Εκεί που είναι θα παραμείνουν οι κυρώσεις ευρωπαϊκών κρατών κατά του Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα.
Η Δύση έχει στρέψει το φακό της στην υπερδύναμη της Μέσης Ανατολής ως έναν από τους παράγοντες στρατιωτικής ενίσχυσης της Ρωσίας στον πόλεμο με την Ουκρανία. Η εκτίμηση είναι ότι η Τεχεράνη βρίσκεται σε συνομιλίες με τη Μόσχα για μια νέα αγοραπωλησία drones και πυραύλων, παρόλο που η συμφωνία που υπογράφηκε για τα πυρηνικά του Ιράν το 2015 απαγορεύει την αγορά ή την πώληση στρατιωτικών εξοπλισμών. Σε αυτό το πλαίσιο, η Τεχεράνη φαίνεται να παραβιάζει τους όρους της συμφωνίας.
Με αυτή την αιτιολόγηση, Βρετανία, Γαλλία και Γερμανία ανακοίνωσαν από κοινού ότι θα διατηρήσουν και θα επεκτείνουν χρονικά το πακέτο κυρώσεων που έχουν επιβάλλει στο Ιράν για την παραβίαση της πολυμερούς συμφωνίας με τη Δύση για το πυρηνικό του πρόγραμμα.
Υπενθυμίζουμε ότι το 2015 το Ιράν συμφώνησε σε μια πυρηνική συμφωνία και, σύμφωνα με τους όρους της, ορισμένες κυρώσεις επρόκειτο να αρθούν τον επόμενο μήνα.
Ωστόσο, τα ευρωπαϊκά έθνη πιστεύουν ότι το Ιράν παραβίασε τη συμφωνία εμπλουτίζοντας και αποθηκεύοντας ουράνιο.
Το Ιράν από τη μεριά του υποστηρίζει ότι η κίνησή τους είναι «παράνομη και προκλητική» και «παραβιάζει σαφώς» τους όρους της πυρηνικής συμφωνίας.
Σήμερα, ευρωπαϊκές διπλωματικές πηγές ανέφεραν ότι η απόφαση αυτή δεν καθοδηγείται μόνο από την επιθυμία να αποτραπεί η οικονομική ενίσχυση του Ιράν, αλλά και από την προσπάθεια να μειωθεί η πιθανότητα η Τεχεράνη να μεταφέρει βαλλιστικούς πυραύλους στη Ρωσία.
Η Τεχεράνη έχει ήδη πουλήσει πολλά μη επανδρωμένα αεροσκάφη στη Μόσχα, τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί εναντίον της Ουκρανίας.
Οι τρεις τελευταίες χώρες, γνωστές συλλογικά ως Ε3 δήλωσαν με έμφαση ότι οι κυρώσεις είχαν σχεδιαστεί «για να διατηρήσουν τα μέτρα που σχετίζονται με την ανάπτυξη των πυρηνικών όπλων στο Ιράν, καθώς και τα εμπάργκο όπλων και πυραύλων».
Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις ανακοίνωσαν ότι θα ενσωματώσουν στους δικούς τους νόμους τις κυρώσεις του ΟΗΕ που λήγουν.
Ορισμένα από τα μέτρα υποτίθεται ότι θα σταματήσουν το Ιράν να αναπτύσσει και να εξάγει βαλλιστικούς πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Όμως, παρά τις κυρώσεις, πολλά μη επανδρωμένα αεροσκάφη που κατασκευάζονται στο Ιράν έχουν χρησιμοποιηθεί από τη Ρωσία στον πόλεμό της κατά της Ουκρανίας.
Το Ιράν συμφώνησε στη συμφωνία, γνωστή ως Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (JCPOA), με μια ομάδα παγκόσμιων δυνάμεων γνωστή ως P5+1 – τις ΗΠΑ, τη Βρετανία, τη Γαλλία, την Κίνα, τη Ρωσία και τη Γερμανία- πριν από οκτώ χρόνια.
Στο πλαίσιο της συμφωνίας του 2015, το Ιράν συμφώνησε να περιορίσει τις ευαίσθητες πυρηνικές δραστηριότητές του και να επιτρέψει την είσοδο διεθνών επιθεωρητών σε αντάλλαγμα για την άρση των εξοντωτικών οικονομικών κυρώσεων εις βάρος του. Η συμφωνία απαγορεύει σε οποιονδήποτε να αγοράζει, να πωλεί ή να μεταφέρει μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραύλους από και προς το Ιράν.
Η συμφωνία προέβλεπε μια «μεταβατική μέρα» οκτώ χρόνια αργότερα, όπου θα αίρονταν οι εναπομείνασες κυρώσεις κατά του Ιράν που αφορούν βαλλιστικούς πυραύλους και πυρηνικά.
Οι κυρώσεις περιλάμβαναν επίσης πάγωμα περιουσιακών στοιχείων σε έναν κατάλογο προσώπων και οργανισμών που πιστεύεται ότι βοηθούν στην προώθηση του πυρηνικού προγράμματος.
Χώρες όπως η Ρωσία και η Κίνα δεν θα δεσμεύονται πλέον από τους περιορισμούς εάν δεν υιοθετήσουν κυρώσεις παρόμοιες με εκείνες της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας πριν από τις 18 Οκτωβρίου.
Οι χώρες της Ε3 δήλωσαν ότι οι κυρώσεις θα παραμείνουν σε ισχύ έως ότου η Τεχεράνη «συμμορφωθεί πλήρως» με τη συμφωνία.
Το Ιράν δήλωσε ότι η απόφαση αυτή παραβιάζει «σαφώς» τις υποχρεώσεις των Ε3 στο πλαίσιο της JCPOA και της απόφασης 2231 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, η οποία καλεί το Ιράν να μην αναλάβει καμία δραστηριότητα που σχετίζεται με βαλλιστικούς πυραύλους που έχουν σχεδιαστεί για να μπορούν να μεταφέρουν πυρηνικά όπλα.
Η Ε3 δήλωσε ότι η απόφαση ήταν σύμφωνη με την JCPOA, καθώς το Ιράν «αρνήθηκε δύο φορές τις ευκαιρίες να επιστρέψει στην JCPOA» και «συνέχισε να επεκτείνει το πρόγραμμά του πέραν των περιορισμών της JCPOA και χωρίς καμία αξιόπιστη πολιτική αιτιολόγηση».
