«Διανύουμε την πιο σκοτεινή και πιο απαισιόδοξη περίοδο όσον αφορά την ελευθερία του Τύπου, η οποία αποτελεί ένα σημαντικό σημείο αναφοράς για τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου. Διανοούμενοι, επιχειρηματίες, διασημότητες, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, ΜΜΕ και δημοσιογράφοι φιμώνονται με απειλές και εκβιασμούς», έγραφε χθες υπό τον τίτλο «Ανησυχούμε σοβαρά» η -φιλογκιουλενική και σφόδρα επικριτική προς την κυβέρνηση της Αγκυρας- «Today’s Zaman», κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για την πολιτική, κοινωνική και θεσμική κρίση που βαθαίνει μέρα με την ημέρα στην Τουρκία -επίδοξο εταίρο της Ε.Ε. με διαπραγματευτικό «χαρτί» τη συνδιαχείριση της προσφυγικής κρίσης και, ταυτόχρονα, παράγοντα διαρκούς «μόχλευσης» του Συριακού.
Η έμπρακτη επιβεβαίωση των καταγγελλομένων ήλθε σχεδόν αμέσως, με τη χθεσινή -ήδη προαναγγελθείσα από φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ- ανακοίνωση ότι η «Zaman» τίθεται εφεξής, κατόπιν εισαγγελικού αιτήματος, υπό επιτροπεία και πρακτικά υπό κρατικό έλεγχο, με την ανάθεση της διοίκησης σε διορισμένους διαχειριστές.
Πρόκειται για δοκιμασμένη και… προσφιλή πια στις τουρκικές αρχές μέθοδο φίμωσης των αντιπολιτευόμενων ΜΜΕ στη χώρα. Ανάλογη μεταχείριση με αυτή της «Zaman» έχουν ήδη επιφυλάξει στους ομίλους Samanyolu Broadcasting Group και İpek Media Group, με την κατηγορία ότι ανήκουν στο λεγόμενο «παρακράτος» του αυτοεξόριστου στις ΗΠΑ -πάλαι ποτέ συμμάχου του Ερντογάν- ιεροκήρυκα Φετουλάχ Γκιουλέν.
«Επιδεικνύοντας μηδενική ανοχή σε όσα ΜΜΕ ασκούν κριτική στα σχέδιά του για αλλαγή του πολιτεύματος σε προεδρικό» -μέσω της συνταγματικής μεταρρύθμισης, που λόγω αντιδράσεων της αντιπολίτευσης έχει πλέον «σκαλώσει» στη Βουλή-, «ο πρόεδρος Ερντογάν διέταξε προσωπικά την κατάσχεση της “Zaman”», αποκαλύπτει μέσω Twitter το de facto έγκριτο «βαθύ λαρύγγι» της Τουρκίας, με το ψευδώνυμο «Φουάτ Αβνί».
Κατά τον αρθρογράφο της φιλοκυβερνητικής «Star», Τζεμ Κιουτσούκ, έπεται και συνέχεια, με την επιβολή κρατικού ελέγχου σε ολόκληρο τον όμιλο Feza Media Group, στον οποίο ανήκει η «Zaman»…
Με αυτόν τον τρόπο «ο Ερντογάν παίρνει την εκδίκησή του για την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου υπέρ της απελευθέρωσης των Τζαν Ντιουντάρ και Ερντέμ Γκιουλ», επισημαίνει ο «Αβνί», αναφερόμενος στην υπόθεση των δύο δημοσιογράφων και επιτελικών στελεχών της «Cumhuriyet».
Απόφαση για την οποία ο ίδιος ο Τούρκος πρόεδρος έχει ήδη διαμηνύσει ότι τη γράφει στα παλιά του τα παπούτσια και, μαζί με αυτή, το ίδιο το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας, μάλιστα κατηγορώντας το προχθές για παραβίαση του τουρκικού Συντάγματος!
Οχι τυχαία, φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ προαναγγέλλουν και σ’ αυτήν την υπόθεση νέα, αιφνίδια τροπή.
Εν αναμονή της εκδίκασής της, στις 25 Μαρτίου (το κατηγορητήριο αφορά αποκαλύψεις ντοκουμέντων για τη μεταφορά οπλισμού μέσω Τουρκίας και των μυστικών υπηρεσιών της MİT σε εξτρεμιστές ισλαμιστές στη Συρία, στις αρχές του 2014), ο Τζεμ Κιουτσούκ της «Star» προεξοφλεί ότι «στον Ντιουντάρ θα απαγγελθούν νέες και πιο ισχυρές κατηγορίες».
Κι αυτό, «χάρη σε νέες πληροφορίες κι έγγραφα», συμπληρώνει στην επίσης φιλοκυβερνητική «Yeni Akit» ο αρθρογράφος Αμπντουραχμάν Ντιλιπάκ, επικαλούμενος πηγές.
Απροκάλυπτα, εν τω μεταξύ, η ισλαμοσυντηρητική ηγεσία της Αγκυρας εντείνει το «ξεκαθάρισμα λογαριασμών».
Χθες, η αστυνομία συνέλαβε τέσσερα μέλη του Δ.Σ. της Boydak Holding -από τους μεγαλύτερους ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων στην Τουρκία, κυρίως στον τραπεζικό και ενεργειακό τομέα- με την κατηγορία ότι ανήκουν στο «παρακράτος» του Γκιουλέν.
Μεταξύ των συλληφθέντων είναι ο ίδιος ο διευθύνων σύμβουλος του ομίλου και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ενωσης Τούρκων Βιομηχάνων και Επιχειρηματιών (TÜSİAD), Μεμντού Μποϊντάκ.
Σχεδόν ταυτόχρονα, στο πρωθυπουργικό γραφείο έφτανε αίτημα του υπουργείου Δικαιοσύνης για άρση της ασυλίας των συμπροέδρων του φιλοκουρδικού-αριστερού HDP, Σελαχατίν Ντεμιρτάς και Φιγκέν Γιουκσεκντάγ, καθώς και άλλων τριών βουλευτών του κόμματος.
Το αίτημα -που αναμένεται να τεθεί άμεσα σε ψηφοφορία στην τουρκική Εθνοσυνέλευση, με την υποστήριξη του κυβερνώντος AKP και του εθνικιστικού MHP- βασίζεται τυπικά σε έρευνα της Εισαγγελίας του Ντιγιάρμπακιρ σε βάρος των πέντε για «ανοιχτή υποκίνηση στο μίσος και στη βία» (λόγω δημόσιων τοποθετήσεων υπέρ της ανακήρυξης καθεστώτος αυτοδιοίκησης στις αιματοβαμμένες νοτιοανατολικές τουρκικές επαρχίες) και για «συμμετοχή σε ένοπλη τρομοκρατική οργάνωση», ήτοι το PKK.
