Ο Τραμπ δεν θέτει πλέον σε δοκιμασία το διεθνές δίκαιο. Το κατεδαφίζει, με συνέπειες που φτάνουν πολύ πιο πέρα από το Καράκας, εκτιμά ο δημοσιογράφος της βρετανικής εφημερίδας Guardian, Τζούλιαν Μπόργκερ, Αυτό που βλέπουμε είναι η «πουτινοποίηση» της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
«Σχεδόν κανείς δεν περίμενε ότι το 2026 θα είναι χρονιά ειρήνης, αλλά μόλις τρεις μέρες μετά την πρωτοχρονιά οι χειρότεροι φόβοι επιβεβαιώθηκαν με την επίθεση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, γράφει ο Μπόργκερ.
Στο άρθρο του, μεταξύ άλλων, τονίζει:
«Η πίστη του Τραμπ στην παγκόσμια παντοδυναμία του και η επιθυμία του να αρπάξει εδάφη και φυσικούς πόρους άλλων κρατών συγκρατούνταν μέχρι τώρα από τον φόβο της εμπλοκής σε στρατιωτικές συγκρούσεις στο εξωτερικό. Ισχυριζόταν (ψευδώς) ότι είχε τερματίσει οκτώ πολέμους, και η μεγαλύτερη φιλοδοξία του το 2025 φαινόταν να είναι η κατάκτηση του Νόμπελ Ειρήνης.
Ο φόβος του για τους πολέμους εκτός ΗΠΑ φαίνεται να υποχωρεί. Ήταν εμφανώς ενθουσιασμένος από τη δράση στην επιχείρηση κατά του Μαδούρο και την αποτελεσματικότητα των Αμερικανών στρατιωτών που την εκτέλεσαν. Για έναν ηλικιωμένο πρόεδρο, που γίνεται καθημερινά όλο και πιο ιδιότροπος, ευερέθιστος και ασυνάρτητος – αντιμετωπίζοντας φθίνουσα δημοτικότητα και αναζητώντας κάποιον αντιπερισπασμό για το σκάνδαλο Έπστιν – ο όλο και πιο σφικτός εναγκαλισμός με την στρατιωτική ισχύ συνιστά δυσοίωνη εξέλιξη.
Η επίθεση στη Βενεζουέλα (η οποία, σύμφωνα με μία αμερικανική πηγή, είχε αρχικά σχεδιαστεί να γίνει ανήμερα Χριστούγεννα) υποδηλώνει ότι στα μάτια του Τραμπ τα ξένα εδάφη, το πετρέλαιο και τα ορυκτά λάμπουν πλέον πιο έντονα από το Νόμπελ.
Ο Μαδούρο κυβερνά αυταρχικά από το 2013, με εκλογές που θεωρούνται ευρέως αποτέλεσμα νοθείας. Όμως οι κατηγορίες περί ναρκωτικών που του αποδίδουν οι ΗΠΑ θεωρούνται από τους περισσότερους ειδικούς αδύναμες και δεν θα συνιστούσαν πειστική βάση, ούτε βάσει του διεθνούς ούτε του αμερικανικού δικαίου, για την επίθεση στη Βενεζουέλα και την απαγωγή του Μαδούρο.
Σε επανειλημμένες δηλώσεις του, ο Τραμπ έχει καταστήσει σαφές ότι τον δελεάζει περισσότερο το πετρέλαιο της Βενεζουέλας παρά να προσφέρει τη δημοκρατία στον λαό της Βενεζουέλας.
Οι διεθνείς νόμοι που ο Τραμπ καταπάτησε είχαν ήδη απαξιωθεί από προηγούμενες αμερικανικές κυβερνήσεις. Η επιχείρηση μοιάζει περισσότερο με την εισβολή στον Παναμά το 1989 και την σύλληψη του δικτάτορα Μανουέλ Νοριέγκα, από την πρώτη κυβέρνηση Μπους.
Ακολούθησε ο νεότερος Τζορτζ Μπους με την εισβολή στο Ιράκ το 2003 στηριγμένη σε ψευδή στοιχεία και με γενικευμένη χρήση βασανιστηρίων. Ο Μπαράκ Ομπάμα προχώρησε στη δική του εκστρατεία δολοφονιών με drones εναντίον «υπόπτων για τρομοκρατία». Οι συγκεκριμένοι πρόεδροι διεκδικούσαν εξαιρέσεις από το διεθνές δίκαιο προς όφελος των αμερικανικών συμφερόντων, αλλά κατά τα άλλα το υιοθετούσαν.
Ο Τραμπ δείχνει πλήρη περιφρόνηση για αυτό το σύστημα. Βλέπει τον κόσμο με τα μάτια ενός ιμπεριαλιστή του 19ου αιώνα με όπλα του 21ου.
Δεν είναι σαφές πόσο μακριά σκοπεύει να φτάσει ο Τραμπ στη Βενεζουέλα για να προωθήσει τους στόχους του και κατά πόσο το σημερινό καθεστώς είναι σε θέση να αντισταθεί, όμως ένας ειρηνικός διακανονισμός φαντάζει απίθανος.
Όσα εκτυλίχθηκαν στη Βενεζουέλα προκαλούν ανησυχία σε κυβερνήσεις όπως του Ιράν και της Δανίας. Τις τελευταίες ημέρες, ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι οι ΗΠΑ θα υπερασπιστούν τους αντικυβερνητικούς διαδηλωτές στο Ιράν, ενώ οι αξιωματούχοι της κυβέρνησής του εξαπολύουν απειλές για την προσάρτηση της Γριλανδίας στις ΗΠΑ με κάθε μέσο. Τον περασμένο μήνα, η δανέζικη Υπηρεσία Στρατιωτικών Πληροφοριών χαρακτήρισε τις ΗΠΑ «κίνδυνο για την ασφάλεια της Δανίας» – μια προειδοποίηση αδιανόητη μέχρι πρόσφατα για έναν σύμμαχο στο ΝΑΤΟ.
Όλα αυτά επιταχύνουν την ολίσθηση από έναν κόσμο βασισμένο σε κανόνες προς έναν κόσμο ανταγωνιστικών σφαιρών επιρροής, που θα καθορίζονται από την ένοπλη ισχύ και την προθυμία χρήσης της. Ένας Αμερικανός σχολιαστής, ο Ντέιβιντ Ρόθκοπφ, το αποκάλεσε «πουτινοποίηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής».
