Βετεράνος του πολέμου στο Αφγανιστάν, όπου είχε υπηρετήσει το 2014, και άριστα εκπαιδευμένος στα όπλα και τα εκρηκτικά ήταν ο ελεύθερος σκοπευτής του Ντάλας, ο 25χρονος Μάικα Τζόνσον.
Η αστυνομία βρήκε στο σπίτι του, σε προάστιο της πόλης, μεγάλες ποσότητες από υλικά για την παρασκευή εκρηκτικών, τουφέκια, χιλιάδες σφαίρες και εγχειρίδια με τακτικές μάχης.
Σύμφωνα με τις ώς τώρα πληροφορίες, ο Τζόνσον -που είχε αποστρατευτεί μετά από καταγγελία γυναίκας συναδέλφου του για σεξουαλική παρενόχληση- είχε αρχίσει να σχεδιάζει την επίθεση πολύ πριν από τη δολοφονία δύο Αφροαμερικανών από σφαίρες αστυνομικών, την Τρίτη στη Λουιζιάνα και την Τετάρτη στη Μινεσότα, αλλά «επιτάχυνε την εκτέλεση των σχεδίων» του.
Δεν φαίνεται πάντως να ανήκε σε κάποια γνωστή πολιτική οργάνωση και μάλλον έδρασε μόνος.
Κατά τη διάρκεια των δίωρων διαπραγματεύσεων με την αστυνομία, εγκλωβισμένος σε πάρκινγκ μετά τον φόνο των πέντε ένστολων, ο Τζόνσον παραδέχτηκε ότι ήθελε να σκοτώσει λευκούς αστυνομικούς και δέχτηκε να συνομιλήσει μόνο με μαύρο αστυνομικό. Εφερε στρατιωτικού τύπου αλεξίσφαιρο γιλέκο και ημιαυτόματο τουφέκι εφόδου.
Τελικά σκοτώθηκε από εκρηκτικό μηχανισμό που μετέφερε κοντά του ένα τηλεχειριζόμενο ρομπότ για εξουδετέρωση βομβών – μια «εξωδικαστική εκτέλεση» που πραγματοποιείται για πρώτη φορά στα αστυνομικά χρονικά των ΗΠΑ.
Οι μαζικές διαδηλώσεις ενάντια στην αστυνομική βία συνεχίστηκαν πάντως το Σαββατοκύριακο σε διάφορες πόλεις των ΗΠΑ.
Σήμερα επισκέπτεται το Ντάλας ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, που χτες δήλωσε πως οι ισχύοντες νόμοι περί οπλοκατοχής «αυξάνουν τις εντάσεις μεταξύ αστυνομίας και πολιτών» και δεσμεύτηκε να αναζητήσει «τρόπους κατευνασμού των φυλετικών εντάσεων» και μείωσης των διαχωρισμών μεταξύ αστυνομίας και μειονοτήτων.
Παράλληλα όμως, κάλυψε τον αστυνομικό που σκότωσε τον 32χρονο Φιλάντο Καστίλε κατά τη διάρκεια τυπικού ελέγχου στη Μινεάπολη, τονίζοντας πως η ύπαρξη όπλου στο αυτοκίνητο συνέβαλε στο φονικό που -όπως προκύπτει- πυροδότησε τα αιματηρά «αντίποινα» του Τζόνσον.
