Τελικά είχε δίκιο ο Ιταλός πρωθυπουργός Πάολο Τζεντιλόνι. «Πρόκειται για τις πιο κρίσιμες εκλογές των τελευταίων είκοσι πέντε ετών», είχε δηλώσει με έμφαση.
Επιβεβαιώθηκε, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την Αριστερά και την Κεντροαριστερά. Υπέστησαν και οι δύο βαρύτατη ήττα. Με την πρώτη (το κίνημα Ελεύθεροι και Ισοι) να μην ξεπερνά το 3,2% και να μπαίνει μετά βίας στη Βουλή και τη δεύτερη (το Δημοκρατικό Κόμμα) να σημειώνει τη χειρότερη επίδοση της εντεκαετούς ιστορίας της, μόλις 19%, η οποία ανάγκασε τον Ματέο Ρέντσι σε παραίτηση.
Οσο για τους νικητές, τα Πέντε Αστέρια αναδείχτηκαν πρώτο κόμμα με το 32,6% των ψήφων και, ως συμμαχία, η Κεντροδεξιά άγγιξε το 37,4%.
Το κύριο στοιχείο, βέβαια, που υπογράμμισαν αμέσως όλοι οι παρατηρητές, είναι ότι στο συντηρητικό και βαθιά δεξιό στρατόπεδο κουμάντο πλέον δεν κάνει ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι, αλλά ο Ματέο Σαλβίνι.
H Φόρτσα Ιτάλια έπεσε στο 14,4%, ενώ η Λέγκα πέτυχε το ποσοστό-ρεκόρ 17,6%. Οι πρώτες συνέπειες είναι σαφέστατες.
Ο υποψήφιος πρωθυπουργός της παράταξης δεν είναι πλέον ο Αντόνιο Ταγιάνι (που θα είναι ευτυχής, μάλλον, να παραμείνει στις Βρυξέλλες), αλλά ο ίδιος ο Σαλβίνι. Και ο Σίλβιο δεν θα μπορέσει να έχει τον ρόλο του ισχυρού «σκηνοθέτη», που είχε ζητήσει κατ’ επανάληψη.
Τα Πέντε Αστέρια μιλούν για θρίαμβο. Και δεν μπορεί κανείς να τους διαψεύσει, από τη στιγμή που -παρά τον νέο εκλογικό νόμο που είχε ψηφιστεί για να τους κλείσει τον δρόμο- κατάφεραν να τριπλασιάσουν βουλευτές και γερουσιαστές.
Ο υποψήφιος πρωθυπουργός Λουίτζι ντι Μάιο ανακοίνωσε ότι «ξεκινά μια νέα εποχή για την ιταλική Αβασίλευτη Δημοκρατία» και ότι «θα γίνει διάλογος με όλες τις πολιτικές δυνάμεις».
Διερευνητικές επαφές
Δεν έχουν την απαιτούμενη πλειοψηφία για να κυβερνήσουν (όπως, άλλωστε, και η Κεντροδεξιά), αλλά οι «Πεντάστεροι» άλλαξαν τακτική σε σχέση με το παρελθόν.
Επιβεβαιώνουν ότι αν άλλες πολιτικές δυνάμεις δηλώσουν ότι συμφωνούν με τα κύρια προγραμματικά τους σημεία, μπορεί να υπάρξει κοινοβουλευτική συμπόρευση.
«Δεν μοιράζουμε καρέκλες», λέει το κίνημα που ίδρυσε ο Μπέπε Γκρίλο. Αλλά είναι σαφές πως όταν αρχίζεις διάλογο, πρέπει να είσαι διατεθειμένος να κάνεις και κάποιες παραχωρήσεις.
Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα διαρροές, η εσωκομματική μειοψηφία του Δημοκρατικού Κόμματος, αλλά και οι λιγοστοί βουλευτές και γερουσιαστές τού Ελεύθεροι και Ισοι μπορεί να ξεκινήσουν κάποιες επαφές με τον Ντι Μάιο και τους συνεργάτες του.
Δεν υπάρχει, πάντως, υπερβολική βιασύνη, διότι μέχρι την εκλογή των προέδρων της Βουλής και της Γερουσίας, στις 23 Μαρτίου, όλα θα μείνουν σε επίπεδο κρούσεων και μη δεσμευτικών συζητήσεων.
Στη συνέχεια, μετά τη σύσταση των Κοινοβουλευτικών Ομάδων, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Σέρτζιο Ματαρέλα θα ανοίξει τις πύλες του Κυρηνάλιου Μεγάρου για τις διαβουλεύσεις.
Ο Ρέντσι στα σχοινιά
Οσο για τον Ματέο Ρέντσι και την παραίτησή του, ο πρώην γραμματέας των Δημοκρατικών παραμένει πιστός στη μέχρι τώρα πορεία και στους τόνους του.
Συναντώντας τους δημοσιογράφους, δεν προχώρησε σε ιδιαίτερη αυτοκριτική και περιορίστηκε στο να δηλώσει ότι «οι εκλογές θα έπρεπε να είχαν γίνει το 2017, διότι θα υπήρχε μια ευνοϊκή ευρωπαϊκή στήριξη» και πως «προφανώς η Κεντροαριστερά δεν κατάφερε να εξηγήσει τι έκανε για τη χώρα και, προπαντός, τι είχε σκοπό να κάνει στο μέλλον».
Ο Ρέντσι ζητά νέο συνέδριο, επιμένει στην εκλογή του γραμματέα με ανοιχτή ψηφοφορία και απαντά ότι «δεν θα δοθεί ποτέ στήριξη ούτε στη Λέγκα ούτε στα Πέντε Αστέρια».
Ολοι οι αναλυτές, όμως, συμφωνούν στην πρόβλεψη ότι τις επόμενες ημέρες στους κόλπους των Δημοκρατικών θα αρχίσει πολιτικός εμφύλιος πόλεμος, με βαρύτατες ανταλλαγές κατηγοριών.
Η ιταλική προοδευτική παράταξη θα πρέπει να κοπιάσει πάρα πολύ για να καταφέρει να ξανακερδίσει -πανιταλικά- πρωταγωνιστικό ρόλο. Στον Βορρά υπερίσχυσαν η Δεξιά και η Ακρα Δεξιά.
Μόνο στη μισή κεντρική Ιταλία, η Κεντροαριστερά διατήρησε αρκετή ισχύ, ενώ σε όλη την υπόλοιπη χώρα (εντυπωσιακά στον Νότο) τα Πέντε Αστέρια κέρδισαν σχεδόν τα πάντα.
Η διαφθορά, η απόσταση των πολιτικών από τους πολίτες, η πολιτική λιτότητας, η ανεργία των νέων στον Νότο και η έλλειψη ξεκάθαρων στόχων συνέβαλαν καθοριστικά στο αποτέλεσμα αυτό.
Το μέλλον είναι αβέβαιο, αλλά η κύρια ευθύνη είναι, μάλλον, όλων όσοι συνέχισαν να σφυρίζουν αδιάφορα, σαν να μη συνέβη απολύτως τίποτα…
