Μετά από μήνες πεισματικής επιμονής πως το Brexit θα υλοποιηθεί ούτως ή άλλως στις 29 Μαρτίου, η Τερέζα Μέι έκανε χθες την πρώτη σημαντική τακτική οπισθοχώρηση, πασχίζοντας από τη μια να αποτρέψει νέα ανταρσία στις τάξεις του κυβερνώντος Συντηρητικού Κόμματος, πυροδοτώντας από την άλλη νέα εστία έντασης με τους ευρωφοβικούς βουλευτές της και τους κοινοβουλευτικούς συμμάχους της κυβέρνησης μειοψηφίας της από το υπερσυντηρητικό βορειοϊρλανδικό κόμμα DUP.
Με τον χρόνο να μετρά επικίνδυνα αντίστροφα και υπό το βάρος απειλών για βροχή νέων παραιτήσεων εκ μέρους φιλοευρωπαίων υπουργών και Συντηρητικών βουλευτών, που εναντιώνονται σε μια άτακτη έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ε.Ε. χωρίς συμφωνία, η Βρετανίδα πρωθυπουργός ενημέρωσε τη διχασμένη Βουλή των Κοινοτήτων για τα αποτελέσματα των επαφών της με Ευρωπαίους ηγέτες στην Αίγυπτο, αφήνοντας για πρώτη φορά ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας «σύντομης, περιορισμένης» αναβολής του Brexit, μέσω επίσημου αιτήματος για παράταση του Αρθρου 50 της Συνθήκης της Λισαβόνας, η ενεργοποίηση του οποίου δρομολόγησε τη διαδικασία του ιστορικού διαζυγίου.
Ορίζοντας ένα παράτολμο χρονοδιάγραμμα για τα επόμενα βήματά της ενόψει της σημερινής ψηφοφορίας επί τροπολογιών βουλευτών στο κοινοβούλιο, η Μέι ανήγγειλε πως σε περίπτωση δεύτερης καταψήφισης της (τροποποιημένης;) συμφωνίας με την Ε.Ε. για το Brexit, που αναμένεται να φέρει στο σώμα το αργότερο έως τις 12 Μαρτίου (μόλις 17 μέρες πριν από την προγραμματισμένη ημερομηνία εξόδου), θα δώσει τη δυνατότητα στη Βουλή να προχωρήσει σε άλλες δύο αποφασιστικές ψηφοφορίες.
Μία στις 13 Μαρτίου, με διακύβευμα την αποχώρηση από την Ε.Ε. χωρίς συμφωνία. Αν αυτή καταψηφιστεί, στις 14 Μαρτίου θα ακολουθήσει δεύτερη ψηφοφορία για το αν θα ζητηθεί ολιγόμηνη αναβολή του Brexit από το ευρωπαϊκό μπλοκ· ενδεχόμενο που δεν αποκλείουν οι Βρυξέλλες εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα, παρότι τυπικά προϋποθέτει ομοφωνία των υπόλοιπων κρατών-μελών.
Η αναβολή δεν θα πρέπει να ξεπεράσει χρονικά τα τέλη Ιουνίου και πρέπει να είναι μία και μοναδική, υποστήριξε η Μέι. «Αν δεν έχουμε συμμετάσχει στις ευρωεκλογές [στις 23-26 Μαΐου], θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να παρατείνουμε ξανά [το Αρθρο 50], οπότε αυτό θα δημιουργούσε μια ακόμα πιο απότομη άκρη του γκρεμού σε λίγους μήνες» επισήμανε, εννοώντας ένα νέο και άκρως επικίνδυνο αδιέξοδο.
Τόσο η ίδια πάντως όσο κι ο εκπρόσωπός της κατόπιν αρνήθηκαν επανειλημμένα να αποσαφηνίσουν τη θέση της κυβέρνησης στις δύο κρίσιμες ψηφοφορίες και το αν θα επιβληθεί κομματική πειθαρχία στους βουλευτές των Συντηρητικών. Χλιαρά αντέδρασε σε πρώτη φάση το βορειοϊρλανδικό DUP, σημειώνοντας πως τυχόν αναβολή του Brexit δεν λύνει το πρόβλημα με τα ιρλανδικά σύνορα (το βασικότερο αγκάθι στη συμφωνία με την Ε.Ε.).
Κι ενώ μένει να φανεί στην πράξη αν η παραχώρηση της Μέι θα αποσοβήσει τελικά άλλη μια εσωκομματική ανταρσία φιλοευρωπαίων αυτή τη φορά υπουργών και βουλευτών, οξεία υπήρξε η αντίδραση των (μονίμως καχύποπτων) σκληροπυρηνικών ευρωσκεπτικιστών των Συντηρητικών, που μέμφονται συν τοις άλλοις τον πρωθυπουργικό ελιγμό ως «πισωγύρισμα», το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε μια «συνωμοσία για να σταματήσει συνολικά το Brexit»…
Μέσα σε αυτόν το κοινοβουλευτικό λαβύρινθο, η κυβέρνηση δημοσιοποίησε χθες την έκθεσή της για τις επιπτώσεις μιας εξόδου χωρίς συμφωνία, που προβλέπει -μεταξύ άλλων ζοφερών- συρρίκνωση της οικονομίας του Ηνωμένου Βασιλείου κατά 6-9%, ετήσιο κόστος 13 δισ. λιρών για τις επιχειρήσεις, αύξηση στις τιμές των τροφίμων και σημαντικά προβλήματα τροφοδοσίας.
Καταγγελία Κόρμπιν
Νωρίτερα, ο ηγέτης των αντιπολιτευόμενων Εργατικών, Τζέρεμι Κόρμπιν, κατήγγειλε πως έχει «χάσει τον λογαριασμό» των αλλαγών στη στάση της Μέι ενώπιον της Βουλής, στηλιτεύοντάς την για «ξεροκεφαλιά» και «εξωφρενικά απερίσκεπτη» στρατηγική, βάσει της οποίας χρονοτριβεί σκόπιμα ώστε να φέρει το κοινοβούλιο προ τετελεσμένου για να εγκρίνει τη συμφωνία της με την Ε.Ε. Επανέλαβε πως το κόμμα του καταθέτει τροπολογία προωθώντας το δικό του σχέδιο για Brexit, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται η τελωνειακή ένωση με το ευρωπαϊκό μπλοκ.
Σε περίπτωση που το σχέδιο καταψηφιστεί (όπως αναμένεται), τότε οι Εργατικοί -ως έσχατη λύση- θα στηρίξουν τροπολογία ή θα υποβάλουν δική τους, ζητώντας δεύτερο δημοψήφισμα με το ερώτημα της παραμονής στην Ε.Ε. Διευκρίνισε δε πως ακόμα κι αν υπερψηφιστεί η συμφωνία της Μέι στη Βουλή, αυτή θα πρέπει να τεθεί σε «επιβεβαιωτική» λαϊκή ψηφοφορία.
Κι ενώ ο Κόρμπιν κατάφερε να αμβλύνει αρκετά τη δυσαρέσκεια της φιλοευρωπαϊκής πτέρυγας των (διασπασμένων, όπως και οι Συντηρητικοί) Εργατικών και σημαντικής μερίδας ψηφοφόρων τους, η στροφή του υπέρ της διεξαγωγής νέου δημοψηφίσματος άνοιξε μέτωπο με τους ευρωσκεπτικιστές σκιώδεις υπουργούς και βουλευτές του, που τάσσονται κατά μιας τέτοιας «αντιδημοκρατικής» προοπτικής.
