Με αφορμή το ξέσπασμα καταστροφικών πυρκαγιών που έκαψαν ολοσχερώς τον καταυλισμό προσφύγων της Μόριας στο νησί της Λέσβου, η Αντριάνα Τιντόνα, ερευνήτρια Μετανάστευσης στη Διεθνή Αμνηστία, δήλωσε πως στη Μόρια αυτή τη στιγμή υπάρχει μία ανθρώπινη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, αφού σχεδόν 13.000 άνθρωποι έχασαν την ελάχιστη στέγη και τα υπάρχοντα που είχαν μέσα σε ένα βράδυ.
Οι άνθρωποι που έμεναν ήδη εκεί είχαν ήδη εγκαταλείψει μία φορά τη ζωή τους, τα σπίτια και τα υπάρχοντά τους όταν επιδίωξαν να διαφύγουν προς την Ευρώπη και τώρα η φωτιά μπορεί να κατέστρεψε αυτά που τους είχαν απομείνει, όπως προσωπικά έγγραφα, αντικείμενα και φάρμακα. Η Τιντόνα πρόσθεσε πως οι πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν οδηγήσει σε υπερπλήρεις και άθλιες συνθήκες διαβίωσης, με τον καταυλισμό να στεγάζει τέσσερις φορές περισσότερους ανθρώπους από όσους έχει χωρητικότητα.
«Οι ελληνικές αρχές, η ΕΕ και τα κράτη-μέλη της πρέπει να δράσουν γρήγορα για να διασφαλίσουν την ασφάλεια όλων των πληγέντων. Η εντατικοποίηση των προσπαθειών μετεγκατάστασης και η μεταφορά ατόμων σε ασφαλέστερα καταλύματα είναι πλέον πιο επείγουσα από ποτέ. Καθώς το Σύμφωνο της ΕΕ για τη Μετανάστευση και το Άσυλο οριστικοποιείται, αυτό που συμβαίνει τώρα είναι μια επίκαιρη καταδίκη της τρέχουσας πολιτικής των καταυλισμών και του περιορισμού», αναφέρει στη δήλωσή της.
Τονίζει μάλιστα στη δήλωσή της, την ανησυχία που δημιουργήθηκε μετά τη διάγνωση 35 ανθρώπων που διαμένουν στον καταυλισμό ως θετικοί στον κορονοϊό, αφού οι συνθήκες υγιεινής είναι ακατάλληλες και η κοινωνική αποστασιοποίηση είναι αδύνατη. «Η ελληνική κυβέρνηση έθεσε ολόκληρο τον καταυλισμό σε καραντίνα, αν και ένα τέτοιο μέτρο δεν μπορεί να εφαρμοστεί στον καταυλισμό με πλήρη σεβασμό των βασικών δικαιωμάτων των ανθρώπων, λόγω των συνθηκών διαβίωσης των χιλιάδων κατοίκων που είναι εκτεθειμένοι στο ξέσπασμα της πανδημίας».
