«Eχουμε να κάνουμε με μια πραγματική ανθρωπιστική κρίση. Υπάρχει ανάγκη για μεγάλη βοήθεια άμεσα». Με αυτά τα λόγια περιγράφει η Νικόλ Φίλιπς, νομική διευθύντρια της ομάδας Γέφυρα Συμμαχίας με την Αϊτή (Haitian Bridge Alliance), την κατάσταση στα σύνορα του Τέξας με το Μεξικό, όπου χιλιάδες μετανάστες, ως επί το πλείστον Αϊτινοί, προσδοκούν να γίνουν δεκτοί στις ΗΠΑ. Σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης κήρυξαν την Παρασκευή οι Αρχές το Ντελ Ρίο, όπου περίπου 12.000 άνθρωποι έχουν στοιβαχτεί κάτω και πέριξ της γέφυρας που συνδέει την παραμεθόρια πόλη με το Μεξικό.
Η νέα συσσώρευση μεταναστών στα νότια σύνορα προκαλεί άλλον ένα πονοκέφαλο για τον Τζο Μπάιντεν, ο οποίος προσπαθεί να ισορροπήσει σε ένα τεντωμένο σχοινί σε ό,τι αφορά το μεταναστευτικό, αλλά πρωτίστως στις τοπικές αρχές. Ως «εξωπραγματική» και «άνευ προηγουμένου» περιγράφει την κατάσταση ο Δημοκρατικός δήμαρχος του Ντελ Ρίο, Μπρούνο Λοσάνο, και καλεί την κυβέρνηση να αναγνωρίσει ότι «υπάρχει μια κρίση στα σύνορα που εκτυλίσσεται ζωντανά και έχει τρομακτικές συνέπειες στην υγεία και την ασφάλεια».
Η κυβέρνηση αντέδρασε, όχι όμως με τόσο ανθρωπιστικό τρόπο απέναντι σε ένα σωρό ταλαιπωρημένους ανθρώπους που έλιωναν κάτω από θερμοκρασίες που άγγιζαν τους 37 βαθμούς, χωρίς νερό και φαγητό. Αρχικά, την Παρασκευή έκλεισε το συνοριακό πέρασμα του Ντελ Ρίο κι από την Κυριακή έχει ξεκινήσει μαζικές απελάσεις Αϊτινών στην πατρίδα τους με αεροπορικές πτήσεις. Αυτό έγινε αφού η κυβέρνηση Μπάιντεν ήρε το μορατόριουμ που η ίδια είχε θέσει στις απελάσεις ατόμων από την Αϊτή που βρίσκονταν παράτυπα στις ΗΠΑ μετά το διπλό σοκ που υπέστη το καλοκαίρι η πολύπαθη χώρα. Πρώτα με τη δολοφονία του προέδρου Ζοβενέλ Μοΐζ και το πολιτικό και κοινωνικό χάος που ακολούθησε και στη συνέχεια με τον ισχυρό σεισμό που έπληξε το νοτιοδυτικό τμήμα της Αϊτής προκαλώντας εκατοντάδες νεκρούς και τεράστιες υλικές ζημιές.
Αυτό το διπλό σοκ, άλλωστε, ήταν που οδήγησε χιλιάδες Αϊτινούς να φύγουν από την πατρίδα τους αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Εξάλλου, οι κάτοικοι της φτωχότερης χώρας του δυτικού ημισφαιρίου δεν σταμάτησαν ποτέ να μεταναστεύουν, ειδικά μετά τον καταστρεπτικό σεισμό του 2010 που σκότωσε πάνω από 10.000 ανθρώπους και διέλυσε κυριολεκτικά την Αϊτή. Αρκετοί μάλιστα από τους μετανάστες που βρέθηκαν στα σύνορα ΗΠΑ-Μεξικού ζούσαν προηγουμένως στη Βραζιλία και σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπου όμως δεν είδαν φως.
Η ειρωνεία είναι πως οι Αϊτινοί που απελαύνονται δεν φαίνεται να είναι καλοδεχούμενοι ούτε στην πατρίδα τους. Αν και, σύμφωνα με ρεπορτάζ της Guardian, o πρωθυπουργός Αριέλ Ανρί δήλωσε πως η χώρα του θα υποδεχτεί όσους επιστρέφονται από τις ΗΠΑ, ο αρμόδιος υπουργός για θέματα εκλογών Ματιάς Πιερ δεν έχει την ίδια άποψη. «Εχουμε την κρίση στον Νότο με τους σεισμούς. Η οικονομία είναι στα χάλια της, δουλειές δεν υπάρχουν», λέει, προσθέτοντας πως «ο πρωθυπουργός θα πρέπει να διαπραγματευτεί με την αμερικανική κυβέρνηση για να σταματήσουν τις απελάσεις σε αυτή την κρίσιμη στιγμή».
Μάλλον δύσκολο σε μια περίοδο που ο Μπάιντεν βάλλεται για την υποτιθέμενη χαλαρή μεταναστευτική πολιτική του από τη ρεπουμπλικανική Δεξιά, η οποία εργαλειοποιεί το μεταναστευτικό με το βλέμμα στραμμένο στις ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο τον Νοέμβριο του 2022. Την Κυριακή μάλιστα, οι Δημοκρατικοί δέχτηκαν πλήγμα σε έναν σημαντικό πυλώνα της μεταναστευτικής πολιτικής τους, όταν η επίσημη νομική σύμβουλος της Γερουσίας απεφάνθη κατά της ενσωμάτωσης στο νομοσχέδιο δαπανών των 3,5 τρισ. δολαρίων του μέτρου για τη νομιμοποίηση περίπου 8 εκατομμυρίων μεταναστών που ζουν παράτυπα στις ΗΠΑ.
Το χαμένο όνειρο
Ανάμεσά τους οι «Ονειροπόλοι», οι νεαροί μετανάστες που βρέθηκαν στις ΗΠΑ, παιδιά με τους γονείς τους, και προστατεύονταν από την απέλαση χάρη στο πρόγραμμα DACA της κυβέρνησης Ομπάμα, αγρότες, απαραίτητοι εργαζόμενοι και μετανάστες με προσωρινό καθεστώς προστασίας. Ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, εξέφρασε την απογοήτευσή του, τόνισε όμως ότι «η μάχη για την παροχή νόμιμου καθεστώτος για τους μετανάστες υπό την τακτική κοινοβουλευτικού συμβιβασμού για τον προϋπολογισμό συνεχίζεται». Γνωρίζοντας, βέβαια, πόσο δύσκολη είναι αυτή η μάχη σε μια Γερουσία μοιρασμένη 50-50.
