«Παρακολουθείτε το μεγαλύτερο κυνήγι μαγισσών στην πολιτική ιστορία της Αμερικής το οποίο υποκινείται από κάποια πολύ κακά και αμφιλεγόμενα άτομα».
Αστραψε και βρόντηξε ο Ντόναλντ Τραμπ μετά το δημοσίευμα της Washington Post, η οποία έγραψε, επικαλούμενη ανώνυμους αξιωματούχους, ότι ο Αμερικανός πρόεδρος Τραμπ διερευνάται από τον ειδικό εισαγγελέα Ρόμπερτ Μιούλερ για πιθανή παρακώλυση της Δικαιοσύνης.
Ο Μιούλερ έχει αναλάβει την έρευνα σχετικά με την υποτιθέμενη προσπάθεια της Ρωσίας να επηρεάσει τις αμερικανικές εκλογές και τους στενούς δεσμούς της με την προεκλογική ομάδα του Τραμπ.
Η διερεύνηση του Τραμπ για παρακώλυση της Δικαιοσύνης ξεκίνησε λίγες ημέρες μετά την απόλυση του πρώην διευθυντή του FBI, Τζέιμς Κόμεϊ, στις 9 Μαΐου, σύμφωνα με τις πηγές της αμερικανικής εφημερίδας.
Οπως γράφει το ρεπορτάζ, οι άνθρωποι που δέχτηκαν να μιλήσουν σε ανακριτές του Μιούλερ, ενδεχομένως και μέσα στη βδομάδα που διανύουμε, είναι ο Νταν Κόατς, επικεφαλής της αμερικανικής Υπηρεσίας Πληροφόρησης, ο Μάικ Ρότζερς, επικεφαλής της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφάλειας (NSA), και ο Ρίτσαρντ Λέτζετ, πρώην αναπληρωτής διευθυντής της NSA.
Πριν από λίγες μέρες μάλιστα, κυκλοφορούσε έντονα η φήμη ότι ο Τραμπ μετά τον Κόμεϊ σκοπεύει να απολύσει και τον Ρόμπερτ Μιούλερ, για να διαψευστεί από το επιτελείο του με τα εξής λόγια: «Ο πρόεδρος θα μπορούσε, αν ήθελε, να απολύσει τον εισαγγελέα Μιούλερ, αλλά δεν σκοπεύει να το κάνει». Θα το επιχειρήσει, άραγε, μετά το επίμαχο δημοσίευμα;
«Ψεύτικη ιστορία»
Προς το παρόν, ξεσπαθώνει μέσω τουίτερ. «Επινόησαν μια ψεύτικη ιστορία για συνέργεια με τους Ρώσους, βρήκαν μηδέν αποδείξεις, έτσι τώρα λένε για παρεμπόδιση της Δικαιοσύνης στην ψεύτικη ιστορία. Ωραία», έγραψε χθες.
Γενικότερα πάντως, η χθεσινή μέρα δεν ήταν από τις καλύτερές του, καθώς, εκτός από τον Τύπο, του επιφύλασσε κάποιες όχι και τόσο ευχάριστες εκπλήξεις και η Γερουσία. Χθες εγκρίθηκε με συντριπτική πλειοψηφία το νομοσχέδιο για την επιβολή νέων κυρώσεων στο Ιράν και στη Ρωσία.
Περιλαμβάνει μάλιστα μια διάταξη που εμποδίζει την όποια παρέμβαση του Λευκού Οίκου για χαλάρωση, αναστολή ή τερματισμό επιβολής των κυρώσεων χωρίς να έχει προηγηθεί έγκριση από το Κογκρέσο.
Ειδικά όσον αφορά τη Ρωσία, για την οποία τις προάλλες ο υπουργός Εξωτερικών Ρεξ Τίλερσον εμφανίστηκε ιδιαίτερα αμφίθυμος ως προς την επιβολή νέων κυρώσεων.
Το εντυπωσιακό μάλιστα είναι ότι υπερψήφισε σχεδόν σύσσωμο το ρεπουμπλικανικό Σώμα. Οι μόνοι δύο από το σύνολο των 100 γερουσιαστών που καταψήφισαν ήταν ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Ραντ Πολ και ο πρώην διεκδικητής του χρίσματος των Δημοκρατικών, Μπέρνι Σάντερς.
Ομόφωνη, αντίθετα, ήταν η έγκριση ενός ψηφίσματος που υπέβαλε η Ρεπουμπλικανή γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκρέιχαμ και το οποίο τόνιζε τη σημασία του ΝΑΤΟ για την άμυνα Αμερικής και Ευρώπης, θέμα για το οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ έχει πει πολλά και αντικρουόμενα.
Χθες πάντως, διάφορα σχόλια στα αμερικανικά ΜΜΕ χαρακτήριζαν τα αποτελέσματα και των δύο ψηφοφοριών ως μίνι πλήγματα για τον πρόεδρο.
Ασυλο στον… πρώην διευθυντή του FBI προσφέρει ο Πούτιν

«Ποια η διαφορά ανάμεσα στον πρώην διευθυντή του FBI και τον Εντουαρντ Σνόουντεν; Στην περίπτωσή του, είναι μάλλον ένας ακτιβιστής για τα δικαιώματα που υποστηρίζει μια συγκεκριμένη θέση παρά ο αρχηγός μιας υπηρεσίας ασφαλείας». Αυτό είπε χθες σε απευθείας επικοινωνία με τους Ρώσους πολίτες ο πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν και τρέλανε τους πάντες, πολύ περισσότερο τους Αμερικανούς.
Κυρίως όταν πρόσθεσε στη συνέχεια: «Αν ο Κόμεϊ αντιμετωπίσει κάποιας μορφής δίωξη σε σχέση με τη δράση του, είμαστε έτοιμοι να προσφέρουμε και σ’ αυτόν πολιτικό άσυλο στη Ρωσία». Ως γνωστόν, ο Εντουαρντ Σνόουντεν, ο πληροφοριοδότης που έκανε γνωστές τις παράνομες παρακολουθήσεις από την αμερικανική NSA, ζήτησε πολιτικό άσυλο στη Ρωσία, όπου και διαμένει.
Ο Πούτιν πάντως ισχυρίστηκε πως όχι απλώς η χώρα του δεν επιχείρησε ποτέ να παρέμβει στην αμερικανική προεκλογική εκστρατεία, αλλά ότι αυτό που συμβαίνει κατά κόρον είναι το ακριβώς αντίθετο. «Γυρίστε την υδρόγειο σφαίρα», είπε, «και βάλτε οπουδήποτε το δάχτυλό σας. Παντού θα βρείτε αμερικανικά συμφέροντα και αμερικανική παρέμβαση».
