«Ο “σούπερ τρομοκράτης” που έγινε σούπερ ηγέτης».
Μ’ αυτή τη φράση αποτυπώνει ο βετεράνος δημοσιογράφος Ρόμπερτ Φισκ στην Independent την ταραχώδη πορεία και το πολιτικό κληροδότημα του Μάρτιν Μακ Γκίνες: δεύτερου τη τάξει διοικητή της ταξιαρχίας του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού (IRA) στη γενέτειρά του, το ματωμένο Ντέρι της Βόρειας Ιρλανδίας, σε ηλικία μόλις 19 ετών.
Τριάντα οχτώ χρόνια αργότερα, το 2007, αναλάμβανε για πρώτη φορά -δίπλα στον μέχρι πρότινος ορκισμένο εχθρό του, προτεστάντη Ενωτικό Ιαν Πέισλι- καθήκοντα αντιπροέδρου της κυβέρνησης «του κράτους που προσπάθησε τόσο σκληρά να καταστρέψει», όπως επισημαίνει εύστοχα ο Φισκ.
Στα 66 του, χτυπημένος από τη σπάνια ασθένεια αμυλοείδωση, ο Μακ Γκίνες έσβησε χθες σε νοσοκομείο του Ντέρι, έχοντας αποσυρθεί προ διμήνου από την πολιτική και βέβαια τη θέση του αντιπροέδρου της βορειοϊρλανδικής κυβέρνησης.
Η παραίτησή του οδήγησε σε πρόωρες κάλπες στις 2 Μαρτίου, στις οποίες το αριστερό κόμμα του Σιν Φέιν κατέγραψε τη μεγαλύτερη ώς τώρα εκλογική του νίκη απέναντι στο Δημοκρατικό Ενωτικό Κόμμα (που τάσσεται υπέρ της βρετανικής κυριαρχίας στη Βόρεια Ιρλανδία) και αναδείχθηκε δεύτερη δύναμη στο τοπικό Κοινοβούλιο.
«Ηταν ένας παθιασμένος αγωνιστής της δημοκρατίας, που εργάστηκε ακούραστα για την ειρήνη, τη συμφιλίωση και την επανένωση της πατρίδας του», δήλωσε ο επικεφαλής του Σιν Φέιν, Τζέρι Ανταμς.
Μετά τη «Ματωμένη Κυριακή» στο Ντέρι το 1972 -όταν ο βρετανικός στρατός εκτέλεσε 13 άοπλους διαδηλωτές- Μακ Γκίνες και Ανταμς επιλέχθηκαν να συμμετάσχουν σε αντιπροσωπεία του IRA, επιφορτισμένη να έρθει σε μια κάποια συνεννόηση με το Λονδίνο.
Εμβληματικό στέλεχος στην ηγεσία του IRΑ κατά τη διάρκεια του πολύνεκρου ένοπλου αγώνα ενάντια στη βρετανική κατοχή, ο Μακ Γκίνες καταδικάστηκε το 1973 για κατοχή εκρηκτικών και πυρομαχικών.
Το 1993 λαμβάνει μέρος σε μυστικές επαφές με τη βρετανική κυβέρνηση και πέντε χρόνια μετά, το 1998, χαρακτηρίζεται «ειρηνοποιός» ως ο ανώτατος διαπραγματευτής του Σιν Φέιν στην ειρηνευτική συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής.
Εγκωμιάστηκε και κατακρίθηκε σε όλη του ζωή – από τις τελευταίες φορές το 2012, όταν έκανε ιστορική χειραψία με τη βασίλισσα Ελισάβετ στο Μπέλφαστ, μιλώντας της όμως στην ιρλανδική διάλεκτο…
