ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Κορίνα Βασιλοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το χριστουγεννιάτικο δώρο που είχαν τάξει στον εαυτό τους και τους ψηφοφόρους τους οι Δημοκρατικοί είναι γεγονός. Ο Ντόναλντ Τραμπ, ο 45ος πρόεδρος των ΗΠΑ, είναι πλέον ο τρίτος πρόεδρος στην ιστορία της χώρας που παραπέμπεται σε δίκη με στόχο την καθαίρεσή του με τις κατηγορίες της κατάχρησης εξουσίας και της παρακώλυσης της λειτουργίας του Κογκρέσου. Τώρα πια το παιχνίδι της πολιτικής κόντρας μεταφέρεται στη Γερουσία όπου, όπως προβλέπουν οι πάντες, ο Τραμπ θα αθωωθεί χάρη στην πλειοψηφία που διαθέτουν οι Ρεπουμπλικανοί.

Η ψηφοφορία στη Βουλή των Αντιπροσώπων κινήθηκε αυστηρά πάνω στις κομματικές γραμμές. «Μπετόν αρμέ» το στρατόπεδο των Ρεπουμπλικανών όπου όλοι οι βουλευτές ψήφισαν κατά της παραπομπής του προέδρου. Αντίθετα, στις τάξεις των Δημοκρατικών παρατηρήθηκαν κάποιες μικρές διαρροές. Κατά της παραπομπής ψήφισαν οι βουλευτές της Μινεσότα, Κόλιν Πίτερσον, και του Νιου Τζέρσεϊ, Τζεφ Βαν Ντρου, ο οποίος χθες ανακοίνωσε τη μετάβασή του στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Ο βουλευτής του Μέιν, Τζάρεντ Γκόλντεν, καταψήφισε μόνο το δεύτερο άρθρο του κατηγορητηρίου περί παρακώλυσης της λειτουργίας του Κογκρέσου. «Παρών» ψήφισε η βουλευτής της Χαβάης Τούλσι Γκάμπαρντ, μια από τους διεκδικητές του χρίσματος των Δημοκρατικών, επισημαίνοντας πολιτικά κίνητρα πίσω από τη διαδικασία της παραπομπής.

Κάπως έτσι φαίνεται πως θα εκτυλιχθούν τα πράγματα και στη Γερουσία. Γι’ αυτό μας προϊδεάζουν, άλλωστε, οι φραστικές αντιπαραθέσεις ανάμεσα στη Δημοκρατική πρόεδρο της Βουλής, Νάνσι Πελόζι, και τον επικεφαλής των Ρεπουμπλικανών στη Γερουσία, Μιτς Μακόνελ. Η Πελόζι είπε χθες ότι ίσως καθυστερήσει την αποστολή των άρθρων του κατηγορητηρίου στη Γερουσία και πρόσθεσε ότι δεν θα ανακοινώσει ακόμα τα ονόματα των βουλευτών που θα εκπροσωπήσουν το Σώμα στη δίκη αν δεν θέσει πρώτα η Γερουσία το πλαίσιο λειτουργίας. Ο Μακόνελ, ο οποίος έχει ξεκαθαρίσει ότι επιθυμεί μια όσο το δυνατόν συντομότερη διαδικασία, στην έκτακτη συνεδρίαση που συγκάλεσε χθες δήλωσε ότι «δεν βιάζεται» και αποκάλεσε το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας στη Βουλή «το προδιαγεγραμμένο τέλος μιας μεροληπτικής σταυροφορίας που ξεκίνησε προτού καν κερδίσει το χρίσμα ο Ντόναλντ Τραμπ».

«Δεν πιστεύω πως (οι πατέρες του έθνους) θα φαντάζονταν ποτέ ότι θα είχαμε ταυτόχρονα έναν κακούργο πρόεδρο κι έναν κακούργο επικεφαλής στη Γερουσία», ήταν η αντίδραση της Νάνσι Πελόζι.

Ενας ένας, παράλληλα, βγαίνουν οι Ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές να στηρίξουν τον πρόεδρο των ΗΠΑ, κάνοντας λόγο για «υποκρισία» και κατηγορώντας τους Δημοκρατικούς ότι έχουν γίνει «το κόμμα της παραπομπής».

Εναν όχι και τόσο «απρόσμενο» σύμμαχο βρήκε ο Τραμπ στο πρόσωπο του Βλαντίμιρ Πούτιν. Στο πλαίσιο της ετήσιας συνέντευξης Τύπου που έδωσε χθες, ο Ρώσος πρόεδρος έκανε την εκτίμηση ότι η όλη ιστορία της παραπομπής βασίζεται σε «εξ ολοκλήρου κατασκευασμένες κατηγορίες», ενώ προέβλεψε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ θα αθωωθεί.

Προεδρικοί μύδροι

Οσο για τον άμεσα ενδιαφερόμενο, όπως πολλοί προέβλεπαν, ήδη επιχειρεί να μετατρέψει την παραπομπή του σε πολιτικό όπλο τονίζοντας την αρραγή ενότητα που επιδεικνύει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και εξαπολύοντας μύδρους κατά των Δημοκρατικών και της Πελόζι, κάνοντας λόγο για «απάτη» και «μεγάλη ζημιά στη χώρα». Και ενώ ουδείς αμφιβάλλει για το ότι ο Τραμπ θα αθωωθεί στη Γερουσία, αρκετοί αναλυτές εκφράζουν τον φόβο ότι η ιστορία της παραπομπής ενδέχεται να γίνει μπούμερανγκ για τους Δημοκρατικούς.

«Πάνω στη βιασύνη τους να παραπέμψουν τον Τραμπ, οι Δημοκρατικοί λειτούργησαν ως παρορμητικοί καταναλωτές της εορταστικής περιόδου», διαπίστωνε χθες σε άρθρο του στους Los Angeles Times ο Τζόναθαν Τέρλι, καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο Τζορτζ Ουάσινγκτον. Ο Τέρλι, ο οποίος έλαβε μέρος στην ακροαματική διαδικασία της παραπομπής τόσο του προέδρου Μπιλ Κλίντον όσο και του Ντόναλντ Τραμπ ως ειδικός σε θέματα που αφορούν το Σύνταγμα, επισημαίνει σωρεία λαθών και μια βιασύνη να ολοκληρώσουν τη διαδικασία πριν από τα Χριστούγεννα, με αποτέλεσμα ένα ελλιπές κατηγορητήριο, χωρίς καμία προοπτική επιτυχίας στη Γερουσία.