Η περίφημη «ειδική» διμερής σχέση ΗΠΑ – Βρετανίας βρίσκεται αίφνης στα χειρότερά της. Ενα μήνα μόλις μετά το ταξίδι του Ντόναλντ Τραμπ στο Λονδίνο, όπου έγινε δεκτός μετά τιμών από τη βασίλισσα, την πρωθυπουργό Τερέζα Μέι αλλά και πολλούς… διαδηλωτές, οι διπλωματικές διαρροές προς τη Mail on Sunday από τη μία μεριά και η καθόλου διπλωματική αντίδραση του Αμερικανού προέδρου από την άλλη δοκιμάζουν τα νεύρα και τις αντοχές στον Λευκό Οίκο και ακόμα περισσότερο στην Ντάουνινγκ Στριτ, σαν να μην έφτανε ήδη η επικείμενη αλλαγή σκυτάλης στον πρωθυπουργικό θώκο και η αβέβαιη διαδικασία του Brexit.
Γλώσσα δεν έχει βάλει μέσα από προχθές ο Τραμπ ύστερα από τη δημοσιοποίηση των αναφορών του Βρετανού πρεσβευτή στην Ουάσινγκτον, Κιμ Ντάροκ, όπου χαρακτηρίζει τον πρόεδρο των ΗΠΑ μεταξύ άλλων «ασταθή», «ανίκανο» και την κυβέρνησή του «δυσλειτουργική». Ο πρόεδρος πρώτα περιέλαβε τον πρέσβη, για τον οποίο ανακοίνωσε «δεν θα έχουμε πια σχέσεις», κατόπιν έθιξε την Τερέζα Μέι και χθες επεκτάθηκε σε ένα μη πολιτικά ορθό ντελίριο μέσω τουίτερ.
«Ο παλαβός πρεσβευτής που επέβαλε το Ηνωμένο Βασίλειο στις ΗΠΑ δεν είναι κάποιος που μας ξετρελαίνει, πολύ βλάκας». Του συνέστησε να μιλήσει στη χώρα του και την Τερέζα Μέι για την «καταστροφική διαπραγμάτευση για το Brexit», κάνοντας «σκόνη» την πρωθυπουργό: «Της είπα πώς να κάνει εκείνη τη συμφωνία, εκείνη όμως ακολούθησε τον δικό της ανόητο τρόπο -στάθηκε ανίκανη να τα καταφέρει. Καταστροφή!» Στη συνέχεια αναβάθμισε σε «πανύβλακα» τον πρέσβη Ντάροκ. Πρόσθεσε ότι οι ΗΠΑ σήμερα διαθέτουν «την καλύτερη οικονομία και τον καλύτερο στρατό στον κόσμο» και κατέληξε περιαυτολογώντας «Ευχαριστούμε, κύριε πρόεδρε!»
Η απάντηση της Ντάουνινγκ Στριτ ήταν η «πλήρης στήριξη» στο πρόσωπο του Ντάροκ. Εξέφρασε τη θλίψη της για τη διαρροή -την πηγή της οποίας ερευνά-, παράλληλα όμως τόνισε πόσο σημαντικό είναι «να μπορούν οι πρεσβευτές να παρέχουν ειλικρινείς και μη ωραιοποιημένες αναφορές για την πολιτική κατάσταση των χωρών στις οποίες βρίσκονται». Από το γραφείο της Μέι ανακοινώθηκε επίσης ότι η πρωθυπουργός έχει «απόλυτη εμπιστοσύνη» στον πρεσβευτή της, χωρίς ωστόσο να συμμερίζεται τις απόψεις του για την αμερικανική κυβέρνηση.
Πιο έντονη ήταν η αντίδραση του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών, Τζέρεμι Χαντ, ενός εκ των δύο επικρατέστερων διαδόχων της Μέι μαζί με τον θερμοκέφαλο προκάτοχό του Μπόρις Τζόνσον. Χαρακτήρισε «προσβλητικά» τα σχόλια του Τραμπ για την πρωθυπουργό και τη χώρα του. «Οι πρεσβευτές διορίζονται από τη βρετανική κυβέρνηση» έγραψε στο τουίτερ και προειδοποίησε ότι ο Ντάροκ θα παραμείνει στο πόστο του αν γίνει αυτός πρωθυπουργός.
Η θητεία του Κιμ Ντάροκ λήγει στις αρχές του 2020 και δεν προβλέπεται -προσώρας- η απομάκρυνσή του παρά το τελευταίο επεισόδιο. «Κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε αρνητικό προηγούμενο για τους διπλωματικούς εκπροσώπους της Βρετανίας ανά τον κόσμο» σχολίαζε το CNN. Εκτός αν η βρετανική κυβέρνηση βρει κάποιον εύσχημο τρόπο για να τον επαναπατρίσει νωρίτερα. Ιδίως αν εγκατασταθεί στην Ντάουνινγκ Στριτ ο ακραίος Μπόρις Τζόνσον, θαυμαστής του Τραμπ και ο άνθρωπος που θα προτιμούσε ο Αμερικανός πρόεδρος να δει να διαδέχεται την Τερέζα Μέι.
Το αμερικανικό δίκτυο πάντως έθιγε και μια ιδιαίτερα σημαντική παράμετρο της σημερινής βρετανο-αμερικανικής κρίσης: «Ο Τραμπ καθιστά σαφές πως η “ειδική σχέση” με τον διάδοχο της Μέι που θα αναλάβει σε δύο εβδομάδες θα είναι με τους δικούς του όρους, μια αίσθηση που θα μπορούσε να επιφέρει τεράστιες πολιτικές και διπλωματικές επιπλοκές στο Λονδίνο και αλλού (…) Η κυβέρνηση Τραμπ θέλει επίσης να αποκόψει τη Βρετανία από τους Ευρωπαίους συμμάχους της και ελπίζει πως θα την πείσει να συμμετάσχει στην προσπάθειά του να τιμωρήσει το Ιράν».
Μια άλλη ενδιαφέρουσα σημείωση σχετικά με τις εξελίξεις στο Brexit, αλλά και την τελική επιλογή πρωθυπουργού, ερχόταν χθες από τη βρετανική Guardian: «Ο υπαρκτός κίνδυνος για τον Τζόνσον αν ο Τραμπ εξακολουθήσει να τον εγκωμιάζει τόσο πολύ, είναι να χαρακτηριστεί όχι ως πρωθυπουργός της Βρετανίας, αλλά ως κυβερνήτης της 51ης αμερικανικής πολιτείας. Αν η συνέπεια του Brexit είναι η υποταγή στον Τραμπ, η προοπτική δεν φαντάζει ευχάριστη, κυρίως για τις τάξεις των πατριωτών οι οποίοι δεν βλέπουν την εθνική απελευθέρωση ως ανταλλαγή του ζυγού των Βρυξελλών με αυτόν της Ουάσινγκτον».
