Oμοσπονδιακό εφετείο απέρριψε την Τρίτη τον βασικό ισχυρισμό του πρώην προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ότι είχε προεδρική ασυλία και απαλλάσσεται από τις ποινικές κατηγορίες ότι σχεδίαζε να υπονομεύσει τα αποτελέσματα των εκλογών του 2020, σε μια προσπάθεια τον νεοεκλεγέντα τότε πρόεδρο Μπάιντεν.
Η ομόφωνη απόφαση από μια ομάδα τριών δικαστών του Εφετείου των ΗΠΑ για την Περιφέρεια της Κολούμπια, αποτελεί σημαντική ήττα για τον Τραμπ, αν και θεωρείται απίθανο να μην προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο, όπου οι συντηρητικοί διαθέτουν πλειοψηφία 6 – 3. Εάν η υπόθεση φτάσει εκεί, θα μπορούσε να καθυστερήσει για εβδομάδες, αν όχι μήνες.
Ωστόσο, η απόφαση των 57 σελίδων της εφετειακής σύνθεσης σηματοδοτεί μια καθοριστική στιγμή στην αμερικανική νομολογία, που αλλάζει τα δεδομένα, καθώς απαντά σε μια ερώτηση που δεν είχε απαντηθεί ποτέ από εφετείο: Μπορούν οι πρώην πρόεδροι να αποφύγουν τη λογοδοσία από το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης για πράγματα που έκαναν ενώ ήταν στην εξουσία;
Το ερώτημα είναι νέο, επειδή κανένας πρώην πρόεδρος μέχρι τον Τραμπ δεν είχε κατηγορηθεί, επομένως δεν υπήρχε ποτέ η ευκαιρία για έναν κατηγορούμενο να υποβάλει -και τα δικαστήρια να εξετάσουν- τον σαρωτικό ισχυρισμό της εκτελεστικής ασυλίας που έχει επικαλεστεί.
Το δικαστήριο, που αποτελείται από δύο δικαστές, οι οποίοι διορίστηκαν από τους Δημοκρατικούς και έναν από τους Ρεπουμπλικανούς, ανέφερε στην απόφασή του ότι παρά τα προνόμια του αξιώματος που κατείχε κάποτε, ο 77χρονος πρώην πρόεδρος υπόκειται στο ομοσπονδιακό ποινικό δίκαιο, όπως κάθε άλλος Αμερικανός. «Για τους σκοπούς αυτής της ποινικής υπόθεσης, ο πρώην πρόεδρος Τραμπ έγινε πολίτης Τραμπ, με όλα τα όπλα υπεράσπισης που αφορούν οποιονδήποτε άλλο κατηγορούμενο εγκληματία», σημειώνει ακόμη και προσθέτει: «Όμως οποιαδήποτε εκτελεστική ασυλία που μπορεί να τον προστάτευε όσο υπηρετούσε ως πρόεδρος δεν τον προστατεύει πλέον από αυτή τη δίωξη».
Η απόφαση αυτή έρχεται σχεδόν ένα μήνα αφότου άκουσε τα επιχειρήματα για το θέμα της προεδρικής ασυλίας από τη νομική ομάδα του μεγιστάνα και από τους εισαγγελείς που εργάζονται για τον ειδικό εισαγγελέα, Τζακ Σμιθ, ο οποίος έχει κατηγορήσει τον Τραμπ για «συνωμοσία με σκοπό την ανατροπή της νίκης του Τζο Μπάιντεν στις εκλογές του 2020 και για διάπραξη απάτης, προκειμένου να παραμείνει στο αξίωμα».
Οι εισαγγελείς κατηγορούν τον Τραμπ, το φαβορί για το χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων στις προεδρικές εκλογές του 2024, ότι επιχείρησε να παρεμποδίσει τις εργασίες του Κογκρέσου και να εξαπατήσει την κυβέρνηση των ΗΠΑ, προωθώντας σχέδια για την ανατροπή της νίκης του Τζο Μπάιντεν στις εκλογές του 2020. Ο Τραμπ, από την πλευρά του, υποστηρίζει ότι η υπόθεση πρέπει να απορριφθεί, επειδή οι πρώην πρόεδροι δεν μπορούν να διωχθούν ποινικά για ενέργειες που σχετίζονται με την εκτέλεση των επίσημων καθηκόντων τους.
Στα τέλη του περασμένου Δεκεμβρίου, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ είχε αρνηθεί να αποφανθεί σχετικά με τον ισχυρισμό του πρώην προέδρου ότι διαθέτει ασυλία και επομένως δεν μπορεί να διωχθεί ποινικά για απόπειρα ανατροπής του εκλογικού αποτελέσματος του 2020. Οι ανώτατοι δικαστές ανέφεραν στο σκεπτικό τους ότι θα πρέπει προηγουμένως να λάβει απόφαση για το θέμα ένα κατώτερο δικαστήριο. Απορρίπτοντας το αίτημα του ειδικού εισαγγελέα, αρνήθηκαν να παρακάμψουν το κατώτερο Εφετείο, προκειμένου να επισπεύσουν την ετυμηγορία τους αναφορικά με το αν ο Τραμπ έχει ή όχι ποινική ασυλία, ενόψει της δίκης του.
Αν και η απόφαση του ομοσπονδιακού εφετείου ήταν γρήγορη, σύμφωνα με τα πρότυπα μιας κανονικής έφεσης, αυτό που θα συμβεί στη συνέχεια θα είναι αναμφισβήτητα πιο σημαντικό για τον καθορισμό του πότε ή εάν θα διεξαχθεί μια δίκη για τις κατηγορίες για την υπονόμευση εκλογών —που είναι προγραμματισμένη να ξεκινήσει στις αρχές (4) Μαρτίου.
