Στις πέντε τα χαράματα της Κυριακής, στο Μπαζάρ Σαντάρ, μια παλιά λαβυρινθώδη συνοικία κοντά στο κέντρο του Νέου Δελχί, ένα τετραώροφο κτίριο όπου στεγαζόταν εργοστάσιο κατασκευής πλαστικών τσαντών, πήρε φωτιά.
Οι αρχές λένε πως ξεκίνησε από βραχυκύκλωμα, αλλά το βέβαιο είναι πως επεκτάθηκε γρήγορα σε αποθηκευμένες πλαστικές ύλες, με αποτέλεσμα να γεμίσει γρήγορα με τοξικές αναθυμιάσεις. Δυστυχώς, εκτός από τα μηχανήματα και τα αποθηκευμένα υλικά και προϊόντα, όπως πλαστικές σχολικές τσάντες, πλαστικές σακούλες και υλικά περιτυλίγματος, το μοιραίο κτίριο φιλοξενούσε και δεκάδες πάμφτωχους εργάτες, εσωτερικούς μετανάστες από τη βόρεια Ινδία, που κοιμόνταν ο ένας πάνω στον άλλον σε αυτοσχέδιους κοιτώνες ανάμεσα στις εξοντωτικές βάρδιες, για περίπου 2 δολάρια τη μέρα… Πολλοί κατάφεραν να βγουν εγκαίρως, αλλά τουλάχιστον 43 έχασαν τη ζωή τους και άλλοι 16 χαροπαλεύουν.
Οι περισσότεροι πιστεύεται ότι πέθαναν στον ύπνο τους από ασφυξία και θα είχαν σωθεί, αν υπήρχαν στοιχειώδη συστήματα ασφαλείας και έξοδοι κινδύνου.
Οι αρχές ανακοίνωσαν ότι η πλειονότητα των θυμάτων ήταν μουσουλμάνοι από το κρατίδιο Μπιχάρ, που δεν έβγαζαν αρκετά χρήματα για να αναζητήσουν στέγη αλλού και αναγκάζονταν να κοιμούνται μέσα στο εργοστάσιο.
Ενας κάτοικος της περιοχής, ο Μπαμπάρ Αλί, που στο παρελθόν είχε και ο ίδιος εργαστεί στο συγκεκριμένο εργοστάσιο, συνόψισε όλο το δράμα σε δύο φράσεις μιλώντας στο Associated Press: «Η ζωή των μεταναστών εργατών είναι μεγαλύτερη τραγωδία από τον θάνατό τους… Το μόνο τους “έγκλημα” είναι πως ήταν φτωχοί… Ποιος θα δούλευε ή θα κοιμόταν σε τόσο ασφυκτικά περιορισμένο χώρο, αν είχε χρήματα;»
