Τη Βόρεια Μακεδονία και τη Βουλγαρία επισκέφθηκε το Σάββατο ο Γερμανός καγκελάριος, στην προσπάθειά του να προωθήσει την ενταξιακή πορεία στην Ε.Ε. Αλβανίας και Βόρειας Μακεδονίας. Η Σόφια απειλεί με βέτο στην ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας και ο Όλαφ Σολτς δήλωσε έτοιμος να μεσολαβήσει προκειμένου να απαντηθούν όλες οι βουλγαρικές ανησυχίες.
Από τα Σκόπια, όπου βρέθηκε αρχικά, ο Γερμανός καγκελάριος είπε ότι τα Δυτικά Βαλκάνια είναι στρατηγικής σημασίας για τη Γερμάνια» και πως το Βερολίνο επιθυμεί να προωθήσει την ένταξή τους την Ε.Ε. Είπε επίσης, στην κοινή συνέντευξη Τύπου με τον πρωθυπουργό, Ντίμιταρ Κοβατσέφσκι, ότι η Αλβανία και η Βόρεια Μακεδονία «δικαιούνται να ξεκινήσουν τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις».
Ο Κοβατσέφσκι είπε από την πλευρά του ότι η Βόρεια Μακεδονία «πληροί όλα τα κριτήρια» για την έναρξη της διαδικασίας και κάλεσε όλες τις χώρες μέλη να δώσουν «πράσινο φως», σημειώνοντας ότι η Αλβανία και η Βόρεια Μακεδονία «δεν μπορεί να είναι όμηροι επειδή μπλοκάρει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις μία μόνο χώρα».
Ωστόσο, η Βουλγαρία πριν συναινέσει στην έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, απαιτεί από τη Βόρεια Μακεδονία να αναγνωρίσει τις βουλγαρικές ρίζες της γλώσσας της, να αναγνωρίσει την ύπαρξη βουλγαρικής μειονότητας στη Βόρεια Μακεδονία και να σταματήσει η όπως τη χαρακτηρίζει «αντι-βουλγαρική ρητορική».
Στη συνέχεια, από τη Σόφια, ο Όλαφ Σολτς συνέδεσε την ένταξη των δύο χωρών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με αφορμή και την ουκρανική κρίση, με τη γενικότερη σταθερότητα στα Βαλκάνια. «Πρέπει να αξιοποιήσουμε τη διαδικασία διεύρυνσης τώρα, για το καλό της Ευρώπης» είπε, τονίζοντας ότι η Βόρεια Μακεδονία χρειάζεται την ευρωπαϊκή προοπτική.
Ωστόσο, αναγνώρισε ότι Σκόπια και Σόφια έχουν σοβαρά προβλήματα να επιλύσουν, αλλά δήλωσε ότι είναι ανάγκη να υπάρξει μια νέα δυναμική στη διαδικασία και πρόσθεσε ότι η Γερμανία θα εργαστεί για να πετύχει αυτό, ώστε να υπάρξει πρόοδος έως τη σύνοδο κορυφής της Ε.Ε. στις 30 Ιουνίου.
Από την πλευρά του, ο πρωθυπουργός της Βουλγαρίας, Κίριλ Πέτκοφ, επισήμανε ότι η Σόφια επιμένει στις τρεις προϋποθέσεις που έχει θέσει, «ώστε να προχωρήσει η διαδικασία».
