Aπόφαση-σταθμός, που αποτελεί νομικό προηγούμενο, η ετυμηγορία χθες του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ECJ) έδωσε μια ανάσα σε κυβερνήσεις -όπως αυτή της Βρετανίας- που στριμωγμένες από τα ξενόφοβα, ακροδεξιάς αντίληψης, εθνικιστικά κόμματα, έχουν υψώσει τους τόνους κατά των μεταναστών, προωθώντας σχετικές πολιτικές, ξεκινώντας από αυτό που αποκαλούν «τουρισμό επιδομάτων».
Η υπόθεση άνοιξε έπειτα από προσφυγή μιας 25χρονης Ρουμάνας, της Ελιζαμπέτα Ντάνο, μητέρας ενός αγοριού που γέννησε ενώ έμενε στη Λειψία, στην ανατολική Γερμανία. Η Ντάνο, που είχε μεταναστεύσει στη Γερμανία από το 2010, εισέπραττε ήδη ένα επίδομα περίπου 300 ευρώ, αλλά οι αρχές αρνήθηκαν να της εγκρίνουν και επίδομα ανεργίας με την αιτιολογία ότι «δεν έψαχνε εντατικά για εργασία».
Το Δικαστήριο -που κρίνει ερμηνεύοντας την ευρωπαϊκή νομοθεσία- απεφάνθη ότι παρ’ όλο που οι Ευρωπαίοι μετανάστες έχουν δικαίωμα διαμονής σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα για ένα διάστημα τριών μηνών, η χώρα που τους φιλοξενεί δεν οφείλει να τους καταβάλει επιδόματα το διάστημα αυτό. Εάν ο μετανάστης μείνει για περισσότερους από τρεις μήνες, αλλά λιγότερο από τρία χρόνια, το δικαίωμα στη διαμονή εξαρτάται από το εάν έχει τα μέσα να επιβιώσει και να συντηρήσει και την οικογένειά τους.
Πριν ακόμα αντιδράσει το Βερολίνο, ανακοίνωση έσπευσε να βγάλει το γραφείο του Βρετανού πρωθυπουργού, που βρίσκεται υπό συνεχή πίεση από το ξενοφοβικό κόμμα UKIP του Νάιτζελ Φάρατζ, με αιχμή τη μετανάστευση. Δείχνοντας πόσο τον «καίει» το θέμα των μεταναστών, ο Ντέιβιντ Κάμερον ερμήνευσε, μέσω του εκπροσώπου του, την απόφαση ως δικαίωση των θέσεών του, αφού «υπογραμμίζει ότι η ελευθερία της μετακίνησης στην Ευρώπη δεν είναι ένα απεριόριστο δικαίωμα» και υποστήριξε εμμέσως ότι τώρα έχει και το πράσινο φως να επιδιώξει την υιοθέτηση πιο αυστηρών μέτρων για τους Ευρωπαίους μετανάστες.
Διαπραγμάτευση νέας συμφωνίας
Το Λονδίνο ευελπιστεί ότι η κυβέρνηση θα μπορέσει να πείσει την Ευρώπη να σφίξει κι άλλο τα λουριά, όταν ο κ. Κάμερον αρχίσει να διαπραγματεύεται τη «νέα συμφωνία» εν όψει του δημοψηφίσματος που έχει υποσχεθεί στους συμπατριώτες του για έξοδο ή όχι από την Ε.Ε. το 2017.
Προς το παρόν σίγουρα τον έβγαλε από μια δύσκολη θέση, αλλά η συνέχεια είναι μάλλον θολή, δεδομένου ότι η Ανγκελα Μέρκελ έχει ήδη διαμηνύσει πως δεν πρόκειται να συμφωνήσει σε οποιαδήποτε προσπάθεια αλλαγής της βασικής αρχής για την «ελεύθερη μετακίνηση των προσώπων» εντός των ευρωπαϊκών συνόρων. «Αυτή η αρχή είναι ένα θεμελιώδες δικαίωμα και συμβολίζει την ιδέα πίσω από την Ευρωπαϊκή Ενωση», αναφέρει ανακοίνωση του υπουργείου Εργασίας από το Βερολίνο, «αλλά υπάρχουν όρια στο δικαίωμα για ίση μεταχείριση».
Το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα χαιρέτισε την απόφαση του ECJ, αναφέροντας ότι στέλνει «ένα σαφές μήνυμα για τις επιλογές και τα νομικά εργαλεία που έχουν στη διάθεσή τους οι χώρες-μέλη, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι δεν θα γίνεται κατάχρηση του κοινωνικού τους κράτους, χωρίς να εμποδίζεται η ελευθερία στις μετακινήσεις».
Επειδή όμως όλα είναι θέμα ερμηνείας, οι Βρετανοί επιμένουν αλλιώς: «Είναι μια εξαιρετική απόφαση«, διακήρυξε ο υπουργός Εργασίας και Συντάξεων, Ντάνκαν Σμιθ, «και στηρίζει την άποψή μας ότι όσοι έρχονται στη Βρετανία και δεν έχουν τον τρόπο να επιβιώσουν, θα είναι ένα αδικαιολόγητο βάρος και δεν θα έπρεπε να έχουν πρόσβαση στο εθνικό μας σύστημα κοινωνικής πρόνοιας». Δεν είναι ακριβώς έτσι, απαντούν οι Ευρωπαίοι Φιλελεύθεροι, αλλά σε κάθε περίπτωση «η απόφαση αποτελεί πλήγμα σε όσους (όπως οι Βρετανοί) πρεσβεύουν ότι η αρχή της ελεύθερης μετακίνησης πρέπει να περιοριστεί δραματικά».
Με τη δημόσια αντιπαράθεση να μαίνεται στη Βρετανία για το θέμα των μεταναστών, λόγω και της ραγδαίας αύξησης των ποσοστών του ξενοφοβικού UΚIP, είναι βέβαιο ότι το Λονδίνο θα προσαρμόσει την απόφαση στα μέτρα του. Για να μην αδικούνται όμως οι Βρετανοί, υπέρ της αυστηρής πολιτικής στο θέμα των μεταναστών έχουν ταχθεί κι άλλες χώρες, όπως η Δανία και η Ιρλανδία, ενώ το Βέλγιο έχει ήδη στείλει επιστολές σε άνεργους Ευρωπαίους μετανάστες ζητώντας τους να εγκαταλείψουν τη χώρα, επειδή «βαραίνουν αδικαιολόγητα» τον κρατικό προϋπολογισμό.
