αγώνα ώστε να τους επιτραπεί να έχουν μισή μονάδα παραπάνω δημόσιο έλλειμμα. Εάν ο Χέλμουτ Κολ ήταν ακόμη στη ζωή, δεν θα συμπεριφερόταν έτσι σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη».
Σύμφωνα τώρα με δημοσκοπήσεις, όλα δείχνουν πως οι Γερμανοί πολίτες αντιδρούν με ψυχραιμία στην τρομοκρατική απειλή, ακόμη και μετά το χτύπημα του «Ισλαμικού κράτος» στο Βερολίνο, που είχε αποτέλεσμα δώδεκα νεκρούς και πενήντα τραυματίες.
Σε δημοσκοπική έρευνα του τηλεοπτικού κρατικού σταθμού ARD, το 73% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι νιώθει ασφάλεια.
Το 88% δε των ερωτηθέντων απαντά πως εμπιστεύεται τη γερμανική αστυνομία.
Παράλληλα, μετά την τρομοκρατική επίθεση στο Βερολίνο, πολλοί ήταν αυτοί που είχαν προβλέψει την άνοδο του ακροδεξιού κόμματος AfD.
Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται μέχρι τώρα να επιβεβαιώνεται, αντίθετα αυξάνονται τα ποσοστά των κυβερνώντων κομμάτων και ειδικότερα των Χριστιανοδημοκρατών.
