ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χριστίνα Πάντζου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Ισπανία απέφυγε την Κυριακή μια μοίρα που φαινόταν προδιαγεγραμμένη. «Το μήνυμα προς την Ευρώπη και τον κόσμο είναι σαφές: μπορείς να νικήσεις το αντιδραστικό κύμα προβάλλοντας έναν εναλλακτικό προοδευτικό ορίζοντα». O Πάμπλο Μπουστιντούι, ειδήμων διεθνών σχέσεων στον αριστερό συνασπισμό Sumar, συμπύκνωσε έτσι λιτά τη σημασία που έχει η συρρίκνωση του ακροδεξιού κόμματος Vox του Σαντιάγο Αμπασκάλ, του μεγάλου χαμένου των εκλογών της 23ης Ιουλίου, που από 52 έπεσε στις 33 έδρες, μια επίδοση που πλέον δεν εξασφαλίζει κυβέρνηση πλειοψηφίας με το Λαϊκό Κόμμα του Αλμπέρτο Νούνιεθ Φεϊχό.

Για πολλούς οι ισπανικές εκλογές ήταν ένας δείκτης της πολιτικής κατεύθυνσης που θα έχει η Ε.Ε. την ώρα που η Ακροδεξιά προελαύνει δυναμικά στην ήπειρο. Αν κατάφερνε να γίνει πρωθυπουργός της Ισπανίας -της τέταρτης μεγαλύτερης οικονομίας της Ε.Ε.-, ο Φεϊχό θα ήταν ο σημαντικότερος ηγέτης του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, αφού αυτό δεν κυβερνά σε καμιά από τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Η δε είσοδος των ακροδεξιών του Vox στην κυβέρνηση θα έδινε τεράστια ώθηση στην αντεπίθεση των ακραίων ενόψει των ευρωεκλογών του 2024.

Σύσσωμη η Κεντροαριστερά και η Αριστερά της Ε.Ε. χαιρέτισαν την ήττα του Vox με ανακούφιση για την «αναχαίτιση του μαύρου κύματος». Αντίθετα, οι Ευρωπαίοι συντηρητικοί μπορεί να χαιρετίζουν την (πύρρειο) νίκη του ΡΡ στην Ισπανία και την αποδυνάμωση της Ακροδεξιάς, ξέροντας ωστόσο πως αυτή η έκβαση μάλλον τορπιλίζει στρατηγικά τους σχέδια.

Αναλυτές θεωρούσαν ότι μια κυβερνητική συμμαχία ΡΡ-Vox θα μπορούσε να είναι προοίμιο για μια πιο ευρεία συνεργασία ανάμεσα στο ΕΛΚ και την ομάδα των Ευρωπαίων Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών (όπου ανήκουν τα Αδέλφια της Ιταλίας της Τζόρτζια Μελόνι, το Vox και άλλοι ακροδεξιοί σχηματισμοί) ενόψει των ευρωεκλογών του 2024. Εδώ και μήνες συζητείται η ιδέα, με τον επικεφαλής της ομάδας του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, Μάνφρεντ Βέμπερ, να την προωθεί και τον Φεϊχό σε συνέντευξή του να προκαταβάλλει πως αυτό θα ήταν «ένα σενάριο επιθυμητό και καλό για την Ε.Ε.».

Στην πραγματικότητα αυτή η συνεργασία θα μπορούσε μετά τις εκλογές του 2024 να αλλάξει τις ισορροπίες στις Βρυξέλλες προσφέροντας συνολικά στη Δεξιά κάθε τάσης τεράστια πολιτική βαρύτητα. Και σε αυτό το πλαίσιο μια κυβέρνηση του ΡΡ με το Vox στην Ισπανία, γράφει η El País, «θα είχε επιτρέψει σε χώρες όπου κυβερνούν ή συμμετέχουν στην κυβέρνηση ακροδεξιά κόμματα να έχουν ώς και το 35% των ψήφων στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Κάτι που θα τους επέτρεπε να μπλοκάρουν οποιαδήποτε “ανεπιθύμητη” πρωτοβουλία της Κομισιόν. Χωρίς την Ισπανία, αυτή η απειλή φαίνεται να έχει αποφευχθεί, προς το παρόν».

Οι ισπανικές εκλογές ήταν η εξαίρεση στη συνεχή άνοδο που έχουν σημειώσει το τελευταίο διάστημα τα ακροδεξιά κόμματα στην Ευρώπη, ιδίως μετά τη μεταναστευτική κρίση του 2015, την παρατεταμένη λιτότητα, την πανδημία και την υποχρεωτικότητα των μέσων προστασίας: μια δυσαρέσκεια που αυξήθηκε με τον πόλεμο στην Ουκρανία, την ενεργειακή κρίση, τον πληθωρισμό και τις νέες μεταναστευτικές ροές. Κατάφεραν με επιτυχία να εκμεταλλευτούν αυτές τις ανησυχίες εμφυσώντας τον φόβο που έκανε πιο εύπεπτο το παραδοσιακό τους αφήγημα για τον ταυτοτικό εθνικισμό, για την απειλή της (μουσουλμανικής) μετανάστευσης, για την κατάπτωση του έθνους.

Η επέλαση του μαύρου κύματος

Αυτή η στρατηγική στέφθηκε με επιτυχία. Οπως παραθέτει ρεπορτάζ της El Periódico, σε 17 από τα 27 κράτη-μέλη της Ε.Ε., οι βασικές ακροδεξιές δυνάμεις αυξήθηκαν στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις, με αρκετές να καταλαμβάνουν ποσοστό μεγαλύτερο του 10%. Με πρωταγωνίστρια τη Μαρίν Λεπέν και τον Εθνικό της Συναγερμό, που στις περσινές εκλογές αναδείχθηκε τρίτη πολιτική δύναμη της Γαλλίας και σχεδόν δεκαπενταπλασίασε τις κοινοβουλευτικές της έδρες.

Ανάλογοι πολιτικοί σχηματισμοί όπως το Κόμμα Ελευθερίας της Αυστρίας (FPÖ) και η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), από τα πλέον ριζοσπαστικά της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς, γνωρίζουν σημαντική δημοσκοπική άνοδο, αλλάζοντας το πολιτικό σκηνικό. Η AfD μάλιστα, που τον περασμένο μήνα εξέλεξε και τον πρώτο περιφερειάρχη της (στη Θουριγγία), σε δημοσκόπηση που έγινε στα τέλη Ιουνίου για τη δημόσια τηλεόραση ZDF κατέκτησε 19% στην πρόθεση ψήφου, μία μονάδα μπροστά από τους σοδιαλδημοκράτες του Ολαφ Σολτς. Στη δε Σλοβακία, δύο κόμματα με δεσμούς με ναζιστικά μορφώματα φέρονται ως ρυθμιστές και πιθανοί κυβερνητικοί εταίροι μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου.

Οι υπερσυντηρητικοί ήδη κυβερνούν σε Ουγγαρία και Πολωνία, όπου η πιο αδιάλλακτη εκδοχή της Ακροδεξιάς έχει πετύχει συντριπτικά ποσοστά.

Ο Ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτορ Ορμπαν επανεκλέχθηκε πέρσι με ένα 54% των ψήφων, έχοντας μετατρέψει τη χώρα σε μια ανελεύθερη δημοκρατία. Τα βήματά του ακολουθεί και ο Πολωνός ομόλογός του, Ματέους Μοραβιέτσκι, που το 2019 εκλέχθηκε με 43,6%.

Τον Οκτώβριο ο Ουλφ Κρίστερσον ανέλαβε την πρωθυπουργία της Σουηδίας χάρη στη στήριξη των ακροδεξιών Σουηδών Δημοκρατών. Τον ίδιο μήνα, η Τζόρτζια Μελόνι οδήγησε το φασιστικής καταγωγής κόμμα Αδέλφια της Ιταλίας στον σχηματισμό της πιο δεξιάς κυβέρνησης συνεργασίας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ιταλία. Φέτος τον Ιούνιο ανέλαβε την πρωθυπουργία της Φινλανδίας ο Πέτερι Ορπο του Εθνικού Συνασπισμού, σχηματίζοντας κυβέρνηση με εταίρο και το εθνικιστικό ισλαμοφοβικό Κόμμα των Φινλανδών. Η ηγέτιδά του και νυν αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Ρίικα Πούρα, έγραφε πριν από κάποια χρόνια σε ακροδεξιό μπλογκ: «Αν είστε στο Ελσίνκι, θα έρθει κάποιος να φτύσουμε τους ζητιάνους και να χτυπήσουμε μαύρα παιδιά;»

Λεπτή διαχωριστική γραμμή

weber

Αυτή η ομαλοποίηση των σχέσεων αλλά και οι συμφωνίες με την Ακροδεξιά αποτελούν τη νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα, όπου πλέον δεν ισχύει εκείνη η συναίνεση για ένα δίχτυ ασφαλείας ενάντια στις ακραίες δυνάμεις, καταλήγοντας να τις ξεπλένει. Ετσι, αν έως αρκετά πρόσφατα φαινόταν αδιανόητη μια Ε.Ε. της Ακροδεξιάς, γιατί η ίδια η Ε.Ε. είναι ο αντίποδας του εθνικισμού που η πρώτη πρεσβεύει, τώρα είναι κάθε άλλο παρά απίθανη μια τέτοια προοπτική, λέει ο Χανς Κουντνάνι σε ανάλυσή του στο International Politics and Society, περιοδικό του Ιδρύματος Φρίντριχ Εμπερτ.

Στο βιβλίο του «Eurowhiteness», που θα κυκλοφορήσει τον Αύγουστο, ο Κουντνάνι επισημαίνει πως περισσότερο από την εκλογική επιτυχία της ριζοσπαστικής Δεξιάς στα κράτη-μέλη, εκείνο που καθιστά ακόμη πιθανότερη μια Ε.Ε. της Ακροδεξιάς είναι το γεγονός ότι υπάρχει μια όλο και μεγαλύτερη σύγκλιση ανάμεσα στη φιλοευρωπαϊκή Κεντροδεξιά και την ευρωσκεπτικιστική Ακροδεξιά.

Ο ερευνητής στο Βασιλικό Ινστιτούτο Διεθνών Υποθέσεων του Λονδίνου τονίζει πως ιδίως μετά την προσφυγική κρίση του 2015, η Κεντροδεξιά μετακινήθηκε προς πιο ακραίες θέσεις στο θέμα του μεταναστευτικού, του Ισλάμ, της ταυτότητας και του περίφημου πολιτιστικού πολέμου. Ανάλογα, μεγάλο μέρος της Ακροδεξιάς μετριάζει τον ευρωσκεπτικισμό της ή (τουλάχιστον) ακολουθεί μια νέα στρατηγική: πολλά κόμματά της πλέον δεν ζητούν άμεσα την έξοδο από την Ε.Ε., αλλά να την αλλάξουν από μέσα, φέρνοντάς την στα μέτρα των ιδεολογικών επιταγών τους, ζητώντας παράλληλα και έναν οδικό χάρτη για μεγαλύτερη αυτονομία των κρατών, μικρότερη κυριαρχία της Ενωσης και αποδυνάμωση των αρμοδιοτήτων της.

Κι αυτό, όπως επισημαίνει, είναι ακόμη πιο επικίνδυνο από μια έξοδο. «Το αν και πόσο θα καταφέρει η Ακροδεξιά να ελέγξει την Ε.Ε., θα εξαρτηθεί από το αν οι υπόλοιπες δυνάμεις θα της αντιταχθούν ή εάν απλώς θα αφήνουν να τις παρασέρνει το ρεύμα (των ακροδεξιών προταγμάτων) για να διατηρήσουν την ευρωπαϊκή ενότητα».