Στους πολιτικούς αντίποδες, κυριολεκτικά και μεταφορικά, βρέθηκαν τα τελευταία 24ωρα Βρετανία και Αυστραλία, καθώς λίγες μόνον ώρες μετά τις σοκαριστικές εκλογικές επιτυχίες του ακροδεξιού κόμματος Reform του Νάιτζελ Φάρατζ στην πρώτη, ήρθε ο σαρωτικός θρίαμβος των Εργατικών του εν ενεργεία πρωθυπουργού Αντονι Αλμπανέζε στη δεύτερη να ισορροπήσει την πλάστιγγα.
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Αλμπανέζε νίκησε κατά κράτος όχι μόνον τους δεξιούς αντιπάλους του, αλλά πρωτίστως την ιδιαίτερα επικίνδυνη παγκοσμίως υπερσυντηρητική και λαϊκίστικη «τραμπική συνταγή» και ατζέντα, αφού η «σκιά» του Τραμπ ήταν εμφανέστατη όχι μόνο στα συνθήματα, αλλά και στο πρόγραμμα και γενικότερα στην προεκλογική καμπάνια της αυστραλιανής Δεξιάς. Και ο «Αλμπο», όπως είναι το παρατσούκλι του 62χρονου Αυστραλού πρωθυπουργού, τα κατάφερε αντιπαραθέτοντας στους επίδοξους αντιγραφείς του Αμερικανού μεγιστάνα μια συμπαγή προοδευτική –κεντροαριστερή, για τα ευρωπαϊκά δεδομένα– δέσμη πολιτικών που δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη δικαιότερη διανομή του πλούτου, την ενίσχυση του συστήματος υγείας και την προστασία του περιβάλλοντος μέσα από την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η βαριά ήττα του Φιλελεύθερου Κόμματος, που υπογραμμίστηκε από την αποτυχία του ηγέτη τους, Πίτερ Ντάτον, ακόμη και να μπει στη Βουλή, έρχεται λίγες μόνο μέρες μετά την αντίστοιχη πανωλεθρία της «τραμπικής» Δεξιάς στον Καναδά. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι δεξιοί υποψήφιοι πληρώνουν ακριβά τον εμπορικό πόλεμο και τις εξωφρενικές ταρίφες του Τραμπ σε βάρος ακόμη και των στενότερων συμμάχων των ΗΠΑ, που εντείνουν την οικονομική αβεβαιότητα των ψηφοφόρων. Στον Καναδά βέβαια έπαιξαν τεράστιο ρόλο οι ευθείες απειλές του Αμερικανού προέδρου για… προσάρτηση, ενώ στην Αυστραλία ήταν πρωτίστως η οικονομική πολιτική που μονοπώλησε ουσιαστικά την προεκλογική μάχη, καθώς πολλά νοικοκυριά δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα λόγω των αυξήσεων στις τιμές βασικών τροφίμων, αλλά και του ρεύματος και της βενζίνης.
Μάταια προσπάθησε ο Ντάτον, ένας 54χρονος πρώην αξιωματικός της δίωξης ναρκωτικών με σκληρές αντιμεταναστευτικές ιδέες, να στρέψει τη συζήτηση σε θέματα «νόμου και τάξης» και να πυροδοτήσει ξενοφοβικά ανακλαστικά, αντιγράφοντας ξεδιάντροπα τον Τραμπ αλλά και τον αλήστου μνήμης πρώην πρωθυπουργό Τζον Χάουαρντ: οι δασμοί του Τραμπ, αλλά και η γενικότερα αλλοπρόσαλλη πολιτική της νέας αμερικανικής κυβέρνησης εξελίχτηκαν σε χαριστική βολή για τις φιλοδοξίες του.
Οπως είδαμε όμως την Πέμπτη, άλλο ο Αλμπανέζε κι άλλο ο εξαιρετικά αντιδημοφιλής «ομοϊδεάτης» του Βρετανός πρωθυπουργός, ο Κιρ Στάρμερ. Η νίκη του ακροδεξιού κόμματος Reform UK του Φάρατζ στις επαναληπτικές εκλογές για τις περιφέρειες Ράνκορν και Χέλσμπι, σε ένα μέχρι πρότινος «οχυρό» των Εργατικών στη βορειοδυτική Αγγλία, αλλά και οι εξαιρετικές επιδόσεις των ακροδεξιών σε σειρά από αγγλικούς δήμους έδειξαν καθαρά πως η ξενοφοβική παράταξη δυναμώνει συνεχώς, εκμεταλλευόμενη τη βαθιά παρακμή των Συντηρητικών –η νέα ηγέτιδα των οποίων, η Κέμι Μπάντενοχ, δεν… τραβάει– αλλά και την αδυναμία των… μεταλλαγμένων προς το δεξιότερο Εργατικών και προσωπικά του Στάρμερ να διατηρήσουν το «μομέντουμ» που τους έφερε πέρσι στην εξουσία ύστερα από 14 χρονιά στον «πάγο». Ο κατακερματισμός του πολιτικού σκηνικού στη Βρετανία είναι προφανής, με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν ότι τα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας μόλις και μετά βίας αγγίζουν πλέον από κοινού το 50% των ψήφων, την ώρα που το Reform και ο Φάρατζ εξελίσσονται στους καλύτερους ξένους «μαθητές» του Τραμπ.
