Νέα ένταση στις σχέσεις του Βερολίνου με την Αγκυρα προκαλεί η διπλή παρέμβαση της Τουρκίας, με την προσπάθεια του προέδρου Ταγίπ Ερντογάν να δώσει γραμμή στους Τούρκους μετανάστες που έχουν και τη γερμανική υπηκοότητα, να μην ψηφίσουν τα κυβερνητικά κόμματα (CDU/CSU και SPD) και τους Πράσινους και με το αίτημα της τουρκικής κυβέρνησης προς την Ισπανία για τη σύλληψη του συγγραφέα Ν. Ακανλί, που είναι τουρκικής καταγωγής αλλά έχει γερμανική υπηκοότητα.
Οι αντιδράσεις της γερμανικής κυβέρνησης ήταν έντονες, με την καγκελάριο Αν. Μέρκελ να χαρακτηρίζει ανεπίτρεπτη την παρέμβαση και τον αντίπαλό της Μ. Σουλτς να επισημαίνει ότι δεν είναι στις αρμοδιότητες του Τούρκου προέδρου οι γερμανικές εκλογές.
Μιλώντας σε προεκλογική συγκέντρωση του κόμματός της στο Χέρφορντ της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας η Αν. Μέρκελ τόνισε ότι «δεν επιτρέπουμε σε κανέναν, ούτε στον πρόεδρο Τ. Ερντογάν, να παρεμβαίνει. Οι Γερμανοί πολίτες, ανεξάρτητα από την καταγωγή τους, έχουν το δικαίωμα να ψηφίσουν ελεύθερα το κόμμα που επιθυμούν».
Στο ίδιο μήκος και ο Μ. Σουλτς δήλωσε ότι «δεν είναι στις αρμοδιότητες του Τούρκου προέδρου να δίνει οδηγίες για τις γερμανικές εκλογές» και κάλεσε τους Τούρκους μετανάστες που έχουν και γερμανική υπηκοότητα να ψηφίσουν ελεύθερα.
Η σύσταση Ερντογάν προς τους Τούρκους μετανάστες που είναι Γερμανοί υπήκοοι (περίπου 1.000.000 πολίτες) χαρακτηρίζεται από όλα τα μέσα ενημέρωσης εκτός από προκλητική και ατυχής, καθώς η γραμμή που προσπάθησε να δώσει παραπέμπει στο AfD, το ακροδεξιό-αντιμεταναστευτικό κόμμα, που έχει εναντιωθεί ακόμη και στα βασικά δικαιώματα των μεταναστών και διακηρύσσει ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να εξισλαμιστεί.
Από την πλευρά του ο υπουργός Εξωτερικών και τέως πρόεδρος των Σοσιαλδημοκρατών Ζ. Γκάμπριελ, απέφυγε να απαντήσει ευθέως στις νέες προκλητικές δηλώσεις του Τ. Ερντογάν και των αξιωματούχων της τουρκικής κυβέρνησης, «πώς τολμάει να επικρίνει τον Τούρκο πρόεδρο», πλην όμως σε δηλώσεις του για την υπόθεση Ακανλί, εξαπέλυσε νέες βολές προς την Αγκυρα.
Ο συγγραφέας, που ζει τα τελευταία χρόνια στην Κολονία, έχει πλέον μόνο γερμανική υπηκοότητα, συνελήφθη στην Ισπανία όπου βρισκόταν ύστερα από αίτημα της Τουρκίας στην Interpol και αργότερα αφέθηκε ελεύθερος.
Το έργο του τα τελευταία χρόνια εστιάζεται στη γενοκτονία των Αρμενίων.
O Ζ. Γκάμπριελ εξέφρασε την πλήρη εμπιστοσύνη του προς τις ισπανικές αρχές και στη συνέχεια χαιρέτισε την απόφαση να αφεθεί ελεύθερος, έστω και με περιοριστικούς όρους.
«Θα ήταν κακό για την Ευρώπη εάν η Τουρκία την οδηγούσε στα άκρα, να φυλακίζονται άνθρωποι για την κριτική που ασκούν στον Τ. Ερντογάν», δήλωσε ο υπουργός Εξωτερικών.
Προεκλογική ραστώνη
Ολα αυτά συμβαίνουν πέντε εβδομάδες πριν από τις εκλογές στη Γερμανία και με την προεκλογική αντιπαράθεση να συνεχίζεται σε τόνους χαμηλούς, με πλάγιες βολές ανάμεσα στην καγκελάριο Ανγκελα Μέρκελ και τον πρόεδρο των Σοσιαλδημοκρατών (SPD) Μάρτιν Σουλτς, που περνούν αδιάφορα για την κοινή γνώμη.
Είναι ίσως η πιο υποτονική προεκλογική μάχη που δίνει η πρόεδρος της Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης (CDU) ως καγκελάριος, με τις δημοσκοπήσεις να της δίνουν άνετη νίκη, εάν δεν συμβεί κάτι συνταρακτικό μέχρι τις 24 Σεπτεμβρίου που θα στηθούν οι κάλπες.
Να σημειωθεί πως και στα δύο φλέγοντα εσωτερικά θέματα της Γερμανίας, δηλαδή το «Dieselgate» της Volkswagen και την επανεξέταση των κανόνων λειτουργίας των αυτοκινητοβιομηχανιών από τη μια, και την ξαφνική πτώχευση της δεύτερης μεγαλύτερης αεροπορικής εταιρείας, της Air Berlin, από την άλλη, η κυβέρνηση έχει καταφέρει ώς τώρα να απορροφήσει τους πολιτικούς κραδασμούς, με τη βοήθεια του θετικού οικονομικού κλίματος – ενώ και τα υπόλοιπα κόμματα δεν αναμένεται να ξεκαθαρίσουν τη στάση τους πριν από τα μέσα Σεπτεμβρίου.
Ως προς τα εσωκομματικά τους μέτωπα, η Μέρκελ επιχειρεί να πείσει ότι θα εξαντλήσει τη νέα θητεία της εφόσον επανεκλεγεί καγκελάριος, προκειμένου να κλείσει τα σενάρια που θέλουν την κούρσα διαδοχής να ανοίγει το επόμενο διάστημα, ενώ από την πλευρά του ο Σουλτς προσπαθεί να πάρει αποστάσεις όχι μόνο από την περίοδο διακυβέρνησης του Γκέρχαρντ Σρέντερ, αλλά και από τον ίδιο προσωπικά τον πρώην καγκελάριο και πρόεδρο του SPD, για την επιλογή του να πάει στη διοίκηση της ρωσικής εταιρείας Rosneft.
Η Μέρκελ και ο Σουλτς θα έχουν πάντως την ευκαιρία να αναμετρηθούν μετωπικά στις 3 Σεπτεμβρίου, στο πρώτο τηλεοπτικό debate της προεκλογικής περιόδου.
Μέχρι τότε συνεχίζουν τις περιοδείες, η καγκελάριος σε ρυθμούς χαλαρούς, ενώ ο αντίπαλός της με καθημερινές ομιλίες από πόλη σε πόλη.
Το πρόβλημα, ωστόσο, που προέκυψε στις πρώτες ανοιχτές συγκεντρώσεις της Μέρκελ, με τις οργανωμένες αντισυγκεντρώσεις οπαδών του ακροδεξιού κινήματος Pegida και του ακροδεξιού κόμματος AfD, με αποδοκιμασίες στη διάρκεια των ομιλιών της, προκαλεί πονοκέφαλο στο επιτελείο του CDU/CSU αλλά και στο επιτελείο του SPD.
Ανατολική… Pegida
Η ανησυχία στο εκλογικό στρατηγείο της Μέρκελ για την τακτική των αντισυγκεντρώσεων Pegida και AfD είναι μεγάλη, ιδίως για τις περιοχές της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, όπου το ακροδεξιό-λαϊκιστικό κόμμα καταγράφει τα υψηλότερα ποσοστά στις τοπικές εκλογές.
Η δημοσκοπική πίεση που έχει εν όψει των ομοσπονδιακών εκλογών, με ποσοστά που κινούνται μεταξύ 7% και 8%, αλλά και τα προβλήματα της επικεφαλής Φρ. Πέτρι με τις δικαστικές αρχές για ψευδείς καταθέσεις, χαρακτηρίζονται ικανοί λόγοι για να συνεχίσουν οι ακροδεξιές ομάδες τις ευθείες αποδοκιμασίες στις δημόσιες εμφανίσεις της Μέρκελ.
Γι’ αυτό και εξετάζονται οι νομικές δυνατότητες από το CDU προκειμένου να μην επιτρέπονται αντισυγκεντρώσεις του AfD ταυτοχρόνως με άλλες πολιτικές συγκεντρώσεις.
Οι αντισυγκεντρώσεις του AfD προκαλούν πονοκέφαλο και στους Σοσιαλδημοκράτες, καθώς μετατοπίζουν το επίκεντρο της προεκλογικής αντιπαράθεσης προς τα δεξιά.
Οι ακροδεξιές φωνές ενισχύουν το προφίλ μετριοπάθειας που καλλιεργεί η Μέρκελ και παράλληλα αυξάνουν τον βαθμό συσπείρωσης των ψηφοφόρων της, παρότι από τις αρχές του καλοκαιριού έχει δημιουργηθεί από τις δημοσκοπήσεις η βεβαιότητα μιας άνετης εκλογικής νίκης.
Το άλλο πρόβλημα του Σουλτς είναι ότι εάν συνεχιστούν οι επιθέσεις του AfD θα είναι αναγκασμένος να τρέξει προς συμπαράσταση της Μέρκελ.
Στην περίπτωση αυτήν, όμως, είναι δύσκολο να προλάβει, στο μικρό διάστημα που απομένει, να αναδείξει και τις διαφορές της δικής του πολιτικής ατζέντας από εκείνη της καγκελαρίου.
Και επιπλέον είναι αναγκασμένος να ακολουθεί την καγκελάριο στα κρίσιμα ζητήματα διεθνούς πολιτικής, με κυρίαρχο και πάλι το θέμα της ασφάλειας στην Ε.Ε., μετά το νέο αιματηρό τρομοκρατικό χτύπημα στη Βαρκελώνη.
