Μία ημέρα πριν από το σημερινό κρίσιμο Eurogroup, o υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, σε συνέντευξη που παραχώρησε στην κυριακάτικη «Bild», επανέλαβε τις πάγιες θέσεις του, σύμφωνα με τις οποίες η Ελλάδα δεν χρειάζεται ελάφρυνση του χρέους της αλλά μεταρρυθμίσεις.
Οπως σημείωσε, «η Αθήνα πρέπει να εφαρμόσει τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις. Εάν η Ελλάδα θέλει να παραμείνει στο ευρώ, δεν υπάρχει τρόπος να παρακαμφθεί αυτό, ανεξάρτητα από το επίπεδο του χρέους». Ο ίδιος, όταν ερωτήθηκε από τον δημοσιογράφο για το αν θα ειπωθεί στους Γερμανούς ότι έφτασε ο καιρός για μια απομείωση του ελληνικού χρέους, απάντησε: «Οχι, αυτό δεν θα βοηθούσε την Ελλάδα».
Αντίθετα, αναφερόμενος στο ίδιο θέμα, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών, Φρανκ Βάλτερ Στάινμαγερ, που χθες βρέθηκε στη χώρα μας, με δηλώσεις του άσκησε κριτική σε όσους στη χώρα καταφέρθηκαν εναντίον της Ελλάδας και έκαναν λόγο για έξοδό της από την ευρωζώνη.
Χαρακτηριστικά δήλωσε πως «ήταν πολύ επιπόλαιος ο λόγος αυτός, και στη δική μου χώρα τα τελευταία χρόνια, για την έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη ή από τη ζώνη Σένγκεν. Θα ευχόμουν να υποστήριζαν και άλλοι Ευρωπαίοι εταίροι τόσο ακλόνητα το ευρωπαϊκό εγχείρημα όσο εσείς εδώ στην Ελλάδα».
Πάντως στο Βερολίνο δεν αναμένουν συνολικά αποτελέσματα από το σημερινό Eurogroup. Οπως παραδέχτηκε άλλωστε η εκπρόσωπος του υπουργείου Οικονομικών, την περασμένη Παρασκευή, σίγουρα θα συζητηθεί η πρόταση του ESM για λήψη βραχυπρόθεσμων μέτρων που θα μειώσουν το χρέος κατά 22% μέχρι το 2060.
Στόχος είναι να πλησιάσουν οι θέσεις των Ευρωπαίων και ειδικά του Βερολίνου το ΔΝΤ και ειδικά να βρεθεί κάποιος οδικός χάρτης ώστε η Ουάσινγκτον να αποφασίσει τη συμμετοχή της στο ελληνικό πρόγραμμα, ένα πρόγραμμα που θα θεωρείται πια βιώσιμο.
Στη γερμανική πρωτεύουσα δηλώνουν πως δεν βιάζονται ιδιαίτερα και πως η δεύτερη αξιολόγηση θα μπορούσε να ολοκληρωθεί και μετά τις γιορτές. Δυσκολότερο, βέβαια, θέμα θεωρείται αυτό των πρωτογενών πλεονασμάτων, όπου εκεί ακόμη οι γνώμες μεταξύ Βερολίνου και ΔΝΤ διίστανται, ενώ αναμένεται πως η συζήτηση ενδέχεται να επηρεαστεί από το αποτέλεσμα των εκλογών στην Αυστρία, αλλά κυρίως από το αντίστοιχο του δημοψηφίσματος στην Ιταλία.
