Ενα «χαμένο» καλοκαίρι για τον Ντόναλντ Τραμπ, ανοδική πορεία για τη Χίλαρι Κλίντον.
Η σύνοψη των δημοσκοπήσεων και των πολιτικών αναλύσεων στις ΗΠΑ δείχνει ένα σαφές προβάδισμα για την πρώτη γυναίκα υποψήφια για το προεδρικό αξίωμα και τη δημοσκοπική ορμή του Ρεπουμπλικανού υποψηφίου να ξεφουσκώνει.
Ειδικά οι προηγούμενες μέρες δεν ήταν καθόλου καλές για τον Αμερικανό μεγιστάνα.
Από τη μια μεριά έχασε τον επικεφαλής της προεκλογικής του εκστρατείας, ενώ από την άλλη το τελευταίο γκάλοπ του Reuters ανέβαζε τη διαφορά του με την Κλίντον στις 8 μονάδες (42% έναντι 34% με ένα 23% να μην επιλέγει κανέναν από τους δύο υποψηφίους).
Αλλά, η υποχώρηση του Τραμπ φαίνεται και σε επίπεδο χρημάτων.
Τα έξοδα της προεκλογικής του καμπάνιας τον μήνα Ιούλιο ήταν 18,5 εκατομμύρια, όταν τα αντίστοιχα έξοδα για την καμπάνια της Κλίντον ανήλθαν στα 38 εκατομμύρια.
Ανάλογο το σκηνικό και σε επίπεδο δωρεών. Τον Ιούλιο, η καμπάνια του Τραμπ έλαβε 37 εκατομμύρια δολάρια, ενώ της Χίλαρι 58.
Τέλος, φαίνεται ότι η φιλοδοξία του μεγιστάνα να εγκατασταθεί στον Λευκό Οίκο ανοίγει «τρύπα» και στις επιχειρήσεις του.
Οπως γράφουν οι New York Times, το χρέος των επιχειρήσεών του φτάνει τουλάχιστον τα 650 εκατομμύρια δολάρια.
Δυσκολίες
Οπως συμπεραίνουν οι περισσότερες αναλύσεις στα αμερικανικά ΜΜΕ, ο Ντόναλντ Τραμπ δυσκολεύεται παντού.
Ιστορικά στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος αρνούνται να τον στηρίξουν, δεν κατορθώνει να πετύχει ένα σαφές δημοσκοπικό προβάδισμα ούτε στις «μετακινούμενες», αλλά ούτε και στις παραδοσιακά φιλορεπουμπλικανικές Πολιτείες, αλλά ούτε και να διευρύνει τη διείσδυσή του σε άλλα στρώματα του πληθυσμού πέρα από τους λευκούς άντρες.
Τα πράγματα πρέπει να είναι τόσο σκούρα ώστε ο Τραμπ, αντίθετα με τη μέχρι πρότινος άκαμπτη στάση του («δεν ζητώ συγγνώμη/«δεν μετανιώνω για τίποτα»), ζήτησε πριν από λίγες μέρες μια γενική συγγνώμη από πρόσωπα που ίσως έβλαψε λεκτικά «πάνω στη φούρια της καμπάνιας», όπως είπε.
Παράλληλα, τις προάλλες έκανε άνοιγμα προς τους μαύρους ψηφοφόρους λέγοντάς τους ότι «δεν έχετε τίποτα να χάσετε».
Το πώς θα το πετύχει αυτό προσλαμβάνοντας ως ηγετικό στέλεχος της καμπάνιας του τον Στίβεν Μπάνον, ιδρυτή της υπερσυντηρητικής ιστοσελίδας Breitbart News που βρίθει ξενοφοβικών και συνωμοσιολογικών ρεπορτάζ, είναι κάτι που μόνον ο ίδιος γνωρίζει.
Την Παρασκευή, ο Πολ Μάναφορτ, επικεφαλής της καμπάνιας του Ρεπουμπλικανού υποψηφίου, παραιτήθηκε ύστερα από την αποκάλυψη ότι η εταιρεία του, η DMP International, εργαζόταν την περίοδο 2012-2014 για λογαριασμό του πρώην προέδρου της Ουκρανίας Βίκτορ Γιανουκόβιτς με στόχο να επηρεάσει την αμερικανική κοινή γνώμη υπέρ τής τότε φιλορωσικής ουκρανικής κυβέρνησης.
Αν και, όπως σχολιάζεται, ο ρωσο-ουκρανικός δάκτυλος ήταν μόνον η αφορμή, ενώ στην πραγματικότητα ο Μάναφορτ αδυνατούσε να συνεννοηθεί με τον «ανεξέλεγκτο» Τραμπ.
Αυτή η ιστορία αγγίζει έμμεσα και τη Χίλαρι Κλίντον, καθώς οι έρευνες του FBI σχετικά με τη συνεργασία αμερικανικών εταιρειών δημοσίων σχέσεων με την κυβέρνηση Γιανουκόβιτς εμπλέκουν και την Podesta Group, εταιρεία που ανήκει στον Τόνι Ποντέστα, αδελφό του Τζον Ποντέστα, επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας της υποψήφιας των Δημοκρατικών.
Πάντως, σε ό,τι αφορά την υπόθεση με τη διαρροή απόρρητων e-mails που λίγο έλειψε να «κάψει» την υποψηφιότητα της Χίλαρι Κλίντον, η πρώην «πρώτη κυρία» και ΥΠΕΞ πέφτει στα μαλακά: Ομοσπονδιακός δικαστής απεφάνθη πριν από λίγες μέρες ότι η Κλίντον δεν θα χρειαστεί να δώσει ένορκη κατάθεση, αλλά θα αρκεστεί στην απάντηση γραπτών ερωτήσεων.
