Αλλος ένας χρόνος κλείνει με την πληγή του πολέμου στην Ουκρανία ανοιχτή. Αν ώς τις 24 Φεβρουαρίου του 2026 δεν έχει μεσολαβήσει κάποια συγκλονιστική εξέλιξη -κατά πάσα πιθανότητα μια ειρηνευτική συμφωνία με τη σκανδάλη του Τραμπ στον κρόταφο του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι- θα συμπληρωθούν τέσσερα ολόκληρα χρόνια από τη ρωσική εισβολή. Τέσσερα χρόνια στα οποία η ταλαιπωρημένη Ουκρανία δεν ακρωτηριάζεται μόνο εδαφικά, αλλά και πληθυσμιακά.
Το 2022 ο πληθυσμός της Ουκρανίας ήταν 41 εκατομμύρια. Σήμερα, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΝΤ, αυτός έχει μειωθεί στα 32 εκατομμύρια. Πράγμα που σημαίνει πως η χώρα έχασε στο μεσοδιάστημα το 21% των κατοίκων της. Και αυτή η δημογραφική αιμορραγία θα συνεχιστεί όσο δεν διαφαίνεται ειρήνη στον ορίζοντα. Από το φθινόπωρο και μετά μάλιστα καταγράφηκε νέο προσφυγικό ρεύμα, το μεγαλύτερο από το 2023. Η αιτία, σύμφωνα με τις Βρυξέλλες, είναι το διάταγμα που υπέγραψε ο Ζελένσκι τον περασμένο Αύγουστο, το οποίο ήρε την απαγόρευση εξόδου από τη χώρα για άντρες 18-22 ετών. Τα στατιστικά στοιχεία της Κομισιόν δείχνουν ότι ενώ το νούμερο των γυναικών από την Ουκρανία με στάτους πρόσφυγα είχε μειωθεί κατά 7% τον Οκτώβριο, το αντίστοιχο των αντρών είχε αυξηθεί κατά 6%.
«Να υπηρετήσουν στη χώρα τους»
Αυτό αρχίζει να μην αρέσει σε ορισμένους Ευρωπαίους συμμάχους, οι οποίοι μπορεί από τη μια να προτίθενται να στείλουν όπλα στο Κίεβο για να συνεχιστεί ο πόλεμος, από την άλλη όμως θεωρούν ότι οι Ουκρανοί πρόσφυγες αρχίζουν να γίνονται «πάρα πολλοί». Αυτό ισχύει κυρίως για τη Γερμανία, την Πολωνία και την Τσεχία, οι οποίες, όπως διαβάζουμε σε πολύ πρόσφατο ρεπορτάζ της ισπανικής El Pais, το τελευταίο διάστημα ζητούν από τον Ζελένσκι να βρει τρόπους να ανακόψει τις ροές προς τα μέρη τους.
«Ζήτησα από τον Ουκρανό πρόεδρο να φροντίσει ώστε οι νεαροί Ουκρανοί να πάψουν να έρχονται στη Γερμανία σε ολοένα μεγαλύτερα κύματα. Αυτά τα άτομα είναι καλύτερα να υπηρετήσουν στη χώρα τους που τους χρειάζεται», δήλωσε τον περασμένο Νοέμβριο ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς. Η Γερμανία, λόγω των παροχών της προς τους πρόσφυγες, αποτελεί τον αγαπημένο προορισμό των νεαρών Ουκρανών. Ως εκ τούτου, ο αριθμός των αφίξεών τους από το καλοκαίρι και μετά έχει δεκαπλασιαστεί, όπως αναφέρει η El Pais. Σύμφωνα δε με τον ΟΗΕ, είναι η χώρα της Ε.Ε. που έχει υποδεχτεί τον μεγαλύτερο αριθμό Ουκρανών προσφύγων: 1,2 εκατομμύρια. Ακολουθεί η Πολωνία με σχεδόν ένα εκατομμύριο. Εκεί όμως ο συνολικός αριθμός των Ουκρανών ανεβαίνει στα 1,6 εκατομμύρια, αν συνυπολογιστούν όλοι εκείνοι που είχαν μεταναστεύσει πριν από τον πόλεμο.
Η Πολωνία, η οποία έχει κοινά σύνορα με την Ουκρανία, είχε αγκαλιάσει αρχικά τους Ουκρανούς πρόσφυγες πολέμου. Σχεδόν τέσσερα χρόνια αργότερα, όμως, το κλίμα αλλάζει. Οι ντόπιοι γίνονται ολοένα και λιγότερο ανεκτικοί απέναντί τους. Η εκλογή μάλιστα του δεξιού εθνικιστή προέδρου Κάρολ Ναβρόσκι επιβεβαιώνει την ακόμα μεγαλύτερη στροφή προς τον συντηρητισμό, μιας κοινωνίας που δεν έπαψε ποτέ να είναι στο μεγαλύτερο κομμάτι της συντηρητική και εθνικιστική.
Ο Ναβρόσκι θεωρεί πως οι Ουκρανοί πρόσφυγες είναι πια «πάρα πολλοί». Υστερα μάλιστα από μια έντονη κοινοβουλευτική διαμάχη, εγκρίθηκε τελικά μια συμβιβαστική λύση ανάμεσα στη δική του θέση ότι θα πρέπει να σταματήσει η προνομιακή μεταχείριση των Ουκρανών και στη θέση εκείνων που ήθελαν να συνεχιστεί. Τελικά, παρατάθηκε για τελευταία φορά (ώς τον Μάρτιο του 2026) η ισχύς του διατάγματος που προβλέπει την παροχή ειδικών επιδομάτων σε Ουκρανούς πρόσφυγες που βρίσκονται σε κατάσταση ευαλωτότητας. «Η ουκρανική μειονότητα απολαμβάνει αυτά τα προνόμια για τρίτη συνεχή χρονιά και θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με σεβασμό, θα πρέπει όμως να έχει τα ίδια δικαιώματα με τις υπόλοιπες εθνικές μειονότητες που ζουν στη χώρα», δήλωσε ο Ναβρόσκι.
Παρόμοιες τάσεις παρατηρούνται και στην Τσεχία όπου έχουν καταφύγει περίπου 400.000 πρόσφυγες. Η κυβέρνηση του επίσης δεξιού εθνικιστή πρωθυπουργού Αντρέι Μπάμπιτς σημειώνει ότι από το περασμένο καλοκαίρι ο αριθμός των Ουκρανών προσφύγων έχει διπλασιαστεί σε σχέση με τους προηγούμενους μήνες. Ενα από τα πρώτα μέτρα που ανακοίνωσε η τσεχική κυβέρνηση είναι ο περιορισμός των επιδομάτων που λαμβάνουν.
Και, φυσικά, αυτή η τάση δεν περιορίζεται στις τρεις προαναφερθείσες χώρες, αλλά κατά κάποιο τρόπο φτάνει μέχρι τα κεντρικά των Βρυξελλών. Ηδη από τον περασμένο Ιούνιο η Κομισιόν ζήτησε για πρώτη φορά από τα κράτη – μέλη να προσπαθήσουν να εφαρμόσουν προγράμματα εθελοντικού επαναπατρισμού για τους Ουκρανούς. Να γυρίσουν όμως πού, για να κάνουν τι;
Σκοτεινό μέλλον
Οπως διαβάζουμε στην El Pais, το ουκρανικό Ινστιτούτο Δημογραφικών Μελετών Μιχαΐλο Πτούχα καταγράφει μια απαισιόδοξη προοπτική. Σε ανάλυση που πραγματοποίησε τον Νοέμβριο υπολογίζει ότι από το σύνολο των προσφύγων θα επιστρέψει κάποια στιγμή στην Ουκρανία μόνο το 30%. Το ίδιο ποσοστό το 2022, τον πρώτο χρόνο του πολέμου, ήταν 60%. Οι λόγοι είναι προφανείς. Τους εξηγεί στην El Pais ο Σβιατοσλάβ, 34 ετών, ο οποίος έφυγε από την Ουκρανία το 2023 κι έκτοτε κατοικεί στην Πορτογαλία. Λέει ότι τόσο αυτός όσο και άλλοι Ουκρανοί από τον περίγυρό του θα ήθελαν κάποια στιγμή να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. «Ομως», επισημαίνει, «αυτό θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες, κυρίως από το πώς θα τελειώσει ο πόλεμος. Χωρίς μια συμφωνία που να προσφέρει εγγυήσεις ασφαλείας στην Ουκρανία, πολλοί θα παραμείνουν στην Ευρώπη γιατί δεν θέλουν να ξαναζήσουν σε δέκα χρόνια μια νέα ρωσική εισβολή».
